Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Λαδάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Λαδάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

«Οι μισές απόκριες ανήκουν στους νεκρούς»...


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
«Οι μισές απόκριες ανήκουν στους νεκρούς», λέει ο ποιητής, παραπέμποντας ίσα στα συναξάρια:
Το Σαββάτο προ της Απόκρεω (Ψυχοσάββατο) «μνήμην επιτελούμεν πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων» και το Σάββατο της Τυρινής «μνήμην επιτελούμεν πάντων των εν ασκήσει λαμψάντων». Οι νεκροί μάς καλούν σ’ ένα «διπλό ταξίδι». Σε μια εσχατολογική προοπτική όπου ο υλικός κόσμος χάνει τη συνοχή του και ο χρόνος τη διάρκειά του καθώς «παγιδευμένοι είμαστε στην αβεβαιότητα…».
Η «μελέτη θανάτου» των αρχαίων και η «μνήμη θανάτου» των χριστιανών, συναντώνται εκεί όπου «ξαφνικά πρόσωπο ζωντανό φορά μάσκα θανάτου». Και ζει το πρόσωπο ζώντας τον θάνατό του. Χωρίς, ίσως, να το ξέρει.
«Κι όποια μνήμη κρύβεται στο κρυφτό
φοβάται πως για πάντα θα χαθεί
κι όποια κρύβεται νεκρή
φοβάται πως ζωντανή θα τη βρούν».
Η μνήμη που κρύβεται στο κρυφτό γεννάει λήθη. Η άλλη που κρύβεται νεκρή τίκτει αιωνιότητα. Τα πάντα, στην ποίηση του Β. Αρφάνη, διηγούμενα φθορά, θάνατο και ματαιότητα, υποδηλώνουν την αναζήτηση και τα βάθη κάποιου άλλου Είναι. Το Είναι του Ενός Καθολικού Προσώπου που ανακαλύπτεται διά της αγνωσίας:
«Χωρίς να ξέρω το ένα πρόσωπό μου
το ένα και μοναδικό που σε μια μόνο πόλη ζει
σε ένα σπίτι μόνο επιστρέφει
μόνο μια πόρτα ανοίγει».
Η αιωνιότητα, δια της μνήμης θανάτου, κρούει την θύρα της ψυχής, που είναι κλειστή από το φόβο. Την ανοίγει και κατοικεί μόνιμα πια εκεί ο «άφοβος φόβος» που φέρνει η τελεία συναίσθησις του θανάτου.
Το Καρναβάλι του Β. Αρφάνη είναι, λοιπόν, τα παιδικά χρόνια, τα παιχνίδια στον κήπο, χορός με τους αθέατους, οδυνηρή εναλλαγή προσώπου και μάσκας, «σώματα που είναι άφαντα από χρόνια», σπίτια μνήμης, μνήμες που με δείπνο μοιάζουν, η εικόνα της μάνας του που χορεύει κοκέτα, δυο ερωτευμένοι που δεν γνωρίζονται, ο χαρταετός στον ουρανό μαζί με το πέταγμα του εαυτού, ένας καφές μοναχικός – συνομιλία με το χρόνο, προσκλητήριο νεκρών, μνήμη θανάτου.
Το Καρναβάλι του Β. Αρφάνη είναι ένα φιλί. Ένα φιλί ηδονικό που δίνει στο Χάρο «ο ωραίος της παρέας που μοιραία γυναίκα είχε ντυθεί», ένα
«φιλί ειρηνικό
που έκανε ύστερα τον γύρω της παρέας
σαν το κοινό ποτήρι το κρασί
στα μυστικά μας δείπνα».
Στο Καρναβάλι του Β. Αρφάνη η Κυριακή βάφεται Κόκκινη. Συναντάς ζευγάρια που γλίτωσαν από τους κεραυνούς, μικροπωλητές που στους πάγκους στεγνώνουν τα μάγια, παλιούς θεούς ανάμεσα στα τραπεζάκια, ζητιάνους που γλίτωσαν από τις κατολισθήσεις και φοράνε τα καλά τους γάντια. Και για φινάλε: «Η πόλη επέζησε χάρις στο Θεό».
Και ο Θεός ζει δια της μνήμης θανάτου. Η μνήμη του θανάτου δίνεται στον άνθρωπο από τον Θεό, για να τον σώσει από τον θάνατο, λένε οι Πατέρες. Εδώ ο ποιητής ιστορεί τις δικές του Απόκριες ως γεγονός υπαρξιακό, που προϋποθέτει νηφάλιο μέθη μιας αυξανόμενης μνήμης θανάτου, που πάσχει τα ανθρώπινα και τα θεία.
Από τη συλλογή ΑΠΟΚΡΕΩ του Βασίλη Αρφάνη (φιλολογικό ψευδώνυμο του πατρινού λογοτέχνη Βασίλη Λαδά), η οποία εκδόθηκε στα 2004 (Αθήνα, εκδ. Γαβριηλίδης), επέλεξα και διάβασα στην πρώτη εκδήλωση με τον γενικό τίτλο "Πατρινοί συνθέτες - Πατρινοί ποιητές", που διοργανώσαμε με το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στην Αθήνα, το ποίημα "Με κρασί και μύρα"
"Με κρασί, με μύρα, με αρώματα
θα πλύνω τα κόκαλά σου..."
Γιατί όπως λέει ο ποιητής: «Οι μισές απόκριες ανήκουν στους νεκρούς»...
"Στο δεύτερο σπίτι με καλούν 
με αθέατους να χορέψω
με τους αόρατους 
που ψιθυρίζουν στους δρόμους
πίσω από την πλάτη μας
πως οι μισές αποκριές 
ανήκουν στους νεκρούς...". 

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2023

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΑ "ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΑ" ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ"


Παναγιώτης Ανδριόπουλος, ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΑ, Εκδόσεις S@mizdat 2022 
In Κριτική by mandragoras 14 Δεκεμβρίου, 2023 
Βασίλης Λαδάς 
Σε δύο μέρη: πολιτιστικά το πρώτο, εκκλησιαστικά το δεύτερο. 
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου "Ελληνορωσικά" του Παναγιώτη Ανδριόπουλου, Θεολόγου, μουσικού, συγραφέως, περιέχονται κείμενα για Ρώσους συνθέτες και εμβληματικές συναυλίες με συμφωνικά έργα τους στην Ελλάδα, όπως και σημαντικές παρατηρήσεις για έργο Ρώσων διανοητών: Ντοστογιέφσκι, Σολζενίτσιν και Ταρκόφσκι, Ρώσοι της βαθειάς και ορθόδοξης Ρωσίας με το βλέμμα τους στον πάσχοντα άνθρωπο. Σε μεταγενέστερο βιβλίο του Ανδριόπουλου, εκδοθέν προ μηνών, το 2023, "Τα Χατζiδακικά" υπάρχει κείμενο με τίτλο το αινιγματικό ερώτημα, με ποιους είναι ο Χριστός; Αναφέρεται σε κείμενο του Χατζiδάκι κατά του τότε, 1993, εμφανισθέντος φασιστικού κινήματος της Χρυσής Αυγής –που εξακολουθεί να υπάρχει φορώντας περικεφαλαία Σπαρτιάτη. Το ρητορικό ερώτημα χειραγωγεί την απάντηση. Ο Χριστός δεν μπορεί να είναι με τους φασίστες. Ωστόσο δεν είναι εύκολη η απάντηση γιατί ο θεάνθρωπος, μπορεί να σταθεί στο πλευρό οποιουδήποτε –ακόμη και στο πλευρό δολοφόνου. 
Στα "Ελληνορωσικά", στις μελέτες για Ταρκόφσκι, Ντοστογιέφσκι και Σολζενίτσιν μπορούμε να το δούμε αυτό. Ο Χριστός είναι με τον πάσχοντα άνθρωπο. Με τους δούλους, του πενθούντες, τους αγωνιζομένους υπέρ Δικαιοσύνης. Άλλωστε με ποίους είναι το λέει στην περί του όρους ομιλία, αφήνοντας πάντα ανοιχτό το ερώτημά του, τόσο ώστε ο Σεφέρης στο ποίημά του «υστερόγραφο» 1941 καταφερόμενος κατά του Χιτλερισμού, να ζητά από το θεό «Θεέ μου όχι με αυτούς/ ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου» αμφιβάλλοντας εμμέσως ως προς ποία πλευρά θα σταθεί ο Θεός. 
Η Σιβηρία αλλά και η αχανής στέπα, τα μεγάλα ποτάμια και τα ψηλά δέντρα έχουν επηρεάσει την ιστορία της σκέψης των Ρώσων. Στην Σιβηρία έζησαν εξόριστοι οι Ντοστογιέφσκι, Σολζενίτσιν αφ’ ενός, ο Στάλιν, αφ’ ετέρου. Ο μυστικισμός η εσωτερική πάλη του ανθρώπου με τον εαυτό του μέσα σε αυτή τη σφύζουσα μοναξιά ανθοφόρησε. Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι και του Ταρκόφσκι παλεύουν συνεχώς με τον εαυτό τους και την τρέλα. «Ω εσείς υγιείς δεν ντρέπεστε να σας λέει την αλήθεια ένας τρελός σαν και μένα» αναφωνεί ο σαλός Ντομένικο της Νοσταλγίας του Ταρκόφσκι πριν αυτοπυρποληθεί. Από την άλλη πλευρά ο Κομμουνιστής Στάλιν ιεροσπουδαστής στα νιάτα του εξόριστος κι αυτός στη Σιβηρία ρέπει στο έγκλημα όπως οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι. Ίσως σύμβολο αυτού του συνδέσμου μεταξύ ορθοδόξου μυστικισμού και Σταλινικού μπολσεβικισμού είναι ένα από τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του Στάλιν: Ο Μαλένκωφ Μακεδόνας, από την Αχρίδα, Σλάβος, με μεγάλη θέση επί Στάλιν. Μετά το θάνατο του Στάλιν χάθηκε στην Σιβηρία και βρέθηκε να ψέλνει σε ορθόδοξη εκκλησία. Βέβαια στη Ρωσία υπήρχαν και οι νουνεχείς της Δύσης. Ο Τολστόι, ο Τουργκένιεφ, η Μεγάλη Αικατερίνη, ο Μεγάλος Πέτρος, ο Λένιν κ.λπ. Δύο Ρωσίες –δύο Μύθοι. Οι δύο Ρωσίες συναντιούνται στο κείμενο του πρώτου μέρους του βιβλίου του Ανδριόπουλου: «Οι δύο Αλέξανδροι». Ο Πατέρας Αλέξανδρος Σμέμαν ορθόδοξος κληρικός στις ΗΠΑ και ο Αλεξάντερ Σολσενίτσιν. Δυτικότροπος ο πρώτος, εκσυγχρονιστής, μυστικιστής ο δεύτερος. Και οι δύο όμως αναζητούν από άλλους δρόμους, τη χαρά της Ανάστασης, τη μουσική, το κοινό γλέντι, τα χρώματα δηλαδή της ζωγραφικής του Ρουμπλιώφ. Με αυτό το άκρως ενδιαφέρον κείμενο τελειώνει το πρώτο μέρος του βιβλίου. 
Ακολουθεί το δεύτερο μέρος, 166 σελίδες, που διαβάζονται απνευστί. Εδώ ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος βρίσκει το καλύτερο εαυτό του ως γραφιάς στυλίστας της γραφής και υπέρμαχος των απόψεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον γεωπολιτικό πόλεμο που έχει ανοιχθεί μεταξύ των δύο Πατριαρχείων. Του Οικουμενικού της Κων/πόλεως και της Μόσχας ή της Τρίτης Ρώμης, όπως αποκαλείται. Οι αιτίες της διαμάχης υπήρχαν πάντα, φούντωσαν όμως από την εμφάνιση του κράτους της Ουκρανίας, το 1991, στα σύνορα εκείνα που είχαν χαραχθεί από την Σοβιετική Ένωση ως μία περιφέρεια της προτελαριακής Ουκρανίας με διάφορες εθνικότητες και με πλειοψηφία ρωσοφώνων στην Ανατολή. Η πολιτική ελίτ του νέου κράτους θέλησε να αποκτήσει η ορθόδοξη Εκκλησία αυτοτέλεια και να πάψει να υπάγεται στο Πατριαρχείο της Μόσχας όπως συνέβαινε μέχρι το 1991. Ο Φουκώ λέει πως οι εξουσίες εξυπηρετούνται από δύο γραφειοκρατίες: την πολιτική που θέτει τους νόμους της οικονομίας και της πολιτικής εκπροσώπησης και την εκκλησιαστική που εποπτεύει τη συμμόρφωση των πολιτών με τους ιερούς κανόνες. Η μία ιεραρχία νίβει το χέρι της άλλης. Λογικό λοιπόν η κυριαρχούσα ελίτ της Ουκρανίας να θέλει και την ορθόδοξη εκκλησία δίπλα της, μια και οι ορθόδοξοι αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού του νέου κράτους. Το Πατριαρχείο της Ρωσίας αντιστάθηκε. Ποιος θα έδινε λύση; Το Οικουμενικό Πατριαρχείο που θεωρείται στα Εκκλησιαστικά ως πρώτο Πατριαρχείο μεταξύ ίσων. Έτσι το 2018 – ύστερα από δέκα χρόνια από τότε που ζητήθηκε επισήμως από την Ουκρανία να αναγνωρίσει το Πατριαρχείο της Κων/πόλεως το αυτοκέφαλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας το αναγνωρίζει κι ο πόλεμος που προϋπήρχε μεταξύ των δύο πατριαρχείων, Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως εντάθηκε. Το Πατριαρχείο Μόσχας με την αμέριστη βοήθεια του Πούτιν εξαπολύει επίθεση ενδυνάμωσής του, με πιστούς ορθόδοξους που ανήκουν γεωγραφικά σε άλλα Πατριαρχεία. Πληθύνονται οι συλλειτουργίες ορθοδόξων Ρώσων κληρικών, υπαγομένων στο Πατριαρχείο Μόσχας με έλληνες κληρικούς. Εισπήδηση λοιπόν σε άλλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες και μοίρασμα εκ μέρους του Πατριαρχείου Μόσχας αντιμηνσίων – τίτλων υποταγής και αναγνώρισης. Σε αυτή τη διαμάχη ο Ανδριόπουλος παίρνει θέση με παρρησία υπέρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναφέροντας όμως και τις θέσεις των αντιπάλων του που σε μεγάλο βαθμό κατηγορούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι δουλεύει υπέρ των γεωπολιτικών παιχνιδιών των Η.Π.Α. που μονίμως υποσκάπτουν την γεωπολιτική δύναμη της Ρωσίας. Βέβαια θα πρέπει να αναλογισθούμε πως το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αντλεί δύναμη από την Ελλάδα αλλά από την Αρχιεπισκοπή της Βορείου Αμερικής και μέσω αυτής από τις Η.Π.Α. Αν δεν το υποστήριζε η Αμερική το Πατριαρχείο ο Ερντογάν θα το είχε στείλει στο Άγιο Όρος. Είναι τιτάνιος ο αγώνας του Πατριαρχείου να σταθεί στα πόδια του. 
Τα κείμενα της διαμάχης είναι ένα εν δυνάμει υλικό για συγγραφή βιβλίου Μυθοπλασίας σαν τους Ιλουμινάτι ή του Κώδικα Da Vinci του Dan Brown. Ένα θρίλερ. Ο Ανδριόπουλος καταχεριάζει όλους εκείνους που στρέφονται κατά των οδηγιών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Απλών κληρικών και μητροπολιτών. Στρέφεται ακόμη με ειρωνικά τηλεγράμματα κατά του Πατριάρχη Μόσχας που ευλόγησε τα όπλα των Ρώσων που εισέβαλαν στην Ρωσόφωνη περιοχή της Ουκρανίας. Με μια βαθειά ειρωνεία, όμως με ύφος που αποδομεί τον λίβελλο. 
Με άλλα λόγια ο έντεχνος πεζός λόγος των κειμένων του Ανδριόπουλου περί των γεωπολιτικών της Ορθοδοξίας οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα κόσμο παρεκκλησιαστικών δολοπλοκιών και συνωμοσιών που γίνεται την ίδια στιγμή που οι πιστοί Ρώσοι, Αφρικανοί, Έλληνες κλπ προσεύχονται στις Εκκλησίες να σώσουν την ψυχή τους.


Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2023

ΣΤΗΝ "ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ" ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ ΜΕ ΤΑ "ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΑ" ΚΑΙ "ΤΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΚΑ"


Η παρουσίαση των δύο πρόσφατων βιβλίων μου «Ελληνορωσικά» και «Τα Χατζιδακικά», πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023 στο βιβλιοπωλείο «Πρωτοπορία», στο κέντρο της Πάτρας. 
Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς: 
- Τους ομιλητές – φίλους λογοτέχνες, Βασίλη Λαδά και Κώστα Λογαρά, για την ουσιαστική συμβολή τους στην εκδήλωση. 
- Την υπεύθυνη του βιβλιοπωλείου «Πρωτοπορία», Αγγελική Αυγερίου, και τους συνεργάτες της για την θερμή υποδοχή, φιλοξενία και γενική επιμέλεια. 
- Την φίλη Ζέττα Ζάχου, Σύμβουλο Επικοινωνίας, για την δική της συμβολή και την συναντίληψη. 
- Τον δημοσιογράφο Παναγιώτη Ρηγόπουλο, για την προβολή της εκδήλωσης και το φωτογραφικό υλικό.
- Την Εριφύλη Παρπαρούση για την προσφορά εκλεκτού οίνου της Οινοποιϊας Παρπαρούση. 
- Τον Δημήτρη Καραδήμα, στέλεχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Τομέας Δραματολογίας), για τον σχεδιασμό και την επιμέλεια του βιβλίου «Τα Χατζιδακικά».
- Όλους τους φίλους που ήλθαν στην εκδήλωση με ειλικρινές ενδιαφέρον.
Π.Α.Α.


Παραθέτω, στη συνέχεια, το κείμενο του Κώστα Λογαρά για "Τα Χατζιδακικά". 

   

Στην εκδήλωση ο Βασίλης Λαδάς μίλησε για τα "Ελληνορωσικά". 
Δείτε κείμενο του Βασίλη Λαδά για "Τα Χατζιδακικά" ΕΔΩ

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023

ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ "ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ" ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ ΓΙΑ ΤΑ "ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΑ" ΚΑΙ "ΤΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΚΑ"


Σήμερα, Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023 και 8.30 μ.μ., στο Βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31 (Πάτρα), θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση δύο πρόσφατων βιβλίων του θεολόγου και μουσικού Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου. 
Πρόκειται για τα βιβλία «Ελληνορωσικά» (εκδόσεις s@mizdat, Αθήνα 2022) και «Τα Χατζιδακικά» (ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2023). 
Για τα «Ελληνορωσικά» θα μιλήσει ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος και για «Τα Χατζιδακικά» θα μιλήσουν οι γνωστοί πατρινοί συγγραφείς Βασίλης Λαδάς και Κώστας Λογαράς. 
Θα τραγουδήσει η Δάφνη Πανουργιά. 
Το βιβλίο «Ελληνορωσικά» χωρίζεται σε δύο μέρη: Στο πρώτο περιλαμβάνονται κείμενα για τον ρωσικό πολιτισμό και στο δεύτερο κείμενα για τον ρόλο της Εκκλησίας στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά και για την ρωσική διείσδυση στην Ελλάδα μέσω της Εκκλησίας. 
«Τα Χατζιδακικά» περιλαμβάνουν κείμενα που αφορούν σε πτυχές του έργου και της σκέψης του Μάνου Χατζιδάκι. Το βιβλίο έχει και ένα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, καθώς ο συγγραφέας έζησε από κοντά την τελευταία δημιουργική περίοδο του Μ. Χατζιδάκι, αυτή της Ορχήστρας των Χρωμάτων.


Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΗΝ "ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ" ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ: "ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΑ" ΚΑΙ "ΤΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΚΑ"


Την Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023 και 8.30 μ.μ., στο Βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31 (Πάτρα), θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση δύο πρόσφατων βιβλίων του θεολόγου και μουσικού Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου. 
Πρόκειται για τα βιβλία «Ελληνορωσικά» (εκδόσεις s@mizdat, Αθήνα 2022) και «Τα Χατζιδακικά» (ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2023). 
Για τα «Ελληνορωσικά» θα μιλήσει ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος και για «Τα Χατζιδακικά» θα μιλήσουν οι γνωστοί πατρινοί συγγραφείς Βασίλης Λαδάς και Κώστας Λογαράς. 
Θα τραγουδήσει η Δάφνη Πανουργιά. 
Το βιβλίο «Ελληνορωσικά» χωρίζεται σε δύο μέρη: Στο πρώτο περιλαμβάνονται κείμενα για τον ρωσικό πολιτισμό και στο δεύτερο κείμενα για τον ρόλο της Εκκλησίας στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά και για την ρωσική διείσδυση στην Ελλάδα μέσω της Εκκλησίας. 
«Τα Χατζιδακικά» περιλαμβάνουν κείμενα που αφορούν σε πτυχές του έργου και της σκέψης του Μάνου Χατζιδάκι. Το βιβλίο έχει και ένα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, καθώς ο συγγραφέας έζησε από κοντά την τελευταία δημιουργική περίοδο του Μ. Χατζιδάκι, αυτή της Ορχήστρας των Χρωμάτων.

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2023

Βασίλης Λαδάς: Για το βιβλίο του Παναγιώτη Ανδριόπουλου "Τα Χατζιδακικά"


Του ποιητή Βασίλη Λαδά
Ο Πατρινός Παναγιώτης Ανδριόπουλος, καθηγητής Θεολόγος συγγραφέας, μουσικός με το σχήμα «Πολύτροπον», μπλόγκερ του ιστολογίου «Ιδιωτική Οδός», εξέδωσε σε αυτοέκδοση και κυκλοφόρησε συλλογή κειμένων του για το έργο και την προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι, με τίτλο «Τα Χατζιδακικά». 
Το βιβλίο περιέχει κριτικές παρατηρήσεις του Ανδριόπουλου στο έργο και την προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι και, σε γενναία δόση, την εξομολόγηση, την αγάπη και τον θαυμασμό που τρέφει προς τον διαφωτιστή (και γι’ αυτό και σκοτεινό) μεγάλο Μουσικό. 
Σωστά χώρισε το βιβλίο του ο Ανδριόπουλος σε κεφάλαια ομοειδών θεμάτων, χωρίς να αναφέρεται η χρονολογία γραφής τους, έτσι ώστε το διάβασμα να τρέχει αβίαστα, χωρίς να σκοντάφτει σε σκέψεις συσχέτισης του κειμένου με τις περιρρέουσες κοινωνικές συνθήκες κατά το χρόνο της γραφής του. 
Τα κεφάλαια είναι: Αντί προλόγου, (Μάνος Χατζιδάκις,ο επικίνδυνος αντιεξουσιαστής), Από τον Κάλβο στον Χριστιανόπουλο, Ρεμπώ και Λόρκα, Οι συνθέτες του κόσμου, Σπουδή στην ελληνικότητα, Βίοι παράλληλοι (Χατζιδάκις - Θεοδωράκης), Ο Χατζιδάκις στην Κρήτη, Η Παιδική Χορωδία των Ανακτόρων του Μάνου Χατζιδάκι, Η τελευταία συναυλία, Με ποιους αλήθεια είναι ο Χριστός; 
Αντί Επιμέτρου ένα παιδαγωγικό κουίζ για τον Μάνο Χατζιδάκι, αποβλέποντας προφανώς, να διαπιστώσει ο αναγνώστης, τι κόμισε από το βιβλίο για την προσωπικότητα του ήρωά του, ως μουσικού, ποιητή, συγγραφέα, λογίου, πολιτικού. 
Στα κείμενα, λοιπόν, του βιβλίου διασταυρώνεται η αυτοαναφορική εξομολογητική γραφή, με τη δοκιμιακή, με παραθέματα από τα δημοσιευμένα κείμενα του Χατζιδάκι – που δεν είναι και λίγα. Μαζί και επαινετικές κριτικές τρίτων για τον Μουσικό, αλλά και κατακρίσεις – ιδίως για την εκτίμηση που είχε ο Χατζιδάκις στο λεγόμενο Ρεμπέτικο τραγούδι. 
Παρόμοια εκτίμηση έτρεφε και ο Μίκης Θεοδωράκης, συνομήλικος του Χατζιδάκι. Οι δυο τους από το τέλος της δεκαετίας του ’40 και σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, έδωσαν – από κοινού – μάχη για την αναγνώριση του Ρεμπέτικου, ως μουσικής ισότιμης αξίας, των καλύτερων συμφωνικών έργων των μεγάλων κλασικών – οι οποίοι, άλλωστε, και αυτοί διδάχθηκαν από τα λαϊκά τραγούδια των χωρών τους. 
Ο Χατζιδάκις κυκλοφόρησε δίσκο με διασκευές ρεμπέτικων, υπό τον τίτλο «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» - στίχος του Έλιοτ από την «Έρημη Χώρα». 
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλλίτερος τίτλος για τα ρεμπέτικα, που άνθισαν στην αιματηρή δεκαετία του 1940, που ωστόσο έδωσε μεγάλες δημιουργίες στη Μουσική και στη Λογοτεχνία, σαν να περιέχει ο Θάνατος την Ανάσταση. 
Μεγάλη αγάπη είχε ο Χατζιδάκις στο τραγούδι του Τσιτσάνη «Αραπιά»: Θα πάω εκεί στην Αραπιά / που μ’ έχουνε μιλήσει / για μια μεγάλη μάγισσα / τα μάγια να μου λύσει. Ένα ερωτικό μακρόσυρτο τραγούδι. 
Δε νομίζω ότι οι ρεμπέτες εύρισκαν στις Αραβικές χώρες τα ιδανικά τους. Μάλλον μια ρομαντική εικόνα είχαν για τις χώρες αυτές και μια διάθεση φυγής από την πραγματικότητα. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η Μεσόγειος είναι η θάλασσα που διασταύρωσε τους πολιτισμούς που έβρεχε. 
Αναφέρω την προσωπική μου εκτίμηση στο τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα, «Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι», γραμμένο το 1948 που θυμίζει την θρυλική Κάσμπα, την περίκλειστη οθωμανική συνοικία της πόλεως του Αλγερίου. Μουσική στους ρυθμούς της Σάμπι, συρτή με βερβέρικους και ανδαλουσιανούς ήχους,που άνθισε στην πολυτραγουδισμένη συνοικία, έχει γράψει για την Κάσμπα ποιήμα και ο δίκος μας Νίκος Καβαδιας. 
Ο Χατζιδάκις μας ταξίδεψε σε ανατολή και Δύση. Μας έκανε παιδιά του Σείριου, του Τσιτσάνη, της Κάσμπα, της Βιέννης του Μπετόβεν, του Μονάχου του Μάλερ, της Μόσχας του Προκόφιεφ, του Μπουένος Άιρες του Πιατσόλα. 
Για όλες αυτές τις αγάπες του Χατζιδάκι γράφει ο Ανδριόπουλος, όπως και για την αδελφική του σχέση με τον έτερο μεγάλο Θεοδωράκη. 
Υπενθυμίζει ότι και οι δυο έγραψαν μουσική για μεγάλες ταινίες. Για τον Ελία Καζάν ο Χατζιδάκις, για τον Σίντνεϋ Λιούμετ ο Θεοδωράκης. Οι δυο τους δεν ήσαν μόνο της μουσικής αφοσιωμένοι. Είχαν πολιτικό λόγο και τον εξέφραζαν με παρρησία. 
Ο Χατζιδάκις, στην τελευταία της ζωής του συναυλία, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, που διηύθυνε το 1993, στο Μέγαρο Μουσικής, ως μια διαμαρτυρία κατά του Νεοναζισμού, που ξύπνησε τότε με τη μορφή της Χρυσής Αυγής, μας προειδοποίησε για το αυγό του φιδιού καθώς αφιέρωσε είκοσι σελίδες στο πρόγραμμα της συναυλίας για τον νεοναζισμό. Ένα κείμενο ψυχαναλυτικής ερμηνείας του φαινομένου του φασισμού, που επανήλθε στις μέρες μας φορώντας περικεφαλαία. 
Με τον πολιτικό Χατζιδάκι ολοκληρώνεται η προσωπογραφία του στο βιβλίο Ανδριόπουλου. Συνάμα και το ερώτημα του βιβλίου,«Με ποιούς είναι ο Χριστός;» «Κύριε, όχι με αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θελημά σου», γράφει ο Σεφέρης στο ποίημα υστερόγραφο, το 1941. Εννοούσε τους φασίστες του Χίτλερ που ήδη είχαν κυριεύσει μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

ΟΙ «ΠΟΔΗΛΑΤΕΣ» ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η παρουσίαση του βιβλίου «Ποδηλάτες» του Πατρινού συγγραφέα Βασίλη Λαδά. Η παρουσίαση του βιβλίου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ, έγινε στον «Κήπο του Μουσείου», μπροστά από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Για το βιβλίο μίλησαν: 
ο συγγραφέας Γιώργος Συμπάρδης, η Άννα Αφεντουλίδου, ποιήτρια – δοκιμιογράφος, ο Ηλίας Παπαγεωργίου, αρχιτέκτονας και εκπρόσωπος της μεγάλης ποδηλατικής οικογένειας, Ποδηλάτ-ισσ-ες, ΠοδηλΑΤΤΙΚΗ Κοινότητα. Αποσπάσματα του βιβλίου διάβασε η ηθοποιός Μαρία Μαυροματάκη, η οποία ήταν και η επιμελήτρια του βιβλίου. 
Προλόγισε και παρουσίασε τους ομιλητές ο Βασίλης Χατζηϊακώβου. 
Στο τέλος μίλησε και ο συγγραφέας Βασίλης Λαδάς, ευχαριστώντας τους ομιλητές και αναφερόμενος στον τρόπο που εργάστηκε πάνω στο συγκεκριμένο βιβλίο. 


Παρέστησαν πολλοί άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης: η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη με τον σύζυγό της, καθηγητή Ηλία Κούβελα, ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας, οι γνωστοί εικαστικοί Γιάννης Ψυχοπαίδης, Ρόη Μαλλιώρη και Κλεοπάτρα Δίγκα, ο Πατρινός ποιητής Παναγιώτης Κερασίδης, η Πατρινή δημοσιογράφος και συγγραφέας Μαριάννα Τζιαντζή, ο επίσης Πατρινός δικηγόρος - εργατολόγος Διονύσης Τεμπονέρας, ο δημοσιογράφος Θανάσης Σκαμνάκης, η ποιήτρια Σοφία Κολοτούρου, ο Κώστας Κρεμμύδας του «Μανδραγόρα» κι ακόμα η Κατερίνα Αυγέρη, η Αγορίτσα Μπακοπούλου, κ.α. 


Οι ομιλητές εστίασαν τις ιδιαιτερότητες του βιβλίου και τον επιδέξιο κάλαμο του συγγραφέα, ο οποίος έφερε στο προσκήνιο με αυτό το μυθιστόρημά του, το «ποδηλατικό κίνημα». Ταυτόχρονα, η πόλη όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση δεν είναι άλλη από την Πάτρα, την πόλη του συγγραφέα. Για άλλη μια φορά η Πάτρα πρωταγωνιστεί σε πόνημα του Β. Λαδά, ενώ η δικαστική διαμάχη γύρω από το ποδηλατικό ατύχημα φέρνει σε πρώτο πλάνο και την νομική ιδιότητα του συγγραφέα (μάχιμος δικηγόρος μια ζωή!). Με δεδομένο ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα κοινωνικού ρεαλισμού, περνάει σαν ταινία από μπροστά μας όλη η καθημερινότητα και δη της τελευταίας δεκαετίας: Επίορκοι δημόσιοι λειτουργοί, στημένα ΜΜΕ, τραμπούκοι, ψευδομάρτυρες, αλλά και ακτιβιστές, αλληλέγγυοι, κινήματα νεολαίας, δικαιοσύνη. Και στη μέση ο πατέρας της νεκρής ποδηλάτισσας, ένας πράος βασανισμένος άνθρωπος με αδυσώπητες μνήμες, ίσως το πρόσωπο που σαρκώνει την κάθαρση. 
Είναι γνωστό πως ο Β. Λαδάς έχει …αδυναμία στο περιθώριο, ως γνήσιος «Καβαφικός»: Πρόσφυγες, μετανάστες, πάσης φύσεως αμαρτωλοί, τώρα μια άτυχη νέα ποδηλάτισσα, θύμα της εν αφθονία αλαζονείας που κυκλοφορεί παντού γύρω μας. 
Ο Βασίλης Λαδάς παραμένει ένας ιδεολόγος της γραφής. Τον ενδιαφέρει «η των πραγμάτων αλήθεια» και στην μυθοπλασία. Κι απ’ αυτή την άποψη μας ενδιαφέρει και αύριο.


Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΔΑΣ: Το πλοίο του Κ.Π. Καβάφη


Του Δημήτρη Μακρίδη 

Ο Βασίλης ο Λαδάς 
Αστικής αριστεράς 
Δικηγόρος εκ Πατρών 
Β. Αρφάνης plus de nom 
Με τα γνώριμα γυαλιά 
Λέσχη, Κρίκετ, νομικά 
Ταξιδεύει δεν σε γράφει 
Μες στο πλοίο του Καβάφη 
Ο Βασίλης ο Λαδάς, για όσους τον γνωρίζουμε, είναι η μορφή με τα χοντρά γυαλιά, καθισμένη στο δικηγορικό του γραφείο με ένα κάδρο πίσω από την πλάτη του. Μέσα στο τζάμι, βρίσκεται αριθμημένο συλλεκτικό μονόφυλλο με τυπωμένο κάποιο ποίημα του Καβάφη που ο ίδιος ο ποιητής χάριζε στους θαυμαστές του στην Αλεξάνδρεια. Για αυτό το μονόφυλλο μας μιλάει στο νέο του βιβλίο «το Πλοίο του Κ.Π. Καβάφη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρα. Σε ένα μείγμα αφηγήματος και δοκιμίου σχολιάζει το μονόφυλλο του ποιητή, το πώς βρέθηκε στην κατοχή του, αλλά και τη σχέση που έχει σχηματίσει με τα χρόνια μαζί του. Γιατί όταν έχεις δίπλα σου κάτι για 40 χρόνια, γίνεται με τα χρόνια μέρος της ταυτότητάς σου. Το κουβαλάς στην καθημερινότητα και θες να μάθεις τα πάντα για αυτό. Την παραμικρή λεπτομέρεια που κανείς δεν έχει προσέξει. 
Το ποίημα του κάδρου τιτλοφορείται «του Πλοίου» και αναφέρεται σε ένα ταξίδι του Καβάφη από το λιμάνι της Πάτρας, έναν ζεστό Ιούλιο, για το Πρίντεζι. Ο Λαδάς, μέσα στην πανδημία όπου όλα έχουν παγώσει, ταξιδεύει νοερά στις δικές του αναμνήσεις. Γίνεται μικρό παιδί στα χέρια του πατέρα του και περπατάει στην ίδια προκυμαία κοιτάζοντας με μάτια γεμάτα λάμψη τα απέναντι βουνά. Στο τότε μυαλό του πίσω από αυτά ήταν η Ιταλία, το άγνωστο που ήθελε μεγαλώνοντας να εξερευνήσει. Στο ποίημα, το άγνωστο είναι η ταυτότητα του νέου που έχει σχεδιάσει ο Καβάφης στο δικό του ταξίδι και αναπολεί μετά από μία σχεδόν εικοσαετία στο ποίημα. Ενός νέου που ήταν μέχρι παθήσεως αισθητικός εκείνο το μαγευτικό απόγευμα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. «Είναι άραγε πραγματικός ή ονειροπόληση;» αναρωτιέται ανάμεσα σε άλλα ο Λαδάς. Το ερώτημα τον σηκώνει από το γραφείο του και προσπαθεί να βρει τα πάντα για το ταξίδι και τον νέο του Καβάφη. Το κάδρο παραμένει στη θέση του, ενώ τα γυαλιά χώνονται μέσα σε αναλύσεις και κριτικές για τον Καβάφη, ξεκοκαλίζουν αρχεία εφημερίδων εποχής. Διαβάζουν τα πάντα με πάθος έφηβου των Λαϊκών Αναγνωστηρίων, μέρος όπου ήρθε σε πρώτη επαφή με τον κόσμο της λογοτεχνίας. Φτάνουν μέχρι την Αλεξάνδρεια και περιμένουν μέσω του μαγικού ρεαλισμού ο ποιητής να τους ψιθυρίσει την απάντηση στο σπίτι που έζησε ή έστω στο νοσοκομείο όπου ξεψύχησε. Μα παντού σκοτάδι. Η ομίχλη που θα συναντήσει στην Ορεινή Φωκίδα που θα φτάσει για χάρη του κάδρου θα παραμείνει σε όλη τη διάρκεια της έρευνας. Τα χρόνια θα περάσουν, αλλά το ερώτημα «σε ποιον μοιάζει;» παραμένει αναπάντητο. Γιατί όσο τον άνθρωπο και το έργο του να κρίνουν, τα άδυτα, άδυτα θα μείνουν. Όσο άρτιες κι αν είναι οι εκ των υστέρων μεταπτυχιακές αναλύσεις, είναι πλέον αργά. 


Ήταν όμως τόσο σημαντικό να ανακαλύψει ο Λαδάς ποιος ήταν και πώς ήταν ο νέος που ενέπνευσε το ποίημα του Καβάφη; Όχι, καταλήγει μέσα στη ματαίωση των προσδοκιών του ο Λαδάς. Τι σημασία θα είχε για το ποίημα και την ποίηση, αν έβρισκε μία φωτογραφία του νέου; Και αν ήταν μία φωτογραφία ενός που είχε φαλακρύνει και τα μάτια του είχαν πρηστεί; Τότε το ταξίδι θα είχε άχαρο τέλος. 
Ωστόσο το ταξίδι στην ποίηση του Καβάφη ανέδειξε μία πτυχή του Αλεξανδρινού κάπως αγνοημένη. Τη Διονυσιακή του πλευρά, αυτή του ποτού και της ηδονής. Με αυτή αναζωογονείται η μνήμη ιδίως τώρα στην εποχή του κορωνοϊού. Ο Λαδάς υπογραμμίζει έντονα ότι ο Καβάφης ξεκίνησε την ποιητική του πορεία το 1886 με το μετέπειτα αποκηρυγμένο του ποίημα «Βακχικόν», ένα ποίημα άκρατης οινοποσίας. Ο Καβάφης, γράφει ο Σεγκόπουλος, «χαιρόταν ειλικρινά και θερμά με τη ζωή της νιότης στους άλλους. Του άρεσε να βλέπει το λατρευμένο κρασί της ηδονής να κερνιέται και να πίνεται». Δηλαδή «Κάντε έρωτα όχι πόλεμο», σχολιάζει ο Λαδάς μετά το απόσπασμα που παραθέτει.
Μελαγχολία διακατέχει το τέλος του βιβλίου. Το πλοίο ετοιμάζεται να σαλπάρει. Το μαγικό εισιτήριο για νέα λιμάνια και δρόμους μεγάλους δεν υπάρχει. Και το μόνο που μένει είναι να βγούμε στα ανοιχτά να το ξεπροβοδίσουμε, κρατώντας όσο μπορούμε περισσότερο μέσα μας τη γοητεία της φυγής. Σαν αδέξια πλάσματα από ταινία του Φελίνι, μπαίνουμε στις βάρκες και ξεκινάμε. Στην βαρκαρόλα μας συνοδεύει μία μπάντα που βραχνοπαίζει μελωδίες του Νίνο Ρότα ένα μουντό Πρωτοκύριακο του Νοεμβρίου. Φτάνοντας όσο ανοιχτά μπορούμε, ενώ το γιγάντιο υπερωκεάνιο απομακρύνεται, χαιρετάμε ό,τι βλέπει ο καθένας πάνω στο πλοίο. Πρόσωπα οικεία που έφυγαν για πάντα. Ιδανικές φωνές και αγαπημένες που τόσο του λείπουν. Χαιρετάμε παράλληλα και τους κρυμμένους λαθρεπιβάτες, τόσο τους Έλληνες παλιότερων εποχών όσο και τους αλλοεθνείς του σήμερα, ελπίζοντας να βρουν ένα καλύτερο μέλλον εκεί που θα βρεθούν. Χαιρετάμε τα δικά μας κάδρα σε σαλόνια και γραφεία, τα διαβάσματά και τις ταινίες που μας καθόρισαν και μας οδήγησαν σε ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γνώσεις. 


Και μέσα στην εξομολογητικό τόνο των αποχαιρετισμών, ίδιο με την αυτοβιογραφική γραφή του Λαδά, όλα φαίνονται πιο έμορφα όπως τα ανακαλούμε μετά από Καιρό. Τελικά οι άνθρωποι βλάστησαν στη στεριά όπου οι βάρκες θα γυρίσουν σε λίγο. Στους δρόμους που ο καθένας θα γυρνά και θα γερνά. Εμείς ήμασταν οι έμορφοι με το Ιόνιο ολόγυρά μας. Εμείς το σκίτσο του Καβάφη, εμείς και τα γυαλιά του ποιητή.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΔΑΣ: TO ΦΑΣΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΧΤΙΤΣΗ Ή Η ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΗ ΓΑΝΔΗ


Με αφορμή τα 50 χρόνια από την αναχώρηση του λογοτέχνη Νίκου Καχτίτση (1926-1970), ο οποίος είχε ζήσει και στην Πάτρα, όπου και ετάφη, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το κείμενο του Βασίλη Λαδά "Το φάσμα του Νίκου Καχτίτση", το οποίο έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 63 (Νοέμβριος 2020) του περιοδικού "Μανδραγόρας", που περιλαμβάνει αφιέρωμα στον Νίκο Καχτίτση. 
Αίφνης, θυμάμαι - σαν ήμουν νέος - ένα τεύχος του πατρινού περιοδικού «Παράθυρο», το υπ' αριθμόν 4 από τις αρχές του '85, εκεί όπου ο πατρινός λογοτέχνης και ποιητής Βασίλης Λαδάς παρουσίαζε ένα μονοσέλιδο κείμενο για τον Καχτίτση, προτείνοντας μάλιστα να δοθεί το όνομά του και σ' ένα δρόμο της πόλης. 
«Θα ήθελε άραγε να ταφεί κάπου στην οδό Αγίου Ανδρέου (σ.σ. κεντρικός δρόμος των Πατρών) ο Καχτίτσης; Ή μήπως σ' ένα σιδηροδρομικό σταθμό του ηλειακού κάμπου, πλάι σε πυκνές φυλλωσιές; Είτε το 'θελε είτε δεν το 'θελε ενταφιάστηκε στο Α' Νεκροταφείο Πατρών. Να τολμήσω να προτείνω πως αν όχι η Αγίου Ανδρέου ένας άλλος δρόμος παρακατιανότερος θα μπορούσε να λάβει το όνομα Νίκος Καχτίτσης; Ή θα παρεξηγηθώ από το Δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους, αφού ο Νίκος Καχτίτσης δεν είναι και δεν μπορεί να αποτελέσει σύμβολο λαϊκίστικης νοοτροπίας και ήθους».
Κι ακόμα θυμάμαι το κείμενο του Βασίλη Λαδά, με τίτλο "Με τον Στοππάκιο Παπένγκους στα Λουτρά" (Εφημερίδα των Συντακτών, 6.7.2013), εκεί όπου μας λέει ότι "με τις ζέστες του Μαΐου, εκδράμαμε οικογενειακώς, για ένα απόγευμα, στα Λουτρά Κυλλήνης. Ξάπλωσα με τον παιγνιώδη «Εξώστη» του Νίκου Καχτίτση στην επανέκδοση από την «Κίχλη» το 2012.". 
Αλλά ας δούμε το σχετικό απόσπασμα από το κείμενο - ποταμός που δημοσίευσε ο Β. Λαδάς στον "Μανδραγόρα" για τον συγγραφέα της προσωπικής του μυθολογίας. 
π.α.α.


Η ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΗ ΓΑΝΔΗ ΚΑΙ Η ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΗ 
Στο μυαλό του Καχτίτση, όπου κι αν ζούσε, δύο ήσαν οι τόποι της πατρίδας του. Σε αυτούς κι από αυτούς δημιούργησε τον μύθο του. Μια λουτρόπολη στον κάμπο της Ηλείας απέναντι από τη Ζάκυνθο, τα Λουτρά της Κυλλήνης, ή Λίντζι, κατά τους Φράγκους, και η φανταστική πόλη Γάνδη, που ουδεμία σχέση έχει με την Φλαμανδική Γάνδη του Βελγίου. Η Γάνδη του Καχτίτση είναι μια πόλη – κράτος, σαν τις αυτόνομες πόλεις της Βόρειας Ευρώπης, πριν τη δημιουργία των κρατών – εθνών. Είναι μια πόλη που δημιουργήθηκε στο χαλί της φαντασίας του. Όπως τα παιδιά φτιάχνουν πολιτειούλες, στα δάπεδα των δωματίων τους, με σπιρτόκουτα, μικρά κουτάκια, κύβους, με το Δημαρχείο, τον στρατώνα, το γήπεδο ή φτιάχνουν στρατούς με ξυλάκια έτσι κι ο Καχτίτσης έφτιαξε την πόλη του, όπου περιώνυμοι κάτοικοί της ήσαν οι φίλοι του με ψευδώνυμα, σαν τα ψευδώνυμα που είχαν (δεν ξέρω αν τώρα έχουν, αλλά είχαν στα εφηβικά χρόνια του Καχτίτση) οι πρόσκοποι κι έφτιαξε κι έναν μυστήριο αόρατο στρατό να πολιορκεί την πόλη του. Και ποιοι είναι οι φίλοι; Οι Ηλείοι κατ’ αρχήν. Ο Γιώργης Παυλόπουλος. Ο Τάκης Σινόπουλος. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος κι αυτός από την εφηβική γυμνασιοπαρέα της Πάτρας – ψυχίατρος στην Αμερική, κουμπάρος του Καχτίτση, στην Αμερική βλέπονταν συχνότατα, μεγάλος δημοσίευσε και ποιητικές συλλογές. Ο Σωκράτης Καψάσκης, πολυπράγμων, ανθολογημένος ποιητής, μεταφραστής του Οδυσσέα του Τζόις, σκηνοθέτης, ιδιοκτήτης του ιστορικού κινηματογράφου Στούντιο στην πλατεία Αμερικής και εισαγωγέας ποιοτικών ταινιών, που τις προμηθεύονταν οι ανά την Ελλάδα κινηματογραφικές λέσχες των δεκαετιών 1970-1980. Σημειωτέον ότι με τον Καψάσκη είχε διαφορές ο Καχτίτσης ωστόσο είχε τη θέση του κι αυτός στη Γάνδη. Ήταν ακόμη ο Θεόδωρος Βαρουξής ιδιοκτήτης της εφημερίδας Πατρίς του Πύργου, φύλλα της οποίας έστελνε ο Παυλόπουλος στον Καχτίτση να διαβάζει, τα κοινωνικά θέματα κυρίως, αυτά που έτρεφαν την αδηφάγα φαντασία του όπως την έτρεφε διαβάζοντας φακέλους ψυχικώς πασχόντων γυναικών του φίλου του Ντίνου Ηλιόπουλου, συμπτώματα των οποίων έβρισκε στον εαυτό του, τρέμοντας πάντα για τη ψυχική και σωματική του υγεία. Στην τετράδα προστίθενται κι άλλοι κατά καιρούς κι έπαιρναν ρόλους στην πόλη του Καχτίτση. Η Γάνδη δεν ανήκε σε κράτος, ήταν κράτος κι ονομάστηκε έτσι γιατί βρήκε τη λέξη «γοητευτική» ο Καχτίτσης. Πράγματι θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο γυναικείο όνομα στα ελληνικά. Ένα Γ προστίθεται στο Άνθη. Αναζητούσε τη μουσικότητα στις λέξεις – την ηχητικότητα – όπως έλεγε. Αφουγκραζόμενος το σύρσιμο της πέννας στο χαρτί, ίσως να άκουγε κάθε λέξη να αφήνει διαφορετικό ήχο από τις άλλες κατά το σύρσιμο. Η Γάνδη είναι στολισμένη με κτίρια βορειοευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, δεν έχει πολιτικές αντιπαλότητες, δεν έχει πολιτική ηγεσία, είναι όμως πολιορκημένη από έναν ύπουλο εχθρό (ποιος είναι αυτός δεν μαθαίνουμε). Παρ’ όλα αυτά σφύζει από κοινωνική ζωή. Όπερα, έρωτες, ίντριγκες, χοροεσπερίδες και νεκροταφεία που τη νύχτα τα φοβάσαι και στον ήλιο λάμπουν τα μάρμαρά τους. 

Φωτογραφίες της Γάνδης του Βελγίου: Ιδιωτική Οδός

Η Γάνδη είναι όμορφη (κατά σύμπτωση είναι κι η πραγματική Γάνδη), κάτι έχει στη μορφή της από την πόλη Κεμπέκ του Γαλλικού Καναδά. Οι εστέτ αξίζει να ζουν εκεί γιατί απεχθάνονται τις ασχήμιες σε όλες τους τις μορφές και γι’ αυτό υποφέρουν. Έτσι λέει και για τον εαυτό του. Και γράφει στον Παυλόπουλο αναφερόμενος στη Γάνδη του Τί σημασία μπορούν να έχουν τα ονόματα, για μας κάθε πόλη, κάθε πάρκο, κάθε σημείο της γης είναι μια Γάνδη. Μια ωραία Γάνδη αλλά πολιορκημένη. Έτσι επέλεξε αυτός και οι φίλοι του να είναι πολιορκημένοι από τις μικρότητες των άλλων, από την ασχήμια, από τα άγχη τους, από τους έρωτές τους. Μοιάζουν να λατρεύουν τους στίχους του Σαχτούρη: Πολιορκημένος είμαι σκοτεινιασμένος / από όλες τις πλευρές του έρωτά μου. Λίγο εγωιστικό; Απόλυτα εγωιστικό. Πρόκειται άλλωστε για ένα υπαρξιακό παιχνίδι. Στη Γάνδη λοιπόν ο Καχτίτσης έχει το ψευδώνυμο Στοππάκιος Παπένγκους. Το δημιούργησε από τα αρχικά που ήσαν γραμμένα σε ένα μικρό κανονάκι στο κοκκινόχωμα (γήπεδο τένις) στην παραλία του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα. Το μικρό κανονάκι επόπτευε την είσοδο στον λιμένα. Εννοείται πως ο Στοππάκιος Παπένγκους είναι ο βασικός ήρωας της υπαρξιακής παιχνιδούπολης. Ήρωας ή αντιήρωας; Και τα δύο μαζί. Γιατί ως ήρωας νοιάζεται πολύ για τη δόξα του, την οικονομική του δύναμη, την κατάκτηση των γυναικών, προδίδει και εγκληματεί για την καλοπέρασή του. Και αντιήρωας διότι οι ενοχές, τον κουρελιάζουν, τον μαζεύουν στο καβούκι του, δεν ξεμυτίζει από την ύπαρξή του. Η Γάνδη έχει και την εφημερίδα της. Λέγεται Πολιορκημένη Γάνδη και τη διαβάζει μόνο ένας: Ο Γιώργης Παυλόπουλος και του τη στέλνει ο συντάκτης της εφημερίδας Στοππάκιος Παπένγκους. Σ’ ένα φύλλο της εφημερίδας πάνω δεξιά υπάρχει μια λινοτυπία με μπούστο γυναίκας (μοιάζει με Γενοβέφα) με το δάχτυλο στο στόμα και ονομάζεται Γάνδη. Και στα περιεχόμενα υπάρχουν ένα σωρό κοινωνικά συμβάντα και περίεργες αγγελίες με χιούμορ γραμμένες. Σαν τις εφημερίδες που έγραφαν οι έφηβοι της εποχής του Καχτίτση για να τις διαβάζουν και να γελούν στις κοινωνικές τους συναναστροφές. Κάτι που θυμάμαι πως γινόταν και στους προσκόπους, όπου γράφονταν σατυρικές εφημερίδες και διαβάζονταν στις συγκεντρώσεις. Το παιδί Καχτίτσης συνόδευε πάντα τον ενήλικα Στοππάκιο Παπένγκους σε όλες τις συναναστροφές του. Μαζί δημιουργούσαν τις χαριτωμένες σκηνές που γοήτευαν τους άλλους. Ζούσαν σε μια ωραία πόλη που όμως είχε πολλές απόκρυφες ιστορίες και μυστήρια. Και πάντα οι ενοχές του Στοππάκιου Παπένγκους, απέναντι σε γυναίκες, ή σε κάτι που προξένησε κακό σε άλλον χωρίς να έχει πρόθεση ούτε να προέρχεται από αμέλειά του, παρηγορούνται από το «παιδί» Καχτίτση που τον συνοδεύει. 
Τη Γάνδη την επινόησε έφηβος και η επινόηση τον στοίχειωσε. Ήταν το αστείο του, η καταφυγή του, η μεταφορά σε φανταστικό επίπεδο της ζωής του. Το άλλο του πρόσωπο, ο Στοππάκιος Παπένγκους, φορτωνόταν όλα τα ανεξόφλητα χρέη του. Ήταν μια κακή τράπεζα, όπως λένε σήμερα. Και η Γάνδη μια πόλη με κακές τράπεζες. 
Ως Στοππάκιος Παπένγκους κι ως πολίτης της Γάνδης υπέγραφε τις επιστολές του προς τους Θεσσαλονικείς συγγραφείς .Το αστείο όμως αυτονομήθηκε. Η φανταστική του Γάνδη κήρυξε την ανεξαρτησία της ως πόλη – κράτος, αυτονομημένης, εσαεί πολιορκημένης και πηγή εμπνεύσεως. Γράφει, από την Ντουάλα του Καμερούν, το 1953 προς τον Παυλόπουλο: Άσχετα από τα φαιδρά της σημεία, πρέπει να ξέρεις, ότι η Γάνδη είναι τεράστιο θέμα και σοβαρότατο. 
Αν όμως η Γάνδη είναι συμβολική και φανταστική, η Λουτρόπολη των ονείρων του, τα Λουτρά Κυλλήνης, το Λίντζι, όπου τα καλοκαίρια πήγαινε για παραθερισμό και για μπάνια προφανώς με όλη την οικογένεια, υπάρχουν ολοζώντανα. Ο Καχτίτσης είδε τα Λουτρά Κυλλήνης στη μορφή που είχαν τη δεκαετία του 1930. Από τα κτίσματα εκείνης της εποχής, σήμερα σώζεται μόνο η μαρμάρινη ροτόντα που περιβάλλει με κίονες την πηγή. Το χρώμα της από τον καιρό έχει πάρει τις γκρίζες και μπεζ αποχρώσεις ενός σοφού κτιρίου που έχει να αφηγηθεί πολλά. Γύρω από την πηγή μυρίζει το θειάφι. Το νερό που κυλά ανάμεσα σε αμμοθίνες, λασπώνεται και πολλοί αλείφονται από τη λάσπη και στέκονται όρθιοι κάτω από τα πανύψηλα δέντρα σαν μύστες του Ασκληπειού και σαν ζόμπι πολλές φορές. Μόνο, άλλο ένα κτίριο, θυμίζει τη δεκαετία του 1930. Είναι μια παλιά στενόμακρη αποθήκη στα νότια της ροτόντας που έχει μετατραπεί σε στάβλο αλόγων όπου τα ιππεύουν οι τουρίστες για μια μικρή ρομαντική βόλτα στην περιοχή. Όλα τα άλλα έχουν αλλάξει δύο φορές. Την πρώτη φορά με τα κτίρια των Ξενία τη δεκαετία του 1960 σε αρχιτεκτονική Κωνσταντινίδη, ο οποίος σεβάστηκε το δάσος και τα έκτισε σε αρκετή απόσταση από την αιγιαλίτιδα ζώνη και τις αμμοθίνες, ανάμεσα σε πανύψηλους ευκάλυπτους. Αν το 1970 ο Καχτίτσης πήγαινε στα Λουτρά Κυλλήνης, αυτά τα κτίρια θα ‘βρισκε στη θέση του παλιού ξενοδοχείου με τις τριγωνικές γοτθικές αψίδες στη σκεπή του και τα μεγάλα σε ύψος παράθυρα. Ένα κτίριο βορειοευρωπαϊκής φλαμανδικής αρχιτεκτονικής που κατά σύμπτωση μοιάζει με ένα ξενοδοχείο της πραγματικής Γάνδης. Τα παλιά μικρά πλίθινα και πέτρινα σπιτάκια, αυθαίρετα ή όχι, προς ενοικίαση, είχαν κατεδαφισθεί και στη θέση τους είχαν χτιστεί διώροφα τσιμέντινα ξενοδοχειάκια Θα ‘βρισκε όμως ένα μεγάλο κάμπινγκ ελεύθερης κατασκήνωσης που τα καλοκαίρια στις έναστρες νύχτες άκουγες να τραγουδούν οι παρέες Τζόαν Μπαέζ και Μπομπ Ντύλαν. 
Σήμερα η περιοχή, δασωμένη όπως ήταν, νοικιάσθηκε ολόκληρη στα τέλη του 1990 σε ξενοδοχειακό συγκρότημα Resort και Spa. Φράχτηκε και πάνω στις αμμοθίνες χτίστηκαν αλυσίδες δωματίων και στούντιο, πισίνες και γηπεδάκια τένις. Πια η παραλία μπροστά από το συγκρότημα είναι χώρος άβατος για τους κοινούς θνητούς. Οι νόμοι βέβαια θεωρούν κοινόχρηστες τις αμμουδιές, ο καθείς έχει το δικαίωμα να ξαπλώσει να λιαστεί εκεί, αλλά μπάστακες φύλακες του συγκροτήματος με το ύφος τους σου δείχνουν ότι είσαι ανεπιθύμητος, σε αποτρέπουν ψυχολογικά από την επιθυμία να περπατήσεις στην αμμουδιά. Την αμμουδιά την χαίρονται πλούσιοι Ρώσοι ολιγάρχες, Έλληνες πολιτικοί και πριγκίπισσες από τη Σαουδική Αραβία. Έχω την τύχη ή την ατυχία – κάθε χρόνο την τελευταία δεκαετία – να μένω για δυο τρεις βδομάδες σε πανσιόν στον τελευταίο λόφο της διαδρομής από τη Γαστούνη προς τα λουτρά Κυλλήνης. Σε απόσταση χιλίων πεντακοσίων μέτρων από τα λουτρά και έχω τη θέα τους μπροστά μου. Η ομορφιά τους παραμένει. Το δάσος – αν και τσεκουρωμένο – στέκει στο ύψος του, το θειάφι μυρίζει έντονα και τώρα, παρότι το νερό έχει λιγοστέψει. Στην πανσιόν μένουν κυρίως Γερμανοί. Κάνουν απόλυτη ησυχία. Στις οκτώ το βράδυ είναι σαν να σημαίνει σιωπητήριο. Στη ράχη του λόφου της πανσιόν προς τη Γαστούνη περνούσαν οι ράγες του τρένου της γραμμής Καβάσιλα – Λουτρά, τώρα οι ράγες έχουν εξαφανισθεί κάτω από θάμνους. Κάθε χρόνο λοιπόν έχω την κατάλληλη ηρεμία – εξαιτίας των Γερμανών – και τις αφορμές από το τοπίο, να σκέφτομαι τον Καχτίτση και να δικαιολογώ τη λατρευτική προσήλωσή του στον τόπο αυτόν, στο μεγάλο παλιό ξενοδοχείο, στη ροτόντα της πηγής, στη θάλασσα, στο δάσος. 
Στις επιστολές του συνεχώς αναφέρεται στα Λουτρά Κυλλήνης. Εκεί θέλει να πάει εκδρομή μια φίλη του. Εκεί στέλνει στο μυθιστόρημά του Ο ήρωας της Γάνδης, τον Στοππάκιο με τη σύζυγό του. Στο γαμήλιο ταξίδι τους ανά τον κόσμο, γράφει, περνώντας από την Πελοπόννησο, πηγαίνουν στις Μυκήνες και σε μια λουτρόπολη που λέγεται «Λουτρά Κυλλήνης». Ούτε στην Ολυμπία, ούτε σε αρχαία Κόρινθο, ούτε σε Μυστρά. 
Μεταξύ των ουτοπικών σχεδίων του Καχτίτση, ήταν και η δημιουργία κοινοβίου συγγραφέων, να ζουν όλοι μαζί και να γράφουν. Το πιθανότερο βέβαια ήταν ότι θα έβγαζαν τα μάτια τους, αλλά ο Καχτίτσης διατηρούσε τον ρομαντισμό του. Έγραφε λοιπόν Μεγάλο Σάββατο του 1964 στον Παυλόπουλο πως για το κοινόβιό τους, θα επέλεγε την Κυλλήνη, ως τον πλέον κατάλληλο τόπο. Μάλιστα, αναρωτιόταν, μήπως ήταν δυνατόν να βρουν τουλάχιστον γι’ αυτόν μια τοποθεσιούλα κατάλληλη για αγορά «με δόσεις», αλλά να δούνε αν ακούγεται ωραία η θάλασσα το χειμώνα, τι μυρωδιά έρχεται από το δάσος.
Γράφει στον Γονατά στο γράμμα του Αυγούστου 1963, που αναφέρθηκε και πιο πάνω: 
Κάθομαι και περιγράφω εν εκτάσει τη λουτρόπολη αυτή – τη στιγμή κατά την οποία δε διαδραματίζεται σ’ αυτήν παρά ένας θάνατος, ο θάνατος της ηρωίδας μου, η οποία ζει σε άλλο μέρος. Προς τί λοιπόν όλες αυτές οι 6 περίπου δακτυλογραφημένες σελίδες περιγραφής της Λουτρόπολης – όταν η υπόθεση η οποία πιάνει, είναι αλήθεια, πολύ περισσότερες, εκτυλίσσεται αλλού; Το δράμα όμως είναι ότι, τουλάχιστον στη δική μου φαντασία, η λουτρόπολη αυτή και η πλοκή του «έργου» είναι άρρηκτα συνδεδεμένα…. Ναι, η ηρωίδα μου βρίσκεται πνιγμένη μέσα σε μία από τις μπανιέρες των λουτρών αυτών. Αλλά είναι άραγε αρκετό αυτό για να επεκταθώ στην περιγραφή της λουτρόπολης αυτής – όπως επίσης και στην άλλη περιγραφή του ταξιδιού με το τραίνο μέχρι εκεί; Πολύ θα ήθελα να έπειθα τον εαυτό μου να σας έστελνε όλο το κείμενο. Εντωμεταξύ παθαίνω και το άλλο, ότι δεν εννοώ επιτέλους να δώσω ένα τέλος, και μέσα στο μυαλό μου εκτυλίσσονται όλο και νέες σκηνές, ad infinitum. Μήπως θα ήταν δυνατόν να είχα μια συγκεκριμένη απάντησή σας πάνω σ’αυτό; Το μόνο ελαφρυντικό σε όλα αυτά είναι ότι η εν λόγω ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΗ έχει πάρει μορφή απομνημονευμάτων – αλλά όχι και η υπόθεση της ηρωίδας μου (μιας γιατρίνας), η οποία είναι γραμμένη με ύφος καθαρά αφηγηματικό. Είναι αλήθεια επίσης ότι στη Λουτρόπολη αυτή εγνώρισα, ως μικρό παιδί, την ηρωίδα μου αυτή, και σ’ αυτή την ίδια λουτρόπολη την κατασκόπευα αργότερα να απιστεί στον άντρα της και σ’ εμένα, πίσω από κάτι θάμνους. Τέλος, σ’ αυτήν καταφεύγει η ηρωίδα μου κάθε φορά που θέλει να φύγει από το πνιγηρό περιβάλλον του σπιτιού στο οποίο μένει με το γιατρό. 
Εν τέλει δεν είδαμε τυπωμένο τι έγραφε το 1963 για τη Λουτρόπολη. Όμως στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Παλίμψηστος, δημοσίευσε με ψευδώνυμο το διήγημα Ριρίκα και Κυλλήνη στ’ αγγλικά που φέρεται πως είχε γραφτεί από το 1956. Εκπλήρωσε με τη δημοσίευσή του τις οφειλές στα νηπιακά και παιδικά του χρόνια προς την Κυλλήνη και το τρενάκι που τον πήγαινε εκεί. Όμως το ταλαιπωρημένο κι αργό τρενάκι μεταμορφώθηκε στο διήγημα σε τρένο ανάλογης ομορφιάς με το Όριαντ Εξπρές, οι επιβάτισσες είναι κυρίες με τα όλα τους, καλοχτενισμένες, καλοντυμένες κι όχι γριούλες χτυπημένες από ρευματικά και αρθριτικά. Τα Λουτρά μεταμορφώθηκαν σαν το Μπράιτον της Αγγλίας. Το δάσος έγινε δάση με αγριογούρουνα και βελανιδιές της Βόρειας Ευρώπης. 


Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΗ ΓΑΝΔΗ 
Στις 18 Δεκεμβρίου 2004, βραδάκι στον σιδηροδρομικό σταθμό Λεχαινών, ένα από τα κτίσματα Ιταλών αρχιτεκτόνων για τους σιδηροδρόμους της Πελοποννήσου, οι πολίτες της πόλης – κράτους Γάνδη, Γιώργης Παυλόπουλος, Θεόδωρος Βαρουξής και Ντίνος Ηλιόπουλος στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους, θα μιλούσαν για τον ιδρυτή της πόλης – κράτους Νίκο Καχτίτση. Η ομιλία θα γινόταν εκεί που ήταν η αίθουσα του παλαιού καφενείου του σταθμού που είχε πάψει να λειτουργεί, γιατί τα τρένα θα έπαυαν πια να σφυρίζουν. Οι διαδρομές των τρένων θα τερματίζονταν. Από επιμονή των νέων εκείνων που είχαν αφιερώσει στον Καχτίτση το ενδέκατο τεύχος του περιοδικού Διάλογος το 1980 και το 2004 ήσαν μεσήλικες, οι αρμόδιοι του Σιδηρόδρομου επέτρεψαν η αίθουσα του καφενείου να μετατραπεί σε πολιτιστικό στέκι – μπαρ. Οι δυο από τους τρεις ομιλητές, οι Ντίνος Ηλιόπουλος και Γιώργης Παυλόπουλος είχαν συμμετάσχει και το 1990 σε εκδήλωση για τα είκοσι χρόνια από το θάνατο του Νίκου Καχτίτση στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. Την είχε οργανώσει ο υπεύθυνος, υπάλληλος του Δήμου Πατρέων για τον πολιτισμό, ποιητής, Δημήτρης Παπανικολάου στις 25 Μαΐου, ημέρα θανάτου του Καχτίτση. Ο Δημήτρης Παπανικολάου δίνει λατρευτική σημασία στους συμβολισμούς που αφορούν μνημόσυνες τελετές. Ο ίδιος άλλωστε μοιάζει με θρησκευτική φιγούρα του Ελ Γκρέκο με οστεώδες πρόσωπο και το διεισδυτικό βλέμμα του. Ο τρίτος ομιλητής στην Πάτρα ήταν ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, ο διαπρύσιος υποστηρικτής του Καχτίτση. Η εκδήλωση στην Πάτρα είχε την επισημότητα που επέβαλε η αίθουσα της πινακοθήκης με το παγερό φως. Οι ομιλίες των Παυλόπουλου και Παπαδημητρακόπουλου γοητευτικές μεν, μεγάλες δε, κούρασαν το κοινό που καθόταν σε άβολες καρέκλες. Την παράσταση την έκλεψε ο Ντίνος Ηλιόπουλος, που, ως ψυχίατρος με μια ματιά αντιλήφθηκε την ψυχική κατάσταση των κουρασμένων ακροατών, και όταν ήρθε η σειρά του σηκώθηκε, ξέσφιξε λίγο τον κόμπο της γραβάτας του και είπε: Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω. Εγώ θα σας ζητήσω μόνο να σηκωθούμε να τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή. Σηκώθηκαν όλοι λυτρωμένοι να ξεπιαστούν και η εκδήλωση τελείωσε με επιτυχία. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος μόλις είχε επιστρέψει τότε στην Ελλάδα από την Αμερική και θα έμενε μόνιμα στην Πάτρα. 
Το 2004 στον σταθμό των Λεχαινών, τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Ήσαν όλοι όσοι αγαπούσαν τον Καχτίτση, καθισμένοι άνετα στις πολυθρόνες του μπαρ, πίνοντας και καπνίζοντας. Έξω έριχνε χιονόνερο αλλά το μπαρ είχε ζεστασιά. Είχαμε βγάλει παλτά και σακάκια, μερικοί είχαν μείνει με τα πουκάμισα. Οι γέροντες πια ομιλητές δεν είχαν όρεξη να παραστήσουν τους καθηγητές Πανεπιστημίου, θυμήθηκαν τα νιάτα τους, τις τρέλες τους, τις παραξενιές του φίλους τους, τις κακιούλες του, την παιδικότητά του, τις αντιθέσεις τους με αυτόν, τον θαυμασμό τους για το πώς κατόρθωσε τα παιχνίδια του, η φανταστική του πόλη Γάνδη, να αποτελέσουν την πηγή των ιδεών του για τα βιβλία του, που βέβαια έγιναν λογοτεχνία – οι ιδέες αυτές – με την επίμονη δουλειά. Το μόνο που έλειπε από τη βραδυά αυτή ήταν να ακουστεί το σφύριγμα της Ριρίκας έξω από το σταθμό, στα πανύψηλα δέντρα και να ανέβουμε όλοι, πιωμένοι και μη, για μια βόλτα στα Λουτρά Κυλλήνης. Ωστόσο η βραδυά ήταν μια εύθυμη και μεθυσμένη έξοδος από τη μελαγχολική Γάνδη. Η πολιορκία της πόλης – κράτους λύθηκε. Υπήρχε το παιδί Καχτίτσης στην γενέτειρα γη του και όχι το δημιούργημά του Στοππάκιος Παπένγκους, ένα τέρας που αυτοκτόνησε από τις τύψεις του. Ξεφύγαμε από τη μαγγανεία της γραφής, της Κίρκης που κρατάει ως μαγικό ραβδί την πέννα, πετώντας καβάλα σε σκουπόξυλα, όπως οι επαίτες της πολιορκημένης παραγκούπολης της ταινίας «Θαύμα στο Μιλάνο» του Ντε Σίκα. 

Ο σταθμός των τρένων στη Γάνδη ιδιαίτερος και αρχιτεκτονικά - φέρνει κάτι από ανατολή - και διακοσμητικά.


Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ «ΛΕΥΚΩΜΑ» ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΔΑ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Του Προμηθέα, Του Διονυσίου Σολωμού, Του Ιονίου, Της Αχμάτοβα, Μανία με τον Καβάφη, είναι μερικοί τίτλοι ποιημάτων της νέας συλλογής του Βασίλη Λαδά, με τίτλο «Λεύκωμα» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2020).
Θαρρείς πως ο ποιητής αποτίει φόρο τιμής στην προσωπική του μυθολογία…
Από την άλλη υπάρχουν, η Κάτια, Το κορίτσι του σούπερ μάρκετ, Το κορίτσι που φοβόταν, οι Άταφοι νεκροί, Η Βασίλισσα του Πόνου, η Πνέουσα (που μου θυμίζει την «φεύγουσα» της Ελευσίνας), η διάφανη κ.α. που συγκροτούν την ερωτική μυθολογία του Β. Λαδά.
Οι τρείς ενότητες της συλλογής θα μπορούσαν να συνοψιστούν στο τρίπτυχο «Έρωτας – Πτώση – Θρήνος». Μα το κυρίαρχο στοιχείο είναι, νομίζω, το ερωτικό. Ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ποιητική συλλογή του Β. Λαδά.
Το κορίτσι που φοβόταν, με παραπέμπει στο «μεθυσμένο κορίτσι» του Μάνου Χατζιδάκι, από τον δίσκο «Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης». Το κορίτσι στον Λαδά είναι τρυφερό, όπως και στον Χατζιδάκι, και «παίζει στο θάνατο κρυφτό». Κι αυτή είναι η επ-ανάστασή της. Παραμένει απτόητη.
«Εσύ να μένεις νέα κι αρυτίδωτη
κι ας σε κουρσεύουν στις πτώσεις σου».
Αλλά, ο Λαδάς είναι ο ποιητής των μεταναστών και δεν θα μπορούσαν να λείπουν από δω. Τα τελευταία ποιήματα της συλλογής είναι γι’ αυτούς. Μα είναι ερωτικά. Το μοιρολόι είναι τρυφερό, αγαπητικό. Η τοποθέτηση του Λαδά για τους μετανάστες, δεν είναι, νομίζω, απλώς ανθρωπιστική. Είναι ερωτική υπό την έννοια ότι αγαπάει γενικά τον άνθρωπο και – ναι! – είμαστε όλοι μετανάστες, αφού περαστικοί είμαστε απ’ αυτή τη ζωή. «Η δύναμη της αγάπης ανασταίνει», λέει ο ποιητής και όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν.
Τα ποιήματα αυτά του Βασίλη Λαδά θα μπορούσαν να είναι «Εικόνες αγαπημένες της ζωής» ή και «Βεγγαλικά» που φωτίζουν το βίο. Θραύσματα ενός καθρέφτη που έσπασε, αλλά δεν έφερε γρουσουζιά, μα παρηγοριά ποιητική:
«Το ξέρουμε ότι έρχονται κι άλλα αδιέξοδα και μεταλλάξεις
Αλλά κάθε μέρα που περνά είναι μια νίκη για τους έρωτες».

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

«Οι μισές απόκριες ανήκουν στους νεκρούς»...


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
«Οι μισές απόκριες ανήκουν στους νεκρούς», λέει ο ποιητής, παραπέμποντας ίσα στα συναξάρια: Το Σαββάτο προ της Απόκρεω «μνήμην επιτελούμεν πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων» και το Σάββατο της Τυρινής «μνήμην επιτελούμεν πάντων των εν ασκήσει λαμψάντων». Οι νεκροί μάς καλούν σ’ ένα «διπλό ταξίδι». Σε μια εσχατολογική προοπτική όπου ο υλικός κόσμος χάνει τη συνοχή του και ο χρόνος τη διάρκειά του καθώς «παγιδευμένοι είμαστε στην αβεβαιότητα…».
Η «μελέτη θανάτου» των αρχαίων και η «μνήμη θανάτου» των χριστιανών, συναντώνται εκεί όπου «ξαφνικά πρόσωπο ζωντανό φορά μάσκα θανάτου». Και ζει το πρόσωπο ζώντας τον θάνατό του. Χωρίς, ίσως, να το ξέρει.
«Κι όποια μνήμη κρύβεται στο κρυφτό
φοβάται πως για πάντα θα χαθεί
κι όποια κρύβεται νεκρή
φοβάται πως ζωντανή θα τη βρούν».
Η μνήμη που κρύβεται στο κρυφτό γεννάει λήθη. Η άλλη που κρύβεται νεκρή τίκτει αιωνιότητα. Τα πάντα, στην ποίηση του Β. Αρφάνη, διηγούμενα φθορά, θάνατο και ματαιότητα, υποδηλώνουν την αναζήτηση και τα βάθη κάποιου άλλου Είναι. Το Είναι του Ενός Καθολικού Προσώπου που ανακαλύπτεται διά της αγνωσίας:
«Χωρίς να ξέρω το ένα πρόσωπό μου
το ένα και μοναδικό που σε μια μόνο πόλη ζει
σε ένα σπίτι μόνο επιστρέφει
μόνο μια πόρτα ανοίγει».
Η αιωνιότητα, δια της μνήμης θανάτου, κρούει την θύρα της ψυχής, που είναι κλειστή από το φόβο. Την ανοίγει και κατοικεί μόνιμα πια εκεί ο «άφοβος φόβος» που φέρνει η τελεία συναίσθησις του θανάτου.
Το Καρναβάλι του Β. Αρφάνη είναι, λοιπόν, τα παιδικά χρόνια, τα παιχνίδια στον κήπο, χορός με τους αθέατους, οδυνηρή εναλλαγή προσώπου και μάσκας, «σώματα που είναι άφαντα από χρόνια», σπίτια μνήμης, μνήμες που με δείπνο μοιάζουν, η εικόνα της μάνας του που χορεύει κοκέτα, δυο ερωτευμένοι που δεν γνωρίζονται, ο χαρταετός στον ουρανό μαζί με το πέταγμα του εαυτού, ένας καφές μοναχικός – συνομιλία με το χρόνο, προσκλητήριο νεκρών, μνήμη θανάτου.
Το Καρναβάλι του Β. Αρφάνη είναι ένα φιλί. Ένα φιλί ηδονικό που δίνει στο Χάρο «ο ωραίος της παρέας που μοιραία γυναίκα είχε ντυθεί», ένα
«φιλί ειρηνικό
που έκανε ύστερα τον γύρω της παρέας
σαν το κοινό ποτήρι το κρασί
στα μυστικά μας δείπνα».
Στο Καρναβάλι του Β. Αρφάνη η Κυριακή βάφεται Κόκκινη. Συναντάς ζευγάρια που γλίτωσαν από τους κεραυνούς, μικροπωλητές που στους πάγκους στεγνώνουν τα μάγια, παλιούς θεούς ανάμεσα στα τραπεζάκια, ζητιάνους που γλίτωσαν από τις κατολισθήσεις και φοράνε τα καλά τους γάντια. Και για φινάλε: «Η πόλη επέζησε χάρις στο Θεό».
Και ο Θεός ζει δια της μνήμης θανάτου. Η μνήμη του θανάτου δίνεται στον άνθρωπο από τον Θεό, για να τον σώσει από τον θάνατο, λένε οι Πατέρες. Εδώ ο ποιητής ιστορεί τις δικές του Απόκριες ως γεγονός υπαρξιακό, που προϋποθέτει νηφάλιο μέθη μιας αυξανόμενης μνήμης θανάτου, που πάσχει τα ανθρώπινα και τα θεία.
Από τη συλλογή ΑΠΟΚΡΕΩ του Βασίλη Αρφάνη (φιλολογικό ψευδώνυμο του πατρινού λογοτέχνη Βασίλη Λαδά), η οποία εκδόθηκε στα 2004 (Αθήνα, εκδ. Γαβριηλίδης), επέλεξα και διάβασα στην πρώτη εκδήλωση με τον γενικό τίτλο "Πατρινοί συνθέτες - Πατρινοί ποιητές", που διοργανώσαμε με το Καλλιτεχνικό Σύνολο "Πολύτροπον" στην Αθήνα, το ποίημα "Με κρασί και μύρα"
"Με κρασί, με μύρα, με αρώματα
θα πλύνω τα κόκαλά σου..."
Γιατί όπως λέει ο ποιητής: «Οι μισές απόκριες ανήκουν στους νεκρούς»...

Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΠΑΤΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ (ΦΩΤΟ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ)


Κείμενο – φωτογραφίες - βίντεο: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος 
Το νέο βιβλίο του λογοτέχνη Βασίλη Λαδά, με τίτλο «Στην ηλικία του Αβραάμ» (εκδόσεις Anima Libri) παρουσιάστηκε την Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018 το απόγευμα, σε εκδήλωση στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο «Οι εκδόσεις των Συναδέλφων», στα Εξάρχεια. 
Το βιβλίο είναι ένα δοκίμιο για την απήχηση του κινηματογράφου, μέσω ενός χρονικού της Κινηματογραφικής Λέσχης Πάτρας και μιας λοξής ματιάς στο σώμα της πόλης της Πάτρας, από το 1978 ως και το 2017. Αφορμή για τη συγγραφή του στάθηκε η επέτειος των 40 χρόνων της Κινηματογραφικής Λέσχης Πάτρας (1978-2018). 
Για το βιβλίο μίλησαν στην εκδήλωση της Αθήνας: η θεατρολόγος Ασπασία Λυκουργιώτη και οι σκηνοθέτες Τώνης Λυκουρέσης και Στέλιος Χαραλαμπόπουλος. 
Και οι τρεις ομιλητές ήσαν καίριοι και ουσιαστικοί, εστιάζοντας στην ρίζα και διάρκεια της Κινηματογραφικής Λέσχης Πάτρας, στην προοπτική του κινηματογράφου στην ψηφιακή εποχή και βέβαια στην κοφτερή, αλλά και συγκινητική γραφή του Βασίλη Λαδά. 
Στο τέλος μίλησε και ο συγγραφέας, προβαίνοντας σε ρεαλιστικές παρατηρήσεις για την πορεία της Πάτρας από τη δεκαετία του ’60 ως τις μέρες μας. Δεν παρέλειψε, φυσικά, να αναφέρει και την προσωπική του άποψη για την τύχη του κινηματογράφου στον 21ο αιώνα, «προφητεύοντας» ότι θα ζήσει αυτή η σημαντική τέχνη του 20ού αιώνα, αφού το συστατικό της είναι κυρίως οι κινούμενες εικόνες. 
Η εκδήλωση έκλεισε με παρέμβαση της συγγραφέως Ρέας Γαλανάκη, η οποία υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Κινηματογραφικής Λέσχης Πάτρας. Η Ρέα Γαλανάκη εξήρε την προσφορά του Βασίλη Λαδά στην ίδρυση και λειτουργία της Λέσχης, τονίζοντας ότι η συμβολή του υπήρξε απολύτως καθοριστική στα πρώτα της βήματα. 
Στην εκδήλωση παρέστησαν μεταξύ άλλων: ο καθηγητής Ηλίας Κούβελας, εκ των ιδρυτικών μελών της Λέσχης, ο επί σειρά ετών πρόεδρός της Λάκης Φιλιππάτος, η εικαστικός Κλεοπάτρα Δίγκα, ο φιλόλογος και συγγραφέας Δημήτρης Δασκαλόπουλος, η Ρόη Μαλλιώρη, επίσης από τα ιδρυτικά μέλη της Λέσχης, η δημοσιογράφος Μαριάννα Τζιαντζή κ.α.


Related Posts with Thumbnails