Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαθητεία στην Ομορφιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαθητεία στην Ομορφιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Σήμερα, 23 Οκτωβρίου 2025, συμπληρώνονται ακριβώς 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι.
Θυμόμαστε, αναπόφευκτα, το γνωστό αυτοβιογραφικό του σημείωμα, γραμμένο με το δικό του χατζιδακικό ύφος: 
"Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. 
Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα". 


Και να 'μαστε 66 χρόνια αργότερα, να γιορτάζουμε τα γενέθλια του Χατζιδάκι μ' έναν μοναδικό τρόπο! 
«Σήμερα είναι η μέρα των γενεθλίων μου. Γι΄ αυτό διάλεξα να παίξω με την Ορχήστρα των Χρωμάτων 4 υπέροχους κύκλους τραγουδιών. Γιατί μου ταιριάζουν και με εκφράζουν, χωρίς αυτό βέβαια να υποδηλώνει πως έχω γράψει έστω κατ΄ ιδέαν κάτι ανάλογο». 
Έτσι γιόρτασε ο Μάνος Χατζιδάκις τα γενέθλιά του στις 23 Οκτωβρίου 1991, στο «Παλλάς». 
Με μία συναυλία της Ορχήστρας των Χρωμάτων που ίδιος δημιούργησε και διηύθυνε – και δυστυχώς έσβησε… - κατά την οποία παρουσίασε τέσσερις κύκλους τραγουδιών. 
1. Frank Martin (1890-1974): Έξι μονόλογοι από τον “Jedermann”, σε ποίηση Hugo Von Hofmannsthal, με σολίστ τον βαρύτονο τον Σπύρο Σακκά. 
2. Richard Wagner (1813-1883): Wesendonk – Lieder, σε ποίηση Mathilde Wesendonk, με σολίστ την υψίφωνο Μαρίνα Κρίλοβιτς. 
3. Gustav Mahler (1860-1911): Τραγούδια για νεκρά παιδιά, σε ποίηση Friedrich Ruckert, με σολίστ τον βαρύτονο Αντώνη Κοντογεωργίου. 
4. Benjamin Britten (1913-1976): Εκλάμψεις, σε ποίηση Arthur Rimbaud, με την υψίφωνο Sheila Armstrong. 


Ο Μάνος Χατζιδάκις επέλεξε τέσσερις κύκλους τραγουδιών για την ημέρα των γενεθλίων του προφανώς γιατί τον απασχολούσε βαθειά το τραγούδι, στο οποίο άλλωστε και επιδόθηκε συστηματικά. Το τραγούδι στην πλέον υψηλή εκδοχή του. Γιατί ο ίδιος διεκήρυττε ότι το τραγούδι «είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας.» 
Ο Χατζιδάκις θεωρούσε ότι «το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως.» Θεωρούσε πως το αληθινό τραγούδι δεν πρέπει να κολακεύει τις συνήθειές μας ούτε να διασκεδάζει την αμηχανία μας, την οικογενειακή μας πλήξη ή την ερωτική μας ανεπάρκεια. 
Είναι αυτό το τραγούδι για το οποίο έλεγε: «Θα το θυμάσθε και θα το ’χετε εντός σας, χωρίς την δυνατότητα να το γλεντήστε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή. Μόνο να το ψελλίζετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή ή σαν το «Υπερμάχω». 
Ο Χατζιδάκις υποστήριζε με πάθος: «Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ’ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στον χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν’ ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν’ ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ’ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε». 
Κι ο Χατζιδάκις που δεν είχε στεγανά, τραγουδούσε από Τσιτσάνη μέχρι Μάλερ και Μπρίττεν. Όλα με τον ίδιο σκοπό: να χαθεί για πάντα –αν είναι δυνατόν– ο εφησυχασμός μας.

Φωτό: Μαριλένα Σταφυλίδου
Η συγκεκριμένη φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο παραπάνω πρόγραμμα
της Ορχήστρας των Χρωμάτων 


Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

ΜΝΗΜΗ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ (1925-2005)


ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
100 χρόνια από την γέννηση του (9 Μαρτίου 1925) και 20 χρόνια από τον θάνατό του (23 Ιουνίου 2005) 

Η απόφαση 
Είστε υπέρ ή κατά; 
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι. 
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί 
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε  
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή 
Παιδιά γυναίκες έντομα 
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες 
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια 
Μέτρια φιλμς. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς. 
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι. 
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση. 
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε 
Τις ασχολίες σας να διακόψετε τη ζωή σας 
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας, τις συζητήσεις 
Στο κουρείο, τις Κυριακές σας στα γήπεδα. 
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν: 
Είστε υπέρ ή κατά; 
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω.

 

Με τον Μανόλη Αναγνωστάκη γνωριστήκαμε την εποχή που κυκλοφορούσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Κριτική». Ήμουν τότε στο Παρίσι και μου έγραψε προτείνοντάς μου να του στείλω άρθρα μου για δημοσίευση. Θυμάμαι ότι τελικά δημοσιεύθηκαν δύο άρθρα μου στο περιοδικό αυτό. Όμως με την αλληλογραφία που χρειάστηκε να ανταλλάξουμε, γνωριστήκαμε αρκετά, αν και από μακριά. Αργότερα συναντηθήκαμε. Θυμάμαι ότι στις αρχές του εξήντα, όταν καθιέρωσα τις λαϊκές συναυλίες, προσπαθούσα παράλληλα να περάσω στον κόσμο και την συμφωνική μουσική. Γι’ αυτό έκανα πάντα δύο συναυλίες, στην πρώτη παρουσίαζα κομμάτια από συμφωνικά έργα και μιλούσα γι’ αυτά, γινόταν δηλαδή ένα είδος διάλεξης και στη δεύτερη τα λαϊκά. Όταν πήγαμε στην Θεσσαλονίκη, ο Μανόλης είχε αναλάβει την διοργάνωση της πρώτης βραδιάς, με τα συμφωνικά. Δούλεψε πολύ γι’ αυτή τη βραδιά, είχε μεγάλο ενθουσιασμό. Τελικά οι προσκλήσεις που έστειλε σε γνωστούς και φίλους βρέθηκαν σκισμένες και η βραδιά ξεκίνησε με πολύ λίγο κόσμο. Φαίνεται όμως ότι από στόμα σε στόμα διαδόθηκε το νέο και πολύ πριν τελειώσουμε, το θέατρο είχε γεμίσει. Η ποίησή του μου άρεσε πάντα. Ήταν μελαγχολική στην πρώτη ανάγνωση, όμως έκρυβε μεγάλη δύναμη. Στα προδικτατορικά χρόνια ήμουν σε άλλο κλίμα και δεν έτυχε να γράψω μουσική πάνω σε ποιήματά του. Τον καιρό της εξορίας στη Ζάτουνα, μελοποίησα δύο μεγάλα ποιήματά του, το «Μιλώ» και τον «Χάρη» που αποτέλεσαν τον κύκλο «Αρκαδία VIII». Ήταν η καινούρια φόρμα πάνω στην οποία δούλευα τότε, το Τραγούδι-Ποταμός. Αργότερα, γύρω στα 1972, μου έστειλε ένα νέο κύκλο ποιημάτων, την «Λερναία Ύδρα», που απ’ ό,τι σημείωνε στο γράμμα του, τον έγραψε για μένα. Ήταν υπογραμμισμένος ο στίχος «Κι ίσως κανείς δεν σε προσμένει να γυρίσεις…» και δίπλα στο ποίημα η σημείωση «σε αφορούν». Το είχε καταλάβει και ήθελε να μου το πει, ότι γυρνώντας στην Ελλάδα μετά τη δικτατορία, όλα θα είχαν αλλάξει και τίποτα δεν θα ήταν όπως πριν τη χούντα. Έγραψα τη μουσική για τα ποιήματα αυτά, που αργότερα κυκλοφόρησαν σε δίσκο με τον τίτλο «Μπαλάντες». Μετά τη δικτατορία μου έστειλε ακόμα μερικά ποιήματα που μπήκαν στον δίσκο «Της εξορίας». Ήταν σεμνός, έντιμος και πραγματικός αγωνιστής, που πάντα με τιμούσε η φιλία του και η συνεργασία μαζί του. 
Μίκης Θεοδωράκης 
Αθήνα, 9.12.2013

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

"Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ" ΤΟΥ ΛΟΡΚΑ, ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ


Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ

Βουνά και σύγνεφα μακριά  σ' όλα τα γύρω σιγαλιά

Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη και τα τοιχιά μες στον ασβέστη

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί

κεντά η καλόγρια η μικρή

Άχου τι όμορφα κεντάει

το χεράκι της πως πάει

Βάνει πουλιά βάνει δεντρά

βάνει και τ' άστρα τα χρυσά

Βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί

κεντά η καλόγρια η μικρή

Μα κάθε τόσο αναστενάζει

και κάτι με το νου της βάζει

Λίγο το χέρι σταματά

μες στον αέρα και κοιτά

Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν δυο καβαλάρηδες περνούν

Κι υστέρα πάλι στο πανί

κεντά η καλόγρια η μικρή

Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!

Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!

Πλάσματα της αρεσιάς της της ονειροφαντασιάς της.

Από το Romancero gitano του Λόρκα - Απόδοση στα νέα ελληνικά: Οδυσσέας Ελύτης

Κολάζ: Οδ. Ελύτης


Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ: "Μια ζωή σε Ονειροτροφείο" (Ελληνικά και Αραβικά)


Από τις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ μόλις κυκλοφόρησε ένα ξεχωριστό ποιητικό βιβλίο του π. Παναγιώτη Καποδίστρια. Φέρει τον τίτλο "Μια ζωή σε Ονειροτροφείο" και πρόκειται για μια μικρή ανθολογία ποιημάτων από όλες τις μέχρι τώρα ποιητικές συλλογές του Παναγιώτη Καποδίστρια, μεταφρασμένα από τον λιβανέζο φιλόλογο Roni Bou Saba, διδάσκαλο της αραβικής γλώσσας στην Ελλάδα, 
Η έκδοση είναι δίγλωσση, 88 σελίδων, με πρόλογο του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου.  Το εξώφυλλο κοσμεί ένα έργο της εικαστικού Κωνσταντίνα Δήμζα (Κωνένα). 


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας γράφει ποίηση σχεδόν μισόν αιώνα! Μια μαθητεία στην ομορφιά! 
Η ποίηση του δεν είναι εύκολη. Σίγουρα δεν είναι συναισθηματική. Δεν είναι, επίσης, προβλέψιμη. Είναι πέρα ως πέρα αληθινή και γι’ αυτό είναι ερωτική, ειρωνική (στη σωστή δοσολογία), ζακυνθινή και οικουμενική μαζί. 
Οι ποιητικές ρίζες του Π.Κ. είναι από την εκκλησιαστική ποίηση, που μελωδεί καθημερινά ως ιερέας, τον Σολωμό και τον Κάλβο – τους οποίους δοξολογεί νυχθημερόν – ως τον Ελύτη, με τον οποίο ανδρώθηκε ποιητικά και είχε προσωπική επαφή. 
Ως εκ τούτου, μιλάμε για μια ποίηση στέρεη, αρρενωπή, διαχρονική. 
Αυτή η στιβαρή ποίηση γοήτευσε τον ελληνομαθέστατο Λιβανέζο φιλόλογο και μεταφραστή Ρόνι Μπου Σάμπα, ο οποίος ξεκίνησε το άθλημα να την μεταφέρει στην αραβική γλώσσα. 
Καρπός αυτής της πολυχρόνιας τριβής είναι το ανά χείρας πολύτιμο βιβλίο, με ποίηση στα ελληνικά, μεταφρασμένη ποιητικά στα αραβικά. Γιατί ο Ρόνι Μπου Σάμπα έχει – πέρα από τη γνώση - μεγάλη αίσθηση της μουσικής ποιητικής, τόσο στα ελληνικά όσο και στα αραβικά. 
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Ρόνι Μπου Σάμπα δημοσίευσε ήδη από καιρό στην μεγάλης κυκλοφορίας αραβική εφημερίδα Al – Araby, ποιήματα του π. Π.Κ., όπως κάνει συστηματικά εδώ και χρόνια με δεκάδες ελλήνων ποιητών. 
Δεν αρκέστηκε όμως σ’ αυτό. Σε εκδηλώσεις που πραγματοποιήσαμε με το «Καλλιτεχνικό Σύνολο Πολύτροπον», προσάρμοσε και τραγούδησε την μετάφρασή του στο μέλος του Κανόνα της Μ. Παρασκευής, που ο ίδιος ο ποιητής Π.Κ. μας υποδεικνύει για το μεγάλο ποίημά του «Κανών ωφελιμότατος», από την συλλογή «Της αγάπης μέγας χορηγός». 
Επομένως, η επαφή του Ρόνι Μπου Σάμπα με την ποίηση του Π.Κ. είναι πολυεπίπεδη και βαθιά. Αυτό φαίνεται και από τα ποιήματα που ανθολόγησε και μετέφρασε για την παρούσα έκδοση, αντιπροσωπευτικά της δυναμικής ποίησης του Π.Κ. 
Για τον Π.Κ. η ποίηση είναι μια υπόθεση ψυχική και μια άσκηση πνευματική. 
Για τον Ρόνι Μπου Σάμπα η μετάφραση της ποίησης στα αραβικά είναι μια σχοινοβασία που την φέρει εις πέρας, παρά τις δυσκολίες. 
Και για τον ποιητή και για τον μεταφραστή ισχύει, νομίζω, ο λόγος του Ζαν Ζενέ στον περίφημο «Σχοινοβάτη» του: «Ο ποιητής μπορεί να διακινδυνέψει τα πάντα για να κατακτήσει την απόλυτη μοναξιά, που είναι απαραίτητη για να πραγματοποιήσει το ποιητικό του έργο—να το αποσπάσει από το κενό για να του δώσει ζωή». 
Υποδεχόμαστε, λοιπόν, μια έκδοση ζωογόνο και αναστάσιμη, από κάθε άποψη. 
Και για να θυμηθούμε τον ποιητή Π.Κ. «… με τη νοσταλγία σου [ω ποίηση, λέω εγώ] νικώ κάθε τάφο μου».


Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΟΡΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ


Ένα ποίημα του Αλέξανδρου Μπάρα, όπως το διαβάζει ο μεγάλος Δημήτρης Χορν. 
Μια ανέκδοτη ηχογράφηση του 1962. 
Ο Αλέξανδρος Μπάρας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Μενέλαου Αναγνωστόπουλου, 1906-1990) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στην Αθήνα. Στα εφηβικά του χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή έζησε για περισσότερο από δυο χρόνια στο Κάιρο της Αιγύπτου κοντά σε συγγενείς του. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να αποφοιτήσει ποτέ. Εργάστηκε για τριανταπέντε χρόνια ως υπάλληλος του Διπλωματικού Σώματος στο ελληνικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης και από το 1966 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ταξίδεψε ανά τον κόσμο. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις ποιημάτων σε εφημερίδες του Καΐρου και της Κωνσταντινούπολης. Το 1929 έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους με τη δημοσίευση στο περιοδικό "Αλεξανδρινά Γράμματα" του ποιήματος "Η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις και η Θεοδώρα", που θεωρήθηκε πρωτοποριακό για την εποχή και το 1933 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του "Συνθέσεις". Συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά "Ρυθμός", "Νέα Εστία", "Νεοελληνικά Γράμματα", "Πειραϊκά Γράμματα", "Ποιητική Τέχνη", "Τέχνη", "Πυρσός", κ.ά. Ασχολήθηκε επίσης με την ποιητική μετάφραση (Ορχάν Βελή, Μπωντλαίρ, Ρεμπώ κ.α.), την πεζογραφία, την αρθρογραφία και την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Οι μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας τοποθετούν το έργο του Αλέξανδρου Μπάρα στο μεταίχμιο ανάμεσα στη μεσοπολεμική και τη νεώτερη ελληνική ποίηση, η οποία συνδυάζει επιρροές από την ειρωνεία του Καβάφη, τον κοσμοπολιτισμό του Κώστα Ουράνη, το πικρό χιούμορ του Καρυωτάκη και τις τάσεις της γαλλικής συμβολιστικής ποίησης. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Μπάρα βλ. Μανώλης Γιαλουράκης , "Μπάρας Αλέξανδρος", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 10, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Γουνελάς Δ., "Μπάρας Αλέξανδρος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 6, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987 και Κώστας Στεργιόπουλος (επιμέλεια), "Αλέξανδρος Μπάρας", στο "Η ελληνική ποίηση· ανθολογία - γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση", Αθήνα, Σοκόλης, 1980, σελ. 482-485, Τάσος Κόρφης, "Ματιές στο λογοτεχνία του μεσοπολέμου", Αθήνα, Πρόσπερος, 1991, Γ, Βέης (επιμ.) "Αλέξανδρος Μπάρας", Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2004, και Δώρα Μέντη, "Μπάρας Αλέξανδρος" στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007, σελ. 1486.

 

Η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα"
Ένα κάθε βδομάδα, 
στην ορισμένη μέρα, 
πάντα στην ίδιαν ώρα, 
τρία βαπόρια ωραία, 
η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα",
ανοίγουνται απ' την προκυμαία 
στις εννέα, 
πάντα για τον Περαία, 
το Mπρίντιζι και το Tριέστι, 
πάντα. 

Xωρίς μανούβρες κ' ελιγμούς 
και δισταγμούς 
κι' ανώφελα σφυρίγματα, 
στρέφουνε στ' ανοιχτά την πρώρα, 
η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα", 
σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι 
που φεύγουν από ένα σαλόνι 
χωρίς ανούσιες χειραψίες 
και περιττές. 

Aνοίγουνται απ' την προκυμαία 
στις εννέα, 
πάντα για τον Περαία, 
το Mπρίντιζι και το Tριέστι, 
πάντα --και με το κρύο και με τη ζέστη. 

Πάνε 
να μουντζουρώσουν τα γαλάζια 
του Aιγαίου και της Mεσογείου 
με τους καπνούς των. 
Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια 
τα φώτα τους μέσ' στα νερά 
τη νύχτα. 
Πάνε 
πάντα μ' ανθρώπους και μπαγκάζια... 

H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα", 
χρόνια τώρα, 
κάνουν τον ίδιο δρόμο, 
φτάνουν την ίδια μέρα, 
φεύγουν στην ίδιαν ώρα. 

Mοιάζουν υπάλληλοι γραφείων 
που γίνανε χρονόμετρα, 
που η πόρτα της δουλειάς, 
αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν 
από κάτω της, 
μπορεί να πέσει. 

(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος 
τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Mεσόγειο 
ή απ' το σπίτι σ' άλλη συνοικία;) 
H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κ' η "Θεοδώρα" 
είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα 
του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια, 
να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο, 
να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια. 

Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος, 
ναι - si j'étais roi! -
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος 
στην "Kλεοπάτρα", τη "Σεμίραμη", τη "Θεοδώρα", 
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος 
με τέσσερα χρυσά γαλόνια 
κι αν μ' άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή 
τόσα χρόνια, 
μια νύχτα σεληνόφεγγη, 
στη μέση του πελάγου, 
θ' ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα 
κι ενώ θ' ακούγουνταν η μουσική 
που θα' παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια, 
με τη μεγάλη μου στολή, 
με τα χρυσά μου τα γαλόνια 
και τα χρυσά μου τα παράσημα, 
θα' γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη 
από το τέταρτο κατάστρωμα 
μέσ' στα νερά, 
έτσι με τα χρυσά μου, 
σαν αστήρ διάττων 
σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.

Στη συνέχεια ένα τραγούδι του Θάνου Μικρούτσικου σε ποίηση του Αλέξανδρου Μπάρα. Ηχογραφήθηκε το 1998 στο σπίτι του συνθέτη από τον Νίκο Εσπιαλίδη.

   

Μοναξιά (Αλέξανδρος Μπάρας) 

Είναι το πυκνό συλλαλητήριο 
που οργανώνει μόνος ένας, μόνος, 
κάπου ένα μαχαίρι είναι που βρέθηκε 
δίχως ν’ ακουστεί κανένας φόνος. 

Όπλου είναι βολή χωρίς αντήχηση 
στη μεγάλην άμμο μιας Σαχάρας, 
πάνω μια χλωμή λειψή πανσέληνος 
λιώνει σαν κεράκι της δεκάρας… 

Είναι μια σημαία που ξεχάστηκε 
στον ιστό μετά τη δύση του ηλίου, 
ξέθωρο ένα ράκος που φυλάχτηκε 
από εσθήτα περασμένου μεγαλείου. 

Έρημος σταθμός το μεσονύχτιο 
υπογείων αστικών σιδηροδρόμων, 
πέτρες φορτωμένον είναι φέρετρο 
που το πάνε τέσσερις στον ώμον. 

Βάρκα είναι στο πέλαγο τ’ απέραντο 
μ’ ένα σκελετό για κωπηλάτη 
που ήλιος κατακόρυφος τον στέγνωσε 
και τον λεύκανε της θάλασσας τ’ αλάτι. 

Είναι το πουλί που μόνο ξώμεινε 
μίλια απ’ το κυρίαρχο κοπάδι, 
πίσω του το φως της μέρας σβήνεται. 

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025

ΤΟ "ΠΙΣΤΕΥΩ" ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ
ΠΙΣΤΕΥΩ


Η Αγάπη μόνο βαστάζει όλα τα φορτία
Μπορώ να βαστάζω όλα τα φορτία
Γιατί η Αγάπη είναι το μέγα Φορτίο
Η Αγάπη σηκώνει το βάρος τ' ουρανού
Μπορώ να σηκώνω το βάρος τ' ουρανού
Η Αγάπη υπομένει τα μαρτύρια της πυράς
Μπορώ να υπομένω τα μαρτύρια της πυράς
Γιατί η Αγάπη είναι ο Ουρανός και η Πυρά
Η Αγάπη πιστεύει στη Ζωή και στο Θάνατο
Η Αγάπη πιστεύει στο Θαύμα
Μπορώ να πιστεύω στη Ζωή και στο Θάνατο
Μπορώ να πιστεύω στο Θαύμα
Γιατί η Αγάπη είναι η Ζωή και ο Θάνατος
Γιατί η Αγάπη είναι το Θαύμα
Η Αγάπη προσεύχεται κι ενεργεί
Η Αγάπη αγρυπνεί
Μπορώ να προσεύχομαι και να ενεργώ
Μπορώ να αγρυπνώ
Γιατί η Αγάπη είναι Προσευχή και Πράξη
Γιατί η Αγάπη είναι η μυστική Αγρυπνία
Η Αγάπη κρατάει όλα τα χαμόγελα κι όλα τα δάκρυα
Μπορώ να χαμογελώ και νά κλαiω όλα τα δάκρυα
Γιατί η Αγάπη είναι η Χαρούμενη - Θλίψη
Η Αγάπη δίνει τον Άρτο και τον Οίνο
Μπορώ να μεταλάβω τον Άρτο και τον Οίvo
Γιατί η Αγάπη είναι ο Μυστικός Δείπνος
κι η Μεγάλη Υπόσχεση!
Η Αγάπη έπλασε τον Άνθρωπο
Η Αγάπη εδώρησε το Φώς
Πιστεύω στον Άνθρωπο
Πιστεύω στην Αγάπη
Γιατί η Αγάπη είναι το Φως και η Δωρεά
Γιατί η Αγάπη είναι ο Άνθρωπος.

Από τη συλλογή Η εποχή του ύπνου και της αγρύπνιας, 1950

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
ΠΙΣΤΕΥΩ

Πιστεύω στα χαλασμένα ρολόγια γιατί μπορώ να τα φτύνω άφοβα
Πιστεύω στις πέντε ηπείρους για τα ωραία χρώματά τους πάνω στο χάρτη
Πιστεύω στις άδειες κάμαρες που ξεκλειδώνοντας βρίσκεις καμιά φορά τον εαυτό σου
Πιστεύω στους τρελούς την ώρα που προσεύχονται και στις μηλιές το βράδυ που συλλογιούνται
Πιστεύω στα μικρά φτωχά ενθύμια της μητέρας μου και στην άσπιλη σύλληψη της Παρθένου
Πιστεύω στη φωνή του ομπρελά που είναι μια ολόκληρη χαμένη νεότητα
Πιστεύω στα ωραία πουλιά που πετάγονται μέσ' απ' τα πιο πικρά βιβλία
Πιστεύω στο φίλο που συναντάς άξαφνα μέσα σ' ένα παραμύθι
Πιστεύω στο απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία
Πιστεύω στο φεγγάρι, όταν πέφτει στο πηγάδι, για να μη φαίνεται, καθώς σκύβει να το δει, η πλάτη του ραχητικού παιδιού
Πιστεύω στα σκυλιά που όταν γαβγίζουν σηκώνουν το κεφάλι, σαν κάποιον να κοιτάζουν που περνάει πιο ψηλά...

Από τη συλλογή Ο τυφλός με το λύχνο, Κέδρος 1985


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
CREDO (ως είθισται να λέμε λατινιστί)

Α
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν εκτός ουρανού / φυγάς θεόθεν και αλήτης, Εμπεδοκλής / και επί της γης / εξόριστος πάνω στη γη κ.λ.π. του Βωδελαίρου/.

Β
Πιστεύω εις ένα Υπολογιστήν εντός κεραυνού και δια της ύλης.

Γ
Υποφέροντας άχραντα /ουσιαστικόν / ο Ποιητής ανατείνεται βραδυφλεγής αυτόχειρας εξυπακούοντας πολύωρους ύπνους.

Δ
Τα υποψήφια λάθη λιγοστεύοντας.

Ε
Ορατών τε πάντων και αοράτων ιερουργώντας την αποκρομμύωση.

Ζ
Ο Ποιητής έχει τίποτα / βλέπε τους αναχωρήσαντες /.

Η
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: η τρέλα μ' αρέσει∙ γελοιοποιεί την ύπαρξη∙ ας ανάψω απ' τη μάνα μου.

Θ
Συνταχτικό δεν το γνοιάζεται στην προσταγή της μουσικότητας. Μαζί και μ' άλλες ακόμη λευτεριές, και τα νυ παίζονται κατά την έννοια ήχος οπουδήποτε. Π.χ. τον χειμώνα εδώ, το χειμώνα εκεί∙ δε θά 'ρθει – δεν θα καταλαγιάσουμε, κ.λ.π. κ.λ.π.

Ι
Ο Ποιητής γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση.

Κ
Κι αν είναι έλληνας οφείλει να σπουδάζει πάντοτε της Αττικής τη λεπτότητα, σε φως, βουνά, χωράφια και θάλασσα. Διδάσκει γλώσσα η λεπτότητα τούτη.

Λ
Κι αν είναι βαθιά πεπρωμένος ο Ποιητής εκφράζει το ανεξήγητο του εξηγητού∙ τυγχάνει νόμιμος διάδοχος του επιστήμονα και προκάτοχός του.

Μ
Στον αφρό δεν έχει διάρκεια∙ στο πατοκάζανο μαίνεται ο Ποιητής.

Ν
Φλογοδίαιτος και ποτέ ξελυτρωμένος.

Ξ
Ο Ποιητής κάποτε πρέπει να λέει: μεγάλη κατανάλωση παρουσίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!

Ο
Ο Ποιητής είναι αμφίφλοξ.

Π
Επιδέχεται θανάτους και αναστάσεις.

Ρ
Ακροθωρίζει και υπάρχει σε ξαφνοκοίταγμα.

Σ
Είναι ουραγός της μητέρας.

Τ
Ανέσπερος από ηλικία.

Υ
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: να συμπέσουν οι αγνότητες. Μέχρι την Κόρινθο του Σύμπαντος ή μακρύτερα.

Φ
Σε ανώτερη απελπισία.

Χ
Σε φαεινότερη πεμπτουσία.

Ψ
Σε μιαν αίσθηση που πτηνούται.

Ω
Συγχωρώντας τους πάντες.

Από τη συλλογή Λογική Μεγάλου Σχήματος, ΕΡΑΤΩ, 1989


ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Πιστεύω,
στην υγρασία της Νύχτας
στ’ αγάλματα που ταξιδεύουν μέρα-νύχτα, μες σε
δαπανηρές συσκευασίες
και στα κλειστά παράθυρα, εργοστασίων που
απεργούν.
Πιστεύω,
στην λιτανεία των αυτοκινήτων
στα νευρικά σφυρίγματα ενός εγκαταλελειμμένου
αστυφύλακα
και στην οσμή από σελίδες των σχολικών
βιβλίων,
Πιστεύω,
στις ποιητικές ανθολογίες
στις διαφημίσεις ταυρομαχιών του ‘35
και στα σημάδια του κορμιού σου, που φανερώ-
νουν έρωτα. Τέλος.
Πιστεύω,
στον θάνατο της μνήμης
και στην ανάσταση των επιθυμιών, εν μέσω ρόδων,
γιασεμιών και υακίνθων
Και τούτο εγένετο,
Αμήν.

Από Τα σχόλια του Τρίτου, Εξάντας 1980

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Σύμβολο πίστεως
Πιστεύω σε εκείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες 
στον ουρανό, 
σαν Θεός, και κατευνάζει το χάος, 
Πιστεύω σε εκείνον που θερίζει, και το δρεπάνι του 
κυματίζει ολόφωτο 
σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου. 
Πιστεύω σε εκείνον που αγαπάει, όπως πιστεύω 
και σε εκείνον που μισεί. 
Πιστεύω σε εκείνον που αμαρτάνει και ζητάει με 
δάκρυα να τον συγχωρέσουν 
πιστεύω και σε εκείνον που αμαρτάνει συχωρνάει 
μονάχος τον εαυτό του 
και προχωράει.  

Πιστεύω και στη νύχτα που ξαναδίνει τα πράγματα 
μες στην καρδιά σου. 
Πιστεύω στο αλάτι 
και στο κάρβουνο, στις μέλισσες και τα παιδιά. 
Πιστεύω στις πολιτείες, που η βουή τους, σαν τους 
ραψωδούς, 
έξω απ’ το παράθυρό σου, τραγουδάει την Οδύσσεια 
της καθημερινότητας. 

Πιστεύω και στη σιωπή, τα βράδια, στους 
κάμπους, 
όταν ακούς ν’ αναστενάζουν από γήινη ευτυχία τα 
καρπούζια, 
πιστεύω στους αντρείους, όπως πιστεύω και στους 
δειλούς, 
και τρέχω μ’ εκείνον που χυμάει στην έφοδο και 
πέφτει 
μες στις σφαίρες 
και το θρίαμβο, 
και πέφτω κι εγώ μαζί του, 
και φεύγω με εκείνον που λιποτακτεί και κλαίει, 
και που είναι απ’ όλους 
περιφρονημένος – μα ζωντανός. 
Και κλαίω κι εγώ μαζί του. 

Η αφθονία της πίστης μου είναι ένας άλλος, 
έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός, που ταξιδεύω πάνω 
του 
χωρίς χάρτες και τιμόνια, με μόνο την καρδιά για 
οδηγό, 
γιατί η αγάπη που έχω μέσα μου μπορεί κι ένα 
ακυβέρνητο καράβι 
να το οδηγήσει στο δρόμο το σωστό. 

Πιστεύω στα κατώφλια, στα γυμνά ποδάρια, 
στους σιδερένιους γερανούς και τα πορτοκάλια. 
Πιστεύω και στον ανθρωπάκο, στη γωνιά του δρόμου, 
που βγάζει το καπέλο του και χαιρετάει ταπεινά, 
την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον 
χλευάζουν. 
Και δοξάζομαι κι εγώ μαζί του. 

Πιστεύω στους μεγάλους εφευρέτες, τους ήρωες, 
τους ποιητές, 
που αλλάζουνε, με μια χειρονομία, τη γεωγραφία και 
τα πεπρωμένα 
πιστεύω και στα ταπεινά βόδια που σηκώνουνε στη 
ράχη τους, 
σα δόξα, το αιώνια ανάλλαχτο κι ολοπόρφυρο 
δειλινό. 

Πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες 
και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο, 
πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σαν σημαία την 
καρδιά σου, 
και προχωράς μες στο ενάντιο πλήθος. 
Πιστεύω στο άπειρο, μπορώ να κάθομαι ώρες και να 
διαβάζω τον ουρανό, 
τα χείλη μου είναι βαριά απ’ την κερήθρα των άστρων 
και συχνά έστειλα την ψυχή μου να παραθερίσει στο 
άγνωστο. 
Πιστεύω και στη γλυκιά ετούτη γη, γεμάτη 
μαχαιρώματα 
και ζεστούς γυναικείους κόρφους, 

Πιστεύω στο χώμα, αυτό το χώμα που πατάω και 
που με καρτερεί 
εκεί κάτω, μες στη σκοτεινιά, όπου σαλεύουν οι 
ρίζες, κοιμούνται οι νεκροί, και τραγουδάνε κιόλας 
μεθυσμένα τ’ αυριανά κρασιά, 
πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω, 
Αμήν. 
Σύμβολο Πίστεως. Από το βιβλίο Ποίηση 1, εκδ. Μετρονόμος.


Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ: Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΗΣ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Τριάντα χρόνια μετά Μ.Χ. 
Σα να μη πέρασε μια μέρα... Κι όμως πέρασαν τρεις δεκαετίες! 
Κι αυτός; Αει παρών! 
Χτες, Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024, η έγκριτη δημοσιογράφος Έλενα Διάκου, στην εκπομπή της "Ημερολόγιο Καταστρώματος", στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, έκανε ένα αφιέρωμα στον Μέγα Μάνο. 
Η συγκίνηση για μένα ήταν μεγάλη, καθώς η Έλενα Διάκου διάβασε, μεταξύ άλλων, και αποσπάσματα από το κείμενό μου "Μάνος Χατζιδάκις: Ο επικίνδυνος αντιεξουσιαστής", που το παραθέτω - αντί προλόγου - στο βιβλίο μου "Τα Χατζιδακικά", το οποίο κυκλοφορήθηκε πριν ένα χρόνο.  
Ακούστε το αφιέρωμα της Έλενας Διάκου ΕΔΩ
Παραθέτω, στη συνέχεια, ολόκληρο το σχετικό κείμενο, ένεκεν μνημοσύνης και ευγνωμοσύνης αιωνίου. 


«Πρέπει να πω ότι δεν μ’ αρέσει η αναμνησιολογία, την απεχθάνομαι. Τους ανθρώπους που έχουν φύγει, αλλά παραμένουν ζωντανοί, τους έχουμε καθημερινά τοποθετημένους μέσα μας και τους κουβαλάμε σ’ ολόκληρη την ζωή μας». 
 (Μάνος Χατζιδάκις) 
Έτσι εκτίθεμαι γράφοντας για εκείνον, μόνο και μόνο επειδή τον κουβαλάω μέσα μου πάντοτε. 
Ο Μάνος Χατζιδάκις έφυγε γιατί η «Οδός Ονείρων» δεν υπάρχει πια. Ο ίδιος, βαθιά ρεαλιστής, το είχε καταλάβει πολύ νωρίς και είχε απαντήσει στον εαυτό του και σε μας: 
«Παίδες, πριν δεκαπέντε χρόνια σας είχα πει πως θα ξαγρυπνώ έξω απ’ τα σπίτια σας για να μαζέψω τα όνειρά σας. Τώρα κουράστηκα. Εσείς, είτε ονειρεύεστε είτε όχι, μπορείτε και ζείτε χωρίς εμένα. Δεν ανήκω στην ζωή σας ούτε στα όνειρά σας. Ακόμη κουράστηκα να πλέκω μουσικές απ’ το υλικό των ματιών σας κι απ’ την επιθυμία των σωμάτων σας. Προτιμώ να φύγω μακριά σας για πάντα. Ίσως συναντηθώ με μερικούς σοφούς που δεν τους ένιωσα όταν κι εγώ ήμουν νέος. Γεια σας παίδες, γεια σας». 
Είναι σα να μας λέει ο Μάνος, άλλαις λέξεσι, το του φίλου του Ελύτη: 
- Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα. 
- Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα.
Ο ίδιος ο Χατζιδάκις είχε πει, επίσης, ρεαλιστικά, ήτοι προφητικά:
«Ο θάνατος μιας αληθινής και δυνατής για τον τόπο φυσιογνωμίας είναι, όπως και να το κάνουμε, ανακουφιστικός. Γι’ αυτό και το γιορτάζουν τόσο η Πολιτεία κι ο λαός, τιμώντας τον, αυτόν τον τόσο επιφανή θανόντα. Όλοι σκέπτονται: επιτέλους, δεν θα προχωρήσει άλλο, κι ακόμη, θα μπορέσουμε να αποσιωπήσουμε ό,τι μας ενοχλεί, θα παρερμηνεύσουμε ό,τι μας ξέφυγε, θα εκμεταλλευθούμε τις ασάφειες και την πνευματική ανεπάρκεια των πολιτών. Θα του κατασκευάσουμε μνημείο στα μέτρα μας: ακίνδυνο».
Κι έφυγε ο Μάνος Χατζιδάκις γιατί αισθάνθηκε ότι δεν ανήκει σ’ αυτήν την χώρα. Η μουσική του κι η σκέψη του αισθάνθηκε ότι δεν ενδιέφεραν πια κανέναν. Οι φίλοι του όλοι είχαν αποχωρήσει από τούτον τον κόσμο, ο ένας μετά τον άλλο. Και μια Ελλάδα ανανοηματοδοτημένης και ουσιαστικής ελληνικότητας χάθηκε οριστικά. 
Η γενιά του Χατζιδάκι θεωρούσε ελληνικό ό,τι είναι αληθές. Έτσι κάθε «περιθωριακή» δημιουργία τελικά επιβαλλόταν από την δύναμη τής αλήθειας της κι αποκτούσε την διαχρονική αξία της. Για τους σκεπτόμενους και μη εξανδραποδισμένους Έλληνες βέβαια. Οι υπόλοιποι δεν ενδιαφέρουν τους δημιουργούς. Οι αληθινά μεγάλοι πορεύονται ερήμην και εις πείσμα των ερπετών και των εθνικοσοσιαλιστικοφρόνων.


Ο Χατζιδάκις μου έμαθε – όπως και σε πολλούς άλλους – την ακριβή σκέψη, την αξία τού ποιητικού ρεαλισμού, την άτεγκτη στάση έναντι των ξιπασμένων και των μετρίων, την ελευθερία στην έκφραση αλλά και την απόλυτη πειθαρχία στην εργασία. Μου έμαθε ακόμη την απέχθεια προς την επιπολαιότητα και τα μεγάλα λόγια, την καχυποψία προς κάθε μορφής εξουσία. Μου έμαθε να μη δειλιάζω και να μη συμβιβάζομαι άνευ αποσαφηνίσεως των εκάστοτε συνθηκών. Να με ενδιαφέρει μόνο η γνώμη των ανθρώπων που με ενδιαφέρουν κι όχι των ασχέτων. Μου δίδαξε τον αυτοσαρκασμό και την αίσθηση τής μηδαμινότητας τού εαυτού, που αντικειμενικά είναι μια κουκίδα στο σύμπαν. Μου αποκάλυψε την φρίκη τού παθητικού φασισμού, μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Γιατί έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Καλλιέργησε την μουσική μου ευαισθησία δείχνοντάς μου τον δρόμο για ν’ αποφεύγω τις κακοτοπιές τού μουσικού λογιοτατισμού. Και τέλος αποκατέστησε πολύ καθαρά μέσα μου την έννοια τού «λαϊκού» και πως η αμαρτία είναι βυζαντινή κι ο έρωτας αρχαίος. 
Πριν από μερικά χρόνια ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς έγραψε ένα άρθρο για τον «επικίνδυνο Ελύτη». Και διατύπωνε το ερώτημα: «Τι νόημα έχει να συναχθεί το φιλόλογο κοινό να τιμήσει την μνήμη τού Ελύτη ακούγοντας απαγγελίες στίχων του; Η σύναξη στην μνήμη αυτού τού μεγάλου Έλληνα μας θέλει πολίτες, όχι ποσοτικό άθροισμα από ιδιώτες καταναλωτές συγκινήσεων. Η «προοδευτική» μας διανόηση θαυμάζει ή αυθυποβάλλεται ότι θαυμάζει τον Ελύτη και δεν συμφωνεί σε τίποτα μαζί του». 
Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για την περίπτωση τού Μάνου Χατζιδάκι. Όταν ο Χατζιδάκις εξέφραζε με παρρησία δημόσια τις απόψεις του και δεν δίσταζε να καταλογίσει ευθύνες ή να στιγματίσει την ανηθικότητα συγκεκριμένων ανθρώπων τού δημόσιου βίου, τον χαρακτήριζαν «εθνικό υβριστή». Όταν περιφρουρώντας την εργασία του και την ξεχωριστή μουσική του αντίληψη, διέκοπτε μια συναυλία ή αποχωρούσε διαμαρτυρόμενος για την συμπεριφορά ενός κοινού που πήγαινε για να καταναλώσει μουσική και να διασκεδάσει κατά πώς ήθελε, χαρακτηριζόταν ιδιότροπος, σνομπ, ελίτ.
Όταν έγραφε αληθινή μουσική που εξέφραζε μια πολύ υψηλή έννοια τού τραγουδιού, τον χαρακτήριζαν λυρικό, ερωτικό, αισθησιακό, θέλοντας ο καθένας να δικαιολογήσει και να προβάλλει τα δικά του φτηνά συγκινησιακά αισθήματα στην μουσική τού Χατζιδάκι. Ο ίδιος έλεγε: "Πιστεύω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας". 
Όμως ο αληθινός Χατζιδάκις είναι αλλού. Βρίσκεται στα επικίνδυνα έργα του, που συμπυκνώνουν μια φιλοσοφία ζωής. Ενός βίου δημόσιου και ταυτόχρονα ιδιωτικού. Ο πραγματικός Χατζιδάκις μας αποκαλύπτεται στον «Μεγάλο Ερωτικό», στους «Παίδες επί Κολωνώ», στην «Εποχή τής Μελισσάνθης», στις «Μπαλλάντες τής οδού Αθηνάς», στον «Κύκλο του CNS», στην «Σκοτεινή Μητέρα», στους «Μύθους μιας γυναίκας», στα «Τραγούδια της αμαρτίας» και σε άλλα, άγνωστα στο ευρύ κοινό, έργα του. Θυμηθείτε την περίφημη φράση του: "Τα τραγούδια μου διδάσκουν την ανυπακοή και την ερωτική ανεξιθρησκία και παντοδυναμία στις πράξεις των νέων". 
Στα έργα που αναφέραμε συναντούμε τον επικίνδυνο Χατζιδάκι, τον αναρχικό - γιατί όχι; - Χατζιδάκι, τού οποίου οι ουσιαστικές υποθήκες παραμένουν μεθοδικά αποσιωπημένες. Αλλά στην δική του «επικινδυνότητα», ψηλαφούμε την αλήθεια, για την μουσική και την ζωή. «Μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο». 
Για παράδειγμα, δείτε τι έλεγε για όλα αυτά που έχουμε επιτρέψει να μας εκπροσωπούν: 
"Μας εκπροσωπεί η καλοζωία ευτελούς αισθητικής και χωρίς περιεχόμενο. Μια καλοζωία που βασίζεται περισσότερο στη νευρωτική εκτόνωση παρά στην απόλαυση, στην ηδονή θα έλεγα «για καλώς προπαρασκευασμένες επιθυμίες». Καλοζωία που ικανοποιεί συμπλέγματα και προκαταλήψεις. Ακόμη: Ένας χείμαρρος αυτοσχεδιαστικών αντιδράσεων, σ’ όλες τις περιοχές του δημόσιου βίου μας. Μια επιπόλαιη χάραξη προοπτικών και πολιτικής. Έλλειψη κοινού νου, και μια καταπιεστική παρουσία του εγώ μας, που τις περισσότερες φορές μας εμποδίζει να συνεννοηθούμε και να συνεργαστούμε πάνω στα τοπικά, αλλά και στα ευρωπαϊκά που άρχισαν ήδη να μας θίγουν και να μας απασχολούν. Τέλος: ένας ηθικοπλαστικός εθνικισμός που έχει τις ρίζες στην ανελεύθερη καταγωγή μας…"
Ο Χατζιδάκις εξακολουθεί να είναι επικίνδυνος μέσα από τα γραφτά του και τις μουσικές του. Όποιος κοινωνεί της τέχνης του, γίνεται σκληρός κι ευαίσθητος μαζί, μαχητικός κι άνθρωπος της παραίτησης ταυτόχρονα, παρεμβατικός και …φευγάτος την ίδια στιγμή. Ένα «συναμφότερον» που διέπει συνεχώς τον βίο. Που προϋποθέτει εσωτερική εγρήγορση και υψηλή συνειδητότητα. Ο Χατζιδάκις μας καλεί σε «μια αντιεξουσιαστική εκστρατεία: Έναν σιωπηλό πόλεμο που, αν συντελεστεί μ’ επιμονή, κάτι αληθινά καλό μπορεί να επιφέρει».


Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟΝ ΑΔΗ


ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟΝ ΑΔΗ 
Μεσημέρι στον Άδη 
Πάνω απ’ τους κοιμωμένους 
Περπατούν, σχεδόν χαρούμενοι, οι ζωντανοί 
Άνθη, άνθη φέροντες 
Στεφανάκια, μπουκέτα 
Και φλογίτσες μικρές 
Που τις τρεμίζει ο άνεμος 
Που τις σβήνει ο ήλιος 
Κεριά λεπτά 
Που ’χάσαν τα πέταλα 
Κι απομένουν μίσχοι ξεροί 
Μακρυσμένων φωνών τα εγκώμια 
Στον αέρα 
Λέξεις, μελωδίες και μύρα παλιά 
Μιας πομπής ατελεύτητης 
Που κρατάει αιώνες 
Αθέατη κάτω απ’ το χώμα 
Αθέατη κάτω απ’το φως… 
Κάθε Μεγάλης Παρασκευής 
Μεσημέρι. 

"ΓΗ ΜΉΤΗΡ", ύψιλον/βιβλία

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

ΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΕΩΝ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΖΙΑ


Το Γλωσσάριο των Ανθέων
Ανθολογία Ποιημάτων για Λουλούδια
εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω
Επιμέλεια έκδοσης: Δώρα Μέντη, Εκδόσεις «Πικραμένος», 2018

Η ΚΑΡΔΙΑ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ 
Πέρασε ὁ ἄνθρωπος
ποὺ πουλοῦσε τὸ Αἰώνιο Λουλούδι.
Κοίταξε τὸ ἀπέραντο πλῆθος,
ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά,
ἐργάτες ὑπαλλήλους, κερδοσκόπους...

Πῶς τὴν μεγάλη, τὴν θορυβώδη
συνάθροιση νὰ ἐξηγήσει
μὲ βλέμμα ταπεινοῦ πραγματευτῆ;

Ἕνα ἀγόρι φιλοῦσε ἕνα κορίτσι.
Γιατὶ μόνη ἡ καρδιὰ δὲν μποροῦσε.
Γιατὶ ἔρημη ἡ καρδιά μας κυνηγάει.

Πέρασε πάλι αὐτὸς ποὺ διαλαλοῦσε:
«Ἐντελβάις, τὸ Αἰώνιο Λουλούδι».
Κοίταξε τὶς σιλουέτες τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ κορίτσι φιλοῦσε τώρα τὸ ἀγόρι.
Τὰ πάντα καὶ τίποτα ποθοῦσε.
Τὸ Ἐντελβάις, τὸ Αἰώνιο Λουλούδι ἀναζητοῦσε.

*ΟΠΟΥ ΗΝ ΚΗΠΟΣ, Γιώργος Κοζίας, «Η καρδιά κυνηγάει εντελβάις» σελ. 202


Νίκου Εγγονόπουλου, «Το γλωσσάριο των ανθέων» 

την ποίησιν ή την δόξα; 
την ποίηση 
το βαλάντιο ή την ζωή; 
τη ζωή 
Χριστόν ή Βαραββάν; 
Χριστόν 
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην; 
την Γαλάτεια 
την Τέχνη ή τον θάνατο; 
την Τέχνη 
τον πόλεμο ή την ειρήνη; 
την ειρήνη 

την Ηρώ ή τον Λέανδρο; 
την Ηρώ 
την σάρκα ή τα οστά; 
την σάρκα 
τη γυναίκα ή τον άνδρα; 
τη γυναίκα 
το σχέδιον ή το χρώμα; 
το χρώμα 
την αγάπη ή την αδιαφορία; 
την αγάπη 
το μίσος ή την αδιαφορία; 
το μίσος 
τον πόλεμο ή την ειρήνη; 
τον πόλεμο 

νυν ή αεί; 
αεί 
αυτόν ή άλλον; 
αυτόν 
εσένα ή άλλον; 
εσένα 
το άλφα ή το ω μέγα; 
το άλφα 
την εκκίνηση ή την άφιξη; 
την εκκίνηση 
την χαράν ή την λύπην; 
την χαρά 
την λύπην ή την ανίαν; 
την λύπη 
τον άνθρωπο ή τον πόθο; 
τον πόθο 
τον πόλεμο ή την ειρήνη; 
την ειρήνη 

ν΄ αγαπιέσαι ή ν΄ αγαπάς; 
ν΄ αγαπώ 
Από τη συλλογή Έλευσις (1948)

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ


Του Νίκου Παλουμπιώτη 
«Μη ζητάτε ρολόι δεν υπάρχει, γιατί όπως σας εξήγησα βρισκόμαστε σε μια βαθειά σπηλιά. Υπάρχει όμως το μεγάλο εκείνο μάτι μέσα στο πλεχτό κλουβί, υπάρχει και η καρδιά μου που σημαίνει τις ώρες και σας οδηγεί μέσα απ’ το σκοτάδι». 
«Πρέπει να λέγεται εκείνο που είναι αδύνατον να ειπωθεί». 
Θα πει ο Επαμεινώνδας Γονατάς. 
Ένα ποιητικό κείμενο είναι ένα δώρο, μια πράξη ανθρώπινης αλληλεγγύης και σαν τέτοιο πρέπει να προσεγγίζεται από τον αναγνώστη, γιατί ο δωρητής συμπάσχει μαζί του. Οι ποιητές – διάκονοι της τέχνης, ακριβοί φίλοι εκ περάτων, γεννήματα της μιας ματιάς, κινούνται σε αόρατο χώρο. 
Μιας στιγμής συγκίνησις που μάχεται τη φθορά. 
Κεραστές σε τόπο αμόλυντο. 
Από πού να αρχίσεις κανείς για να προσεγγίσει ένα έργο που τον γοητεύει; Την καταγωγή του; Τα χέρια που το έγραψαν; Και τι γίνεται όταν ο δωρητής – δημιουργός είναι στην αφάνεια; 
Στην περίπτωση του Γονατά έχει μια δυσκολία να γράψει κανείς ένα κείμενο. Είναι προσωπικό το μοίρασμά του, ένα δώρο. Όπως έλεγε ο ίδιος, ο αναγνώστης πρέπει να δείχνει συνενοχή και αλληλεγγύη. 
Ο Ε.Χ. Γονατάς γεννήθηκε 10 Ιουλίου του 1924. Γόνος πολιτικής οικογένειας με καταγωγή απ’ το Αϊβαλί. Παιδί παίζει κουκλοθέατρο για τους φίλους του, όπως εμείς παίζαμε για τους δικούς μας στη μικρή αυλή μ’ ένα σεντόνι τεντωμένο και κεριά το θέατρο σκιών των ονείρων μας. 
Όσο ζούσε ήταν για πολλούς ο μεγαλύτερος ζων ποιητής της Ελλάδας. Έζησε σε θεληματική απομόνωση. Ένας ποιητής που δεν επιδίωξε να τιμηθεί, δεν δημιούργησε αυλή, δεν είχε διασυνδέσεις με το κατεστημένο, δεν παρίστανε το δάσκαλο. Αλλά υπηρέτησε την ποίηση ψυχή τε και σώματι, με πείσμα. 
Ο καταλληλότερος τρόπος να παρουσιάσεις έναν ιδιάζοντα λογοτέχνη σαν τον Επαμεινώντα Γονατά, είναι σαν να βουτάς στο βυθό της Θάλασσας, χωρίς να διαταράξεις την επιφάνειά της. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1945 με το πρώτο του αφήγημα «ο Ταξιδιώτης». Το 1959 με τον Παπαδίτσα συνεργάζονται για το περιοδικό «Πρώτη Ύλη». Εκεί, η συλλογή του Γονατά «η Κρύπτη». Το 1963 τα διηγήματα «το Βάραθρο» και «οι Αγελάδες». Ο «φιλόξενος Καρδινάλιος» το 1986, «Η Προετοιμασία» το 1991, και λίγο πριν το θάνατό του «οι Τρεις Δεκάρες». 
«Δεν είμαι ονειροποιός, ότι γράφω είναι βιωμένο» συνήθιζε να λέει. Τόνιζε επίσης ότι δεν είναι συγγραφέας «του εξαιρετικού, αλλά της εξαίρεσης». 


Σπούδασε νομικά και εργάστηκε για πολλά χρόνια ως δικηγόρος. Ήταν παντρεμένος με την Άννα Κατεβαίνη από το 1950 για 30 χρόνια, έως το θάνατό της το 1980. Το 1982 εξέδωσε συλλογή ποιημάτων της. Τιμούσε τη φιλία παρά την τάση του για απομόνωση. Ο κύκλος του, εκτός από το Δημήτρη Παπαδίτσα: ο Μίλτος Σαχτούρης συμμαθητής του, ο Νίκος Καχτίτσης, αλλά και ο δάσκαλός του, ο Νίκος Εγγονόπουλος. Αυτός τον ξεχώρισε, αφανής που ήταν μέχρι το 1976, από μία συνέντευξή του.
Το 1991 στο μικρό του αφήγημα «η Προετοιμασία» καταγράφει τις αποτυχημένες προσπάθειες ενός γιατρού να ζυγίσει το κεφάλι του σε μία πλάστιγγα και να δοκιμάζει ξανά και ξανά. Παραλογισμός εκ πρώτης όψεως. Όμως αφήνει να εννοηθεί ότι μόνο όταν είναι κομμένο το κεφάλι μπορεί να ζυγιστεί. Ένα παράδειγμα της μεταφυσικής του αγωνίας, για την ύπαρξη και την τραγικότητα. 
Στην αφήγηση και στην ποίηση έχει σημασία τι δεν θα πεις, όχι τι θα πεις. Ο αναγνώστης θα πρέπει να βρει αυτά που κρύβονται για να είναι συνένοχος του ποιήματος. Η αυτοβιογραφία δεν τον ενδιέφερε σαν είδος λογοτεχνικό ούτε η λογοτεχνία που κρύβει τέτοια στοιχεία. Πίστευε στην αυτονομία του έργου. 
Έφυγε από τη ζωή στις 25.3.2006. Μία εβδομάδα αργότερα κυκλοφόρησε η αποχαιρετιστήρια συλλογή του «οι Τρεις Δεκάρες».
«Σήμερα έχω τα γενέθλιά μου, έρχονται συγγενείς και φίλοι να ευχηθούν να τα εκατοστήσω. Το πιο απρόσμενο δώρο ήταν ένα κιβώτιο μεγάλο, μακρόστερνο που το έφερε ο νουνός μου, το οποίο τοποθετήθηκε όρθιο και στο επάνω μέρος το γνωστό χέρι με το δείκτη να δείχνει προς τον ουρανό». Φαντασία ανατριχιαστικά πραγματική. 
Αυτοεξόριστος από την εποχή του, τρέφεται από τον υπερρεαλισμό, έχοντας αποσχιστεί από τον παρόντα κόσμο, αδιάφορος για τους αγχώδεις ρυθμούς της σύγχρονης ζωής. 
Το έργο του δεν κατατάσσεται κάπου. Διεκδίκησε τη δική του ταυτότητα με πραγματική δημιουργία, με συνεπή αποχή από την τρέχουσα δημοσιότητα και έξω από λογοτεχνικές συμβάσεις. Ξαναβάζει στην ποίηση αυτό που κάποιοι θέλησαν να αγνοήσουν ή να υποβαθμίσουν. Το ήθος σαν στάση ζωής.
«Ανεβαίνοντας τον λόγο αντίκρυσα στον ορίζοντα τις ατελείωτες πλούσιες φυλλωσιές του δάσους, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Δεν ένοιωσα όμως καμία δροσιά στην ψυχή μου. Φτάνοντας στην κορυφή παρατήρησα πως ο λόφος κι απ’ την άλλη μεριά ήταν ολότελα γυμνός. Σ’ όλη την έκταση γύρω ούτε ένας κορμός δένδρου. Μόνο στον ουρανό πλέανε αθόρυβα φύλλα, τα αμέτρητα πράσινα φύλλα που είχα δει από μακρυά σαν δίχτυα κρεμασμένα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Τρέμανε όλα μαζί στον αέρα, μα δεν σκόρπιζαν, όπως τ’ αστέρια, μ’ όλο που κανένα κλαδί, κανένα κοτσάνι δεν τα βαστούσε. Δεν κρατήθηκα – “Και πώς ξεκουράζονται εκεί τα πουλιά;” είπα. Σ’ αυτά τα δέντρα έρχονται μόνο οι σκιές των πουλιών να καθίσουν, μου εξήγησαν ήσυχα με μια φωνή οι δύο άγνωστοι που με συντρόφευαν.
“Ναι βλέπω” φώναξα. “Κοπάδια πουλιά κουρνιάζουν στα φυλλώματα χωρίς τα κορμιά τους”. 
Οι σύντροφοί μου κοιτάχτηκαν μ’ απορία. 
“Εσύ ποιος είσαι που μπορείς και τα βλέπεις;” γυρίζει και μου λέει ανήσυχος ο ένας. Πριν προλάβω ν’ απαντήσω σκύβει στο διπλανό του και τους ακούω να ψιθυρίζουν. 
“Πώς βρέθηκε αυτός μαζί μας; Για δωσ’ μου τον κατάλογο να ρίξω μια ματιά”. 
“Δεν τον έχω απάνω μου. Μα τι τον ρωτάς; Αφού είδε, δικός μας θα’ ναι κι αυτός. Σ’ το έχω ξαναπεί, να κλείνει καλά όταν βγαίνεις”. 
Η καμπάνα σήμανε μακρυά. Με πήραν απ’ το χέρι κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε αμίλητοι τη χωματένια σκάλα. Ψηλά από πάνω μας φαινότανε ο ουρανός σκούρος γαλάζιος, στολισμένος με τα πρώτα αστέρια. Άνοιξαν τη φαρδιά καγκελόπορτα και μ’ έσπρωξαν σ’ έναν απέραντο κήπο, γεμάτο άσπρους, στρογγυλούς βράχους. Πουθενά δεν φαίνονταν λουλούδια. Μονάχα πρασινάδες. Όμως μια γνώριμη άχνα έβγαινε μέσα απ’ τη γη, μεθυστική σαν λιβάνι». 
Στις απέραντες εκτάσεις του ουρανού περιπλανιούνται στο δίχως ηλικία χρόνο οι σκιές των πουλιών. Οι ποιητές είναι οι σκιές των πουλιών. Τα πουλιά είναι τα όνειρά τους. Οι άσπροι στρογγυλοί βράχοι και οι πρασινάδες δείχνουν ίσως εικόνα νεκροταφείου πίσω από την καγκελόπορτα. Ίσως τόπο πνευματικό στο επέκεινα, όπου η ευωδιασμένη άχνα της γης σαν λιβάνι προέρχεται από λείψανα Αγίων ή Ηρώων. 
Η παραδοξότητα του παραμυθιού και καταστάσεις υπερβατικές. Δεν έχουν να κάνουν με την ανακάλυψη ενός άλλου κόσμου μη ανθρώπινου, αλλά με την ανακάλυψη στοιχείων αυτού του κόσμου. Ο κόσμος του Γονατά ιδιαίτερος, όπως η αγάπη του για τη φύση και η εμμονή του με το θάνατο. 
«Η μόνη φιλοσοφία που αναγνωρίζω είναι η βιωμένη. Δεν είμαι θεωρητικός. Λειτουργώ με εικόνες, με ένστικτα, με παρορμήσεις. Με ενοχλεί η σπουδαιοφάνεια στους συγγραφείς. Δεν μου αρέσουν οι συγκεχυμένες απόψεις και οι κουρελούδες γνωμών». 
Ένα προαίσθημα θανάτου ενυπάρχει στα κείμενά του, κάτι πρωτόγνωρο και κάτι σαν όνειρο, σαν να είναι το αναπόφευκτο μια επικείμενη απόδραση. 
ΙΚΕΣΙΑ: «Μπροστά μου υψωνόταν το πανάρχαιο δέντρο με τη χαλκοπράσινη φυλλωσιά. Μια βραχνή φωνή αντήχησε μες στην ψυχή μου. Έπεσα στα γόνατα. Καθώς προσευχόμουν, είδα τα χέρια μου ικετευτικά να φεύγουν απ’ τους ώμους μου και σαν περιστέρια να περνούν ψηλά φτερουγίζοντας και να χάνονται μέσα στα φουντωμένα κλαδιά που σκιρτούσαν». 
«Των νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής» (Αποκ. 2,7). 
Το ιερό δέντρο, Το δέντρο της ζωής. Ο ποιητής θέλει να βγει έξω απ’ τον εαυτό του ικετεύοντας, να φράσει και να γευτεί τους καρπούς της αθανασίας απ’ το πανάρχαιο δέντρο. Ο ποιητής βρίσκεται σε διαρκή επαφή με την ελευθερία και τη φαντασία του ποιητικού λόγου. 
Κάποιοι τον θεωρούν αιρετικό δια βίου, μοναχικό και ιδιότυπο στα ελληνικά γράμματα. 
Στο πλαίσιο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας τράβηξε το δικό του δρόμο. Στο έργο του υπάρχει μια εμμονή γύρω απ’ το κρυμμένο και από έννοιες όπως το αόρατο, και αυτό που οι μη ασκημένες αισθήσεις αδυνατούν να διακρίνουν. 
Ο Γονατάς δεν προτάθηκε για το κρατικό βραβείο ποίησης ή πεζογραφίας. Αντιθέτως βραβεύτηκε για το μεταφραστικό του έργο. Αναφέρεται απ’ τους κριτικούς άλλοτε ως ποιητής και άλλοτε ως πεζογράφος. Ενώ το έργο του χαρακτηρίζεται ως «πεζογραφήματα» ή «πεζά ποιήματα». 
«Έχουμε πολλά να διδαχτούμε απ’ τους κλασσικούς. Εγώ έψαχνα το μοντέρνο μέσα στο παλιό. Είχα διαπιστώσει ότι ο υπερρεαλισμός, ενώ τάραξε τα νερά της λογοτεχνίας, δεν έδωσε έργο ο ίδιος. Απλώς μας εφοδίασε με μια άλλη όραση ώστε να μπορούμε να βλέπουμε καινούρια είδη μέσα σε παλιά κείμενα». 
Σε πολλά κείμενα του Γονατά διακρίνουμε ένα έντονο άγχος και αγωνία, τα οποία θα μπορούσαμε να τα αποδώσουμε σε μία υπαρξιακή αγωνία του συγγραφέα, που δεν είναι άσχετα με τη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή πραγματικότητα. 


Η ΚΡΥΠΤΗ: «Η πληγή θρέφει τα χείλη της. Σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά και ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή, που σκύβει και τη φιλάει. Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα. Ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους. Γι αυτό τ’ αγαπούν, και σε ώρες μοναξιάς, που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν με λατρεία, τα φιλούν, τα βαθιά σκοτεινά τραύματά τους». 
«Τα σακατιλίκια της ζωής» που λέει ο Βολς. 
Οι ουλές, σωματικές και ψυχικές, είναι ο εαυτός μας. Άλλοτε αυτοκαταστροφικός ή με σημάδια διάβρωσης και πόνου, άλλοτε αλήθειας ή δαιμονισμού ή αντίφασης. Σημάδια από άμυνες στον αόρατο πόλεμο. Ουλές που είναι τα κεκτημένα που μπορεί να οδηγήσουν στην κάθαρση, γι αυτό τις αγαπάμε.


Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ: «Η ξύλινη πόρτα έτριξε ανοίγοντας και μια μακρυά γενειάδα στρώθηκε στα πόδια μας κι έφεξε τις μορφές μας μες στο σκοτάδι. Περνώντας πάνω της μπήκαμε στην καλύβα. Δυο κορμοί δέντρων ήταν γερμένοι, για καθίσματα, καταγής. Αφού φιλήσαμε πρώτα το χέρι του γέροντα, αρχίσαμε να γδυνόμαστε. Εκείνος είχε τραβηχτεί σε μια γωνιά και δίχως να μας προσέχει κούρντιζε ήσυχα το πανάρχαιο βιολί του, απ’ όπου έσταζαν κάθε τόσο δάκρυα κερί». 
Η γενειάδα συγκατάβαση στα πόδια τους και η καλοσύνη που αστράφτει. Μετά αφού κατέθεσαν τα σεβάσματά τους στο γέροντα με το χειροφίλημα, η απογύμνωση των παθών και η κένωση. Διακριτικά τα χοντρά δάκρυα κατάνυξης γίνονται διαμαντικά κέρινα, έτοιμα να πανηγυρίσουν απ’ το πανάρχαιο βιολί. 
Η ΑΝΟΙΞΗ: «Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη – το ‘νοιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού – κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες – φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε. 
Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτεερά αποκαλύφθηκαν. Ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά – σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του. 
Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ’ τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ’ τις φτερούγες του και μου είπε: “Ακόμα λίγο και η Άνοιξη αυτό το χρόνο θα’ μενε κρυμμένη στη γη”». 
Το μαχαίρι που σκίζει τη γη είναι η γραφίδα του ποιητή πάνω στο χαρτί που χαράσσεται. Χαράσσεται και ο ίδιος γράφοντας με το αίμα του, όπως κάθε ποιητής. 
«Και το αίμα μου μέλαν, όθεν βάπτω και γράφω το άνθος το γλυκάζον εμοί γέγονεν τιθύμαλλος». 
 - Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός. 
Πέρα από την εξωτερική πραγματικότητα αποκαλύπτεται και τι υπάρχει πέραν του αισθητού κόσμου. «Αθέατη ρωγμή» που λέει ο Ελύτης. 
Ο Γονατάς σκάβει βαθειά για να διακρίνει εκείνο που δεν διακρίνεται, είτε επειδή ξεφεύγει από τα όρια της λογικής (το παράδοξο, το παράξενο) ή τον έλεγχο της συνειδητής πλευράς της προσωπικότητας (το ονειρικό), είτε επειδή μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασήμαντο και τετριμμένο, γιατί η προσοχή των διαβατών έχει απορροφηθεί από άλλα, δήθεν σημαντικά και σπουδαία, που τους θολώνουν την όραση και τους αποξηραίνουν τη σκέψη. 
Ο ΤΙΓΡΗΣ: «Η νύχτα με το μουσούδι υγρό, περνάει ανάμεσα στα δέντρα και μέσα απ’ τα χωράφια με τα νερά και τα καλάμια. Στην σοφίτα του παλιού σπιτιού φέγγει ένα πορτοκαλένιο φως. Είναι μια άδεια κάμμαρη με σπασμένα τζάμια. Τρεις ωραίες φωτιές ανάβουν πάνω στο φαρδύ κρεβάτι που αιωρείται μ’ αλυσίδες στη μέση της κάμαρης. Ένα ξασκημένο χέρι με μαύρο γάντι και δαχτυλίδι τις πιάνει απαλά και τις φυτεύει σε μια αραχνιασμένη γλάστρα. Μια μικρή τίγρης με μαύρες ραβδώσεις που ήταν κρυμμένη πίσω απ’ το κουμάρι, βγαίνει απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Χάνεται μες στο ψηλό χορτάρι του κήπου. Στα πόδια της φοράει κίτρινους μενεξέδες. Θα ξαναρθεί όμως αύριο το βράδυ. Όλη τη μέρα στο βαγόνι του τραίνου που θα την οδηγεί στο κλουβί της, και ύστερα στον απέραντο παγωμένο στίβο την ώρα της παράστασης, θα νοσταλγεί το χάδι του χεριού με το μαύρο γάντι. Θα ‘ρθει ξανά αύριο το βράδυ, νοσταλγική και υπάκοη στη διαταγή του γαντοφορεμένου χεριού, ν’ ανάψει τις φωτιές απάνω στο φαρδύ κρεβάτι». 
Η τίγρης πότε βγαίνει απ’ το κουμάρι, πότε πετάγεται από τα σπλάχνα του ποιητή θυμωμένη. 
«Είμαι η φωνή σου, ταξιδεύω πάντα μαζί σου, δεν σ’ αφήνω, αλοίμονο να σε άφηνα μονάχο! Είμαι η Τίγρης η συνταξιδιώτισσα. Ταξιδεύουμε πάντα οι δυο μας, όλα τα είδαμε και τα χαρήκαμε μαζί. Φάγαμε και ήπιαμε οι δυο μας στα τραπέζια της ξενιτιάς. Πονέσαμε μαζί, χαρήκαμε μαζί. Πολιτείες, γυναίκες, ιδέες. Κι όταν φορτωμένοι λάφυρα, γεμάτοι πληγές, γυρίζαμε στο ήσυχο κελί μας, η Τίγρης ετούτη γατζωνούνταν αμίλητη στην κορφή του κεφαλιού μου, εκεί είναι η σπηλιά της. Χώνει τα νύχια της στο μυαλό μου, κι οι δυο άλαλοι, τα όσα είδαμε και λαχταρίζουμε, τα όσα έχουμε ακόμα να δούμε.
Χαιρόμαστε που όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος, είναι βαθύ αξεδιάλυτο μυστικό, ακατανόητο, πέρα από το νου, απ’ την πεθυμιά, απ’ την βεβαιότητα. Κουβεντιάζουμε η Τίγρη η συνταξιδιώτισσα κι εγώ, και γελούμε με την αχορταγιά μας, κι ας ξέρουμε πως ένα βράδυ, σίγουρα θα δειπνήσουμε με μια φούχτα χώμα και θα χορτάσουμε. Τι χαρά είναι ετούτη, ω ψυχή του ανθρώπου, ω Τίγρη συνταξιδιώτισσα, να ζεις, ν’ αγαπάς τη γης ανθρώπου και να κοιτάζεις το θάνατο και να μην φοβάσαι».
- Αναφορά στον Γκρέκο, Ν. Καζαντζάκης. 


Ως μεταφραστής ο Γονατάς δείχνει την ίδια προσοχή και επιμέλεια που δείχνει και με τα δικά του έργα, για την απόδοση στα Ελληνικά ξένων λογοτεχνικών κειμένων. Έχει επιλέξει έργα λογοτεχνών με τους οποίους αισθάνεται ότι διατηρεί κάποια εκλεκτική συγγένεια, όπως του Ιβάν Γκολ, του Βολς, του Μπετενκούρ, του Κόλεριτζ, του Φλωμπέρ και του Λίχτενμπεργκ. 
Διανοούμενος, υπήρξε γνώστης της Γερμανικής και Γαλλικής φιλολογίας. Ο Γάλλος ποιητής Πιέρ Μπετενκούρ θεωρεί το αφήγημα «Η επίσκεψη» από το βιβλίο «οι Αγελάδες» σαν ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. 
Κάποια κείμενα του Γονατά γεννήθηκαν στο πλαίσιο της μεταφραστικής ενασχόλησής του με τα κείμενα του Λίχτενμπεργκ, αφού αφηγούνται περιστατικά τα οποία ανακλήθηκαν στη μνήμη του κατά την ανάγνωση φράσεων του Γερμανού διανοητή. Το ίδιο κείμενο λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε δύο χρονικά απομακρυσμένους συγγραφείς. 
Ο Λίχτενμπεργκ, ακούραστος θεατής της μυστικής ζωής, διορατικός κι επίμονος, όπως τον χαρακτηρίζει ο συνομιλητής του Γονατάς, σημειώνει: «Αυτό που πάντα μου άρεσε στον άνθρωπο είναι ότι μπορούσε να χτίζει το Λούβρο, τις αιώνιες πυραμίδες και τον άγιο Πέτρο της Ρώμης, και συγχρόνως να εκστασιάζεται θωρώντας μια κυψέλη μελισσών ή ένα σαλίγκαρο μέσα στο καύκαλό του». 
Ο Γονατάς δείχνει την προτίμησή του σε συγγραφείς που ήταν πριν από οτιδήποτε άλλο ποιητές με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Το παράδοξο και το ουτοπικό μέσω εικόνων το καθιστά πραγματικό. Έτσι και η αρχαία ελληνική μυθολογία, ερμηνεύει το πραγματικό μέσω εικόνων και φανταστικών συλλήψεων. 
Το μεταφραστικό ενδιαφέρον για τον Βολς δείχνει τη συγγένεια που νοιώθει ο Γονατάς με αυτόν τον «εραστή του απόλυτου», όπως τον χαρακτηρίζει. Η φράση μάλιστα στο Βάραθρο, «Η πείρα πως όλα είναι ανεξήγητα οδηγεί στο όνειρα» ανήκει στον Βολς. 
Σχετικά με το ποιητικό έργο του Ιβάν Γκολ έχει μεταφράσει και σχολιάσει ποιήματά του απ’ όλες σχεδόν τις περιόδους της δημιουργίας του. Είναι η πρώτη, τόσο πλήρης ανθολογία του έργου του Γκολ. Εκεί ο αναγνώστης παρακολουθεί στίχο – στίχο, εικόνα την εικόνα, την εκρηκτική ποιητική διαδρομή ενός ανθρώπου που έζησε στην κόψη του ξυραφιού, σ’ όλα τα επίπεδα. Εβραϊκής καταγωγής, κρύβει το πρόσωπό του με τα πολλά ψευδώνυμα. Φιλειρηνιστής και προοδευτικός, θα στηλιτεύσει στους στίχους του τον πόλεμο. Θα συναναστραφεί μ’ όλους τους μεγάλους συγγραφείς, ποιητές, ζωγράφους, Γάλλους και ξένους, αναζητώντας τη δική του φωνή στην ποίηση, στην πεζογραφία. Ο Γκολ θα περάσει στην αλήθεια της αναζήτησης του Όντος και στη διαρκή πάλη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. 
Ο Γονατάς συμβάλλει στην αποκατάσταση του ποιητή, που το έργο του ήταν σ’ έναν κύκλο σιωπής, αποδίδοντας με τρόπο μοναδικό τη βαθύτερη ουσία και ομορφιά της ποίησής του. 


ΟΙ ΠΟΡΤΕΣ του Ιβάν Γκολ, μετάφραση Γονατά. 
«Πέρασα μπροστά από τόσες πόρτες 
μέσα στο διάδρομο των χαμένων φόβων 
και των φυλακισμένων ονείρων. 
Άκουσα πίσω από πόρτες δέντρα που τα βασάνιζαν 
και ποταμούς που προσπαθούσαν να τους δαμάσουν. 
Πέρασα μπροστά απ’ την χρυσή πόρτα της γνώσης, 
μπροστά από πόρτες που έκαιγαν και δεν άνοιγαν 
μπροστά από πόρτες που κουράστηκαν να μένουν πολύ καιρό κλειστές, 
κι από άλλες σαν καθρέφτες απ’ όπου περνούσαν μόνο Άγγελοι. 
Υπάρχει όμως μια πόρτα απλή, δίχως σύρτη ούτε μάνταλο 
στο βάθος του διαδρόμου, απέναντι απ’ το ρολόι, 
η πόρτα που οδηγεί πέρα από ‘σένα. 
Κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ». 
Κάποιες φορές πίσω από κλειστές πόρτες είναι οι πιο δυνατοί που κλαίνε και δίνουν μάχες που δεν έχεις ακούσει ποτέ γι αυτές. Είναι αυτοί που αγαπάνε πέρα από κάθε ελάττωμα, χωρίς όρια. Πρέπει να κατέχει κανείς άλλου είδους αντρειοσύνη και άλλου είδους ελευθερία για να σπρώξει κανείς αυτή την πόρτα. Είναι ο άλλος Τόπος, ο Ερωτικός, ο Ανυπόταχτος. 
«Κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ αυτή την πόρτα». 
Το λεπτοφυές πέρασμα είναι πολύ δύσκολο να διατυπωθεί με λόγια. Προσπαθεί να πει κανείς με λόγια μεταφορικά και παραβολές. Έτσι και ο ποιητής, κάθε ποιητής, υπαινίσσεται, εκμυστηρεύεται, μεταπλάθει και στο τέλος πάσχει. «Θα μιλήσει μέσω των λέξεων και κυρίως των διαστημάτων σιωπής. Η σιωπή και ο ψίθυρος δεν χωρούν στην κοινωνία» θα πει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 
«Κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ αυτή την πόρτα». 
Ο άνθρωπος προτιμά τη σιγουριά της ακινησίας και όχι το επισφαλές αποτέλεσμα της κίνησης. «Και είναι κρίμας ο ισόβιος εγκλεισμός στην κιβωτό της ανάγκης» που λέει ο Ελύτης. 
Έρχεται στη ζωή και φεύγει άγευστος και ανυποψίαστος στα μυστήρια. Ανέραστος, εθελόδουλος, νάρκισσος. Ζει σ’ έναν τόπο απ’ όπου ξορκίζεται η έκπληξη, η συγκίνηση (όχι ως ανόητος συναισθηματισμός) και βιώνεται η ελευθερία ως βάσανο, γιατί δεν ξέρει τι να την κάνει και γιατί έχει ευθύνες. Το πέρα από ‘σένα μπορεί να είναι ο Άλλος, η δική του αλήθεια, η δική του ελευθερία. 
«Όλα όσα βλέπουμε είναι οφθαλμαπάτη. Οι άνθρωποι είναι εντελώς τυφλοί. Δεν μπορούν να δουν παρά το ολοφάνερο» θα πει ο Βολς. 
«Κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ αυτή την πόρτα» 
«Εγώ ειμί η θύρα· δι εμού εάν τις εισέλθει, σωθήσεται, και εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει» (Ιωάν. 10, 9-11). 
«Το αδοκίμαστο και το από αλλού φερμένο, δεν το αντέχουν οι άνθρωποι» θα πει πάλι ο Ελύτης.
Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τη ζωή, αλλά και που είναι έτοιμοι να την αποχωριστούν. 
«Κανείς δεν τη σπρώχνει ποτέ αυτή την πόρτα». 
Ούτε για να μπει φρέσκος αέρας. 
Η πόρτα που οδηγεί πέρα από ‘σένα μπορεί να είναι ο ίδιος σου ο εαυτός και οι άγνωστες περιοχές του, και μπορεί να γίνουν θυρανοιξία. 
«Πρέπει να επιδιώκεται εκείνο που δεν θα προσεγγιστεί ποτέ» θα πει ο Γονατάς. 
«Ο ήλιος γέμισε πορτοκάλια το δωμάτιο. 
Απ’ τα χαλιά ξεκόλλησαν πουλιά. 
Καθώς πετούσαν ολόγυρα. 
Τα έπιπλα καθρεπτίζουν τις ωραίες τους φτερούγες που διώχνουν μακριά το θάνατο». 
«Πρέπει να λέγεται εκείνο που είναι αδύνατον να ειπωθεί». 
Του καταλάθος κατοίκου αυτής της εποχής, 
Επαμεινώνδα Χ. Γονατά. 
Του Εγκλείστου.


Related Posts with Thumbnails