Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Μέγας Πρόδρομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Μέγας Πρόδρομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ Ν. ΨΥΧΙΚΟΥ

Σήμερα, Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026, εορτή της Συνάξεως του Τιμίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, τελέστηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού, προεξάρχοντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπιυ Ταλαντίου κ. Θεολόγου. 

Με τον Θεοφιλέστατο συλλειτούργησαν οι εφημέριοι του Ναού και ο πρωτοπρεσβύτερος π. Σταύρος Τριανταφύλλου, κληρικός της Μητροπόλεως Βελγίου. 



Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Άη-Γιάννης Πρόδρομος Σουνίου


Αριστείδης Γ. Κανατούρης
29 Αυγούστου 2024 
Στην καρδιά του Σουνίου, αντικρυστά με τον αρχαίο Ναό του Ποσειδώνος, στέκεται το μικρό χαριτωμένο εκκλησάκι του Άη-Γιάννη Πρόδρομου, ρημαγμένο και λεηλατημένο από βάνδαλα και ιερόσυλα χέρια, που δεν τους φάνηκε αρκετό να γκρεμίσουν το απέριττο μικρό καμπαναριό του και να το απογυμνώσουν από τους σοβάδες εξωτερικά και από όλες τις εικόνες και τα ιερά σκεύη του εσωτερικά, αλλά έφθασαν μέχρι να σκάψουν το ιερό του, ψάχνοντας να βρουν ένα θησαυρό! (Εφημ. Πρώτο Θέμα 4/11/2014) (φωτ.1). 
Είναι ένα εκκλησάκι που κάποτε, μέχρι πριν από χρόνια ως τις αρχές του αιώνα μας, αποτελούσε ένα κόσμημα της περιοχής, κι’ ας βρισκόταν άλλοτε – πριν τη μεγάλη πυρκαγιά του 1994 – κρυμμένο ανάμεσα στα πεύκα. Ένα εκκλησάκι χτισμένο το 1919 με δαπάνη της Καλούλας Ι. Βατίστα, όπως γράφει η μαρμάρινη επιγραφή πάνω από την πόρτα του (φωτ.2). 


Ένα εκκλησάκι με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία, που του αξίζει και θάπρεπε να είχε κηρυχθεί νεώτερο μνημείο από την πολιτεία. Ένα εκκλησάκι που τόσο όμορφα απεικόνισε το 1933 η καλλιτέχνιδα Mary Peters σε κεραμικό πιάτο του «ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ» (φωτ.3). 


Η κτήτωρ του ναού, Καλλιόπη (Καλούλα), κόρη του γιατρού Νικολάου Ξάνθου, ήταν σύζυγος του Ιωάννη Νικ. Βατίστα (Πειραιάς, 1869-1934), ο πατέρας του οποίου – προερχόμενος από το Λάχι Λακωνίας – υπήρξε ένας από τους πρώτους οικιστές του Πειραιά. Ο Ιωάννης Βατίστας ήταν δικηγόρος, βιομήχανος, μέτοχος και σημαντικό στέλεχος σε διάφορες οινοποιητικές εταιρείες, και τραπεζίτης. Διετέλεσε επίσης δημοτικός σύμβουλος και για πολλά χρόνια βουλευτής Πειραιώς, γι’αυτό και η πόλη του τον τίμησε αποδίδοντας το όνομά του σε ένα δρόμο της. Απέκτησε ακίνητη περιουσία και στο Σούνιο όπου, γύρω από το εκκλησάκι έχτισε την έπαυλή του, που αργότερα μετατράπηκε σε ξενοδοχείο, και τα λοιπά κτίσματα που σήμερα είναι ερείπια, για να χρησιμεύσουν ως καταλύματα στους κυνηγούς που έρχονταν τότε στην περιοχή, φημισμένη για το κυνήγι της. 
Το εκκλησάκι χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Παπακωνσταντίνου, μηχανικού του Δήμου Πειραιώς, ο οποίος είχε σχεδιάσει στον Πειραιά και το κτήριο της Δημοτικής Πινακοθήκης που χτίστηκε το 1899 για να στεγάσει τα Τ-Τ-Τ (Ταχυδρομείο-Τηλέγραφος-Τηλέφωνο). Την κατασκευή του ναού ανέλαβε ο Νικόλαος Παχούλης, τεχνίτης οικοδόμος από το Λαύριο, υπό την επίβλεψη του παραπάνω αρχιτέκτονος, ο οποίος έμεινε τόσο πολύ ικανοποιημένος ώστε να του χορηγήσει ένα πολύ θερμό πιστοποιητικό καλής εκτέλεσης (φωτ.4). 


Τα εγκαίνιά του έγιναν επίσημα σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησίας, ανήμερα της γιορτής του, στις 29 Αυγούστου 1919, από τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη (1918-1920), όπως πιστοποιεί το «αντιμήνσιον» που σώζεται στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Λαυρίου (φωτ.5). 


Αυτό το εκκλησάκι μού φέρνει στο νου τα παιδικά μου χρόνια, όταν ανήμερα της γιορτής του (29 Αυγούστου, η Εκκλησία μας τιμά την «Μνήμη της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Προφήτου Προδρόμου»), πρωί-πρωί παίρναμε το λεωφορείο για το Σούνιο μαζί με άλλα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα και πηγαίναμε σ’ αυτό για να λειτουργηθούμε και να περάσουμε την υπόλοιπη μέρα κάτω από τα πυκνά πεύκα που το περιτριγύριζαν, έχοντας μαζί μας και τα απαραίτητα εφόδια: ψωμί, ντομάτες, ελιές, σταφύλια και σύκα (νηστεία γαρ!). Και κατά το σούρουπο, παίρναμε το λεωφορείο για την επιστροφή στο Λαύριο. 
Φέτος όμως, όπως και εδώ και πολλά χρόνια, το εκκλησάκι του Άη-Γιάννη παρέμεινε αλειτούργητο, σιωπηλό, χωρίς παπά και πιστούς, χωρίς εικόνες και καντήλια αναμμένα (δεν άφησαν τίποτε οι ιερόσυλοι, τα έχουν κλέψει όλα). Στέκει εκεί όρθιο (για πόσο καιρό ακόμη;) για να αποτελεί ένα όνειδος εις βάρος των τωρινών ιδιοκτητών στα μάτια των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και ξένων επισκεπτών που περνούν απ’εκεί πηγαίνοντας στο Ναό του Ποσειδώνος! Κι αφού οι ιδιοκτήτες του δεν ενδιαφέρονται να το διασώσουν, δεν θα ‘πρεπε να φροντίσει η Μητρόπολη, ο Δήμος, το Υπουργείο Πολιτισμού ή κάποιος άλλος κρατικός ή ιδιωτικός φορέας; 
Σημ. Μια συντομότερη αναφορά μου στο θέμα έχει δημοσιευθεί στην τοπική εφημερίδα «ΝΤΕΛΑΛΗΣ Σαρωνικού και Λαυρεωτικής», Σεπτ.-Οκτ.2018, σ.18. Δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει καμμιά πρόοδος. 
Φωτογραφίες: 
Οι φωτ.1 & 2 ανήκουν στον Γιώργο Γιατράκο 
Η φωτ.3 (πιάτο Κεραμεικού) από το διαδίκτυο 
Η φωτ. 4 (πιστοποιητικό) ανήκει στην κα Σούλα Αργυροπούλου, εγγονή του Νικ.Παχούλη 
Η φωτ. 5 (αντιμήνσιον) ανήκει στον Αρχιμ. Τιμόθεο Αγγελή

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2024

ΟΙ ΟΠΕΡΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
"Γενεθλίων τελουμένων, του αναιδεστάτου Ηρώδου, της ασελγούς ορχηστρίδος, επληρούτο η διάθεσις του όρκου…", «Ωρχήσατο η μαθήτρια, του παμπονήρου διαβόλου, και την κεφαλήν σου Πρόδρομε, μισθόν αφείλετο…», «…ο επίγειος Άγγελος, πορνικής ορχήσεως, αναδείκνυται έπαθλον..» (Από την υμνολογία της εορτής της Αποτομής της Κεφαλής του Προδρόμου). 
Το όνομα του ασελγούς κορίου δεν μας διασώζει ούτε ο Ευαγγελιστής Μάρκος που περιγράφει τα της αποτομής της κεφαλής του Προδρόμου ούτε η υμνογραφία. Έφθασε ως εμάς μάλλον μέσω του ρωμαίου ιστορικού Φλάβιου Ιώσηπου, ο οποίος περιέγραψε την Σαλώμη ως «τη γυναίκα που χόρεψε στη γιορτή του Ηρώδη και ζήτησε το κεφάλι του Βαπτιστή». 
Αυτή η Σαλώμη μεταμορφώθηκε σε ένα πρόσωπο – σύμβολο μιας ταραχώδους και συνταρακτικής περιόδου στην ιστορία της τέχνης, όπως ήταν το μεταίχμιο του 19ου και 20ου αιώνα. Είναι, όπως ακριβώς η Λούλου του Φρανκ Βέντεκιντ, η τέλεια ενσάρκωση της μοιραίας γυναίκας που οδηγεί στην καταστροφή όλους τους άνδρες που θα βρεθούν στο δρόμο της.
Μαζί της ασχολήθηκαν σπουδαίοι ποιητές, συγγραφείς και ζωγράφοι, όπως ο Στεφάν Μαλαρμέ, ο Ζορί – Καρλ Υσμάν, ο Γκιστάβ Μορώ, μέχρι που ήλθε ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο οποίος το 1892 έγραψε ένα θεατρικό έργο με θέμα τη μορφή της Σαλώμης. Μάλιστα, φαίνεται πως η συνάντηση του Ουάιλντ με τον Μαλαρμέ και η συζήτηση για το ημιτελές έργο του τελευταίου Ηρωδιάδα, καθώς και δύο πίνακες του Γκιστάβ Μορό με θέμα τη Σαλώμη και τη Χίμαιρα (όπως επίσης και σχετικά κείμενα που διάβασε γι’ αυτούς), ήταν καθοριστικοί παράγοντες στη σύλληψη και το γράψιμο του έργου.

«Η Σαλώμη χορεύει μπροστά στον Ηρώδη». Πίνακας του Γκιστάβ Μορό
που ζωγράφισε μεταξύ του 1874 και του 1876

Η ΣΑΛΩΜΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΟΥΣ
Όταν ο Ουάιλντ γράφει στη γαλλική γλώσσα τη Σαλώμη, ένα δράμα-μελέτη με θέμα τη σεξουαλική νεύρωση, έρχεται αντιμέτωπος με τα πουριτανικά ήθη της εποχής του αλλά και με τη βικτωριανή λογοκρισία, η οποία απαγορεύει την παράσταση του έργου στην Αγγλία, εξαιτίας τόσο του βιβλικού θέματος όσο και του έντονου αισθησιασμού του. 
Δέκα χρόνια αργότερα ο Ρίχαρντ Στράους χρησιμοποιεί τη γερμανική μετάφραση του Χέντβικ Λάχμαν ως λιμπρέτο της όπερας Σαλώμη, η οποία πρωτοπαρουσιάζεται στην Όπερα της Δρέσδης στις 9 Δεκεμβρίου 1905 με θριαμβευτική επιτυχία. Τα επόμενα χρόνια η όπερα ανεβαίνει στις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές του κόσμου καθιερώνοντας διεθνώς το συνθέτη της, ο οποίος πέρασε στην Ιστορία ως ο συνθέτης του πιο σκανδαλώδους θεάματος της γενιάς του. 
Η παρακμή και ο παθιασμένος ερωτισμός που απέπνεε ξένισαν την αστική κοινωνία της εποχής. Το έργο ανέβηκε στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης τη μία βραδιά για να κατέβει την αμέσως επομένη κατόπιν οργισμένης αντίδρασης του κοινού. Στην πρεμιέρα της Δρέσδης η πρώτη ερμηνεύτρια του ρόλου αντιτάχθηκε στον περίφημο «Χορό των επτά πέπλων» αναφωνώντας: «Δεν πρόκειται να το κάνω. Είμαι μια αξιοπρεπής γυναίκα!».
Σε κάθε ανέβασμά της η Σαλώμη προκαλεί έως και σήμερα ιδιαίτερη αίσθηση και συχνά σκανδαλίζει με τολμηρές σκηνές όπως ο "Χορός των επτά πέπλων" και ο ερωτικός μονόλογος που τραγουδάει η κεντρική ηρωίδα κρατώντας στα χέρια της την κομμένη κεφαλή του Ιωάννη.
Η όπερα αποτελείται από τέσσερις μεγάλες σκηνές οι οποίες χωρίζονται από συμφωνικά ιντερλούδια. Το έργο ακολουθεί τις αρχές του βαγκνερικού μουσικού δράματος, που βασίζεται σε μια συνεχή ροή μουσικής, αμιγώς συμφωνικής, απ’ όπου ξεχωρίζουν ένας μεγάλος αριθμός καθοδηγητικών μοτίβων, που συμβολίζουν τους διάφορους ήρωες του δράματος.
Η όπερα τελειώνει με τον θάνατο της Σαλώμης, που ο Ηρώδης προστάζει, καθώς δεν αντέχει να τη βλέπει να περιφέρει την κεφαλή του Βαπτιστή σε μια κατάσταση μακάβριας έκστασης. Έτσι, με μερικές ωμές και ανελέητες συγχορδίες ολοκληρώνεται αυτή η όπερα του Στράους, που κατέχει κεντρική θέση στο ρεπερτόριο του 20ου αιώνα και πλέον όλων των εποχών.
Παραθέτουμε τον περίφημο "Χορό των επτά πέπλων", από το ανέβασμα του έργου στην Royal Opera Covent Garden (Λονδίνο, 1997).
Και να σημειώσουμε ότι στις 15 Μαΐου 1926 το αθηναϊκό κοινό είχε την ευκαιρία να απολαύσει τον Γερμανό συνθέτη Ρίχαρντ Στράους, ο οποίος έδωσε συναυλία στο Παναθηναϊκό Στάδιο και δέκα χιλιάδες θεατές συγκεντρώθηκαν για να ακούσουν έργα του.
Κορυφαία στιγμή της συναυλίας ήταν όταν ακούστηκε «Ο χορός της Σαλώμης», από την ομώνυμη όπερα. 

Ο Ρίχαρντ Στράους στην Αθήνα το 1926 διηύθυνε  τον περίφημο "Χορό της Σαλώμης" 

Ηρωδιάς (1843), του Paul Delaroche (1797-1856)

Η ΗΡΩΔΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΣΝΕ
O Γάλλος συνθέτης της δύσης του γαλλικού ρομαντισμού Jules Massenet (1842 – 1912) είναι ο συνθέτης της περίφημης Μανόν (1884) και του Βέρθερου (1892), αλλά πρώτα έγραψε την όπερα Ηρωδιάς (1881).
Η Ηρωδιάς (Hérodiade) είναι όπερα σε τέσσερις πράξεις, σε λιμπρέτο των Πωλ Μιλλιέ και Ανρύ Γκρεμόν, το οποίο βασίστηκε στο ομώνυμο έργο του Γκουστάβ Φλωμπέρ. Έχει ενδιαφέρον η θέση του ίδιου του Φλωμπέρ, όπως την διατυπώνει στην εισαγωγή του βιβλίου του: «Η ιστορία της Ηρωδιάδας, όπως εγώ την εννοώ, δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία. Εκείνο που με συναρπάζει εκεί μέσα, είναι η επίσημη εμφάνιση του Ηρώδη, που στην πραγματικότητα ήταν ένας νομάρχης και η άγρια προσωπικότητα της Ηρωδιάδας, ένα είδος Κλεοπάτρας...».
Η πρώτη παράσταση του έργου του Μασνέ δόθηκε στο θέατρο των Βρυξελλών Μονέ (Théâtre de la Monnaie) στις 19 Δεκεμβρίου του 1881 και τρία χρόνια μετά εκτελέστηκε στο Ιταλικό Θέατρο του Παρισιού. Για την επανεκτέλεση του έργου, ο Μασνέ διαφοροποίησε τη δομή του και ενώ αρχικά περιλάμβανε τρεις πράξεις και πέντε σκηνές, κατέληξε στη δομή των τεσσάρων πράξεων. Το κείμενο του έργου έχει Βιβλικές αναφορές και περιστρέφεται στον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Προδρόμου και στα αίτια που τον προκάλεσαν. Εκτός από το μίσος της Ηρωδιάδας προς τον Ιωάννη επειδή συνεχώς την έλεγχε, οι συγγραφείς ποιητές του έργου παρουσιάζουν και τη ζηλοτυπία που έτρεφε ο Ηρώδης, που ποθούσε τη Σαλώμη, την κόρη της Ηρωδιάδας από τον πρώτο της γάμο.
Η Ηρωδιάς θεωρείται από τα αρτιότερα και χαρακτηριστικότερα έργα του Μασνέ, στη μουσική του οποίου κυριαρχεί μια τάση έκφρασης αισθησιασμού, μειονέκτημα βέβαια για κάποιους, αλλά άριστα προσαρμοσμένη στη περίπτωση αυτή του θέματος. Αξιομνημόνευτη πάντως είναι η μουσική των μπαλέτων, ιδίως των Εβραίων γυναικών. Από δε τα υπόλοιπα μέρη του έργου ξεχωρίζουν η άρια της Σαλώμης, το ντουέτο Σαλώμης - Ηρώδη, το πρελούδιο της τρίτης πράξης καθώς και η περίφημη μονωδία του Ιωάννη εγκάθειρκτου. Φαίνεται, όμως, ότι στην ιστορία της όπερας η Ηρωδιάς του Μασνέ επισκιάστηκε τελικά από την Σαλώμη του Ρίχαρντ Στράους.
Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την όπερα με την δική μας Αγνή Μπάλτσα στον ομώνυμο ρόλο. Μαζί της οι Juan Pons και Placido Domingo (Βιέννη 1995).



Παρασκευή 23 Ιουνίου 2023

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΗΝ Ι. ΜΟΝΗ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ (24-6-1995 / ΗΧΗΤΙΚΟ)


Αποσπάσματα από ζωντανή ηχογράφηση Αγρυπνίας επί τη εορτή του Γενεσίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού, στην Ι. Μονή Παναγίας Γηροκομητίσσης Πατρών (23 προς 24 Ιουνίου 1995). 
Προεξάρχει ο Ηγούμενος της Μονής, Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης Συμεών Χατζής. 
Ψάλλουν: ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος, ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Σωτηρόπουλος και άλλοι νέοι των Πατρών. 
Ανάμεσα στα μέλη της Αγρυπνίας ξεχωρίζει το Δοξαστικό του Μ. Εσπερινού "Σήμερον του φωτός ο λύχνος...", σε ήχο πλ.β' και στο μέλος του Ιακώβου Πρωτοψάλτου. 

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του φιλολόγου - θεολόγου Γιάννη Γιγουρτσή
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το 'λεγε έτσι φτηνά-, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.


Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΗΝ Ι. ΜΟΝΗ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ (24-6-1995 / ΗΧΗΤΙΚΟ)


Αποσπάσματα από ζωντανή ηχογράφηση Αγρυπνίας επί τη εορτή του Γενεσίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού, στην Ι. Μονή Παναγίας Γηροκομητίσσης Πατρών (23 προς 24 Ιουνίου 1995). 
Προεξάρχει ο Ηγούμενος της Μονής, Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης Συμεών Χατζής. 
Ψάλλουν: ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος, ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Σωτηρόπουλος και άλλοι νέοι των Πατρών. 
Ανάμεσα στα μέλη της Αγρυπνίας ξεχωρίζει το Δοξαστικό του Μ. Εσπερινού "Σήμερον του φωτός ο λύχνος...", σε ήχο πλ.β' και στο μέλος του Ιακώβου Πρωτοψάλτου. 

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

ΟΙ ΟΠΕΡΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΤΗ


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
"Γενεθλίων τελουμένων, του αναιδεστάτου Ηρώδου, της ασελγούς ορχηστρίδος, επληρούτο η διάθεσις του όρκου…", «Ωρχήσατο η μαθήτρια, του παμπονήρου διαβόλου, και την κεφαλήν σου Πρόδρομε, μισθόν αφείλετο…», «…ο επίγειος Άγγελος, πορνικής ορχήσεως, αναδείκνυται έπαθλον..» (Από την υμνολογία της εορτής της Αποτομής της Κεφαλής του Προδρόμου). 
Το όνομα του ασελγούς κορίου δεν μας διασώζει ούτε ο Ευαγγελιστής Μάρκος που περιγράφει τα της αποτομής της κεφαλής του Προδρόμου ούτε η υμνογραφία. Έφθασε ως εμάς μάλλον μέσω του ρωμαίου ιστορικού Φλάβιου Ιώσηπου, ο οποίος περιέγραψε την Σαλώμη ως «τη γυναίκα που χόρεψε στη γιορτή του Ηρώδη και ζήτησε το κεφάλι του Βαπτιστή». 
Αυτή η Σαλώμη μεταμορφώθηκε σε ένα πρόσωπο – σύμβολο μιας ταραχώδους και συνταρακτικής περιόδου στην ιστορία της τέχνης, όπως ήταν το μεταίχμιο του 19ου και 20ου αιώνα. Είναι, όπως ακριβώς η Λούλου του Φρανκ Βέντεκιντ, η τέλεια ενσάρκωση της μοιραίας γυναίκας που οδηγεί στην καταστροφή όλους τους άνδρες που θα βρεθούν στο δρόμο της.
Μαζί της ασχολήθηκαν σπουδαίοι ποιητές, συγγραφείς και ζωγράφοι, όπως ο Στεφάν Μαλαρμέ, ο Ζορί – Καρλ Υσμάν, ο Γκιστάβ Μορώ, μέχρι που ήλθε ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο οποίος το 1892 έγραψε ένα θεατρικό έργο με θέμα τη μορφή της Σαλώμης. Μάλιστα, φαίνεται πως η συνάντηση του Ουάιλντ με τον Μαλαρμέ και η συζήτηση για το ημιτελές έργο του τελευταίου Ηρωδιάδα, καθώς και δύο πίνακες του Γκιστάβ Μορό με θέμα τη Σαλώμη και τη Χίμαιρα (όπως επίσης και σχετικά κείμενα που διάβασε γι’ αυτούς), ήταν καθοριστικοί παράγοντες στη σύλληψη και το γράψιμο του έργου.

«Η Σαλώμη χορεύει μπροστά στον Ηρώδη». Πίνακας του Γκιστάβ Μορό
που ζωγράφισε μεταξύ του 1874 και του 1876

Η ΣΑΛΩΜΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΟΥΣ
Όταν ο Ουάιλντ γράφει στη γαλλική γλώσσα τη Σαλώμη, ένα δράμα-μελέτη με θέμα τη σεξουαλική νεύρωση, έρχεται αντιμέτωπος με τα πουριτανικά ήθη της εποχής του αλλά και με τη βικτωριανή λογοκρισία, η οποία απαγορεύει την παράσταση του έργου στην Αγγλία, εξαιτίας τόσο του βιβλικού θέματος όσο και του έντονου αισθησιασμού του. 
Δέκα χρόνια αργότερα ο Ρίχαρντ Στράους χρησιμοποιεί τη γερμανική μετάφραση του Χέντβικ Λάχμαν ως λιμπρέτο της όπερας Σαλώμη, η οποία πρωτοπαρουσιάζεται στην Όπερα της Δρέσδης στις 9 Δεκεμβρίου 1905 με θριαμβευτική επιτυχία. Τα επόμενα χρόνια η όπερα ανεβαίνει στις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές του κόσμου καθιερώνοντας διεθνώς το συνθέτη της, ο οποίος πέρασε στην Ιστορία ως ο συνθέτης του πιο σκανδαλώδους θεάματος της γενιάς του. 
Η παρακμή και ο παθιασμένος ερωτισμός που απέπνεε ξένισαν την αστική κοινωνία της εποχής. Το έργο ανέβηκε στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης τη μία βραδιά για να κατέβει την αμέσως επομένη κατόπιν οργισμένης αντίδρασης του κοινού. Στην πρεμιέρα της Δρέσδης η πρώτη ερμηνεύτρια του ρόλου αντιτάχθηκε στον περίφημο «Χορό των επτά πέπλων» αναφωνώντας: «Δεν πρόκειται να το κάνω. Είμαι μια αξιοπρεπής γυναίκα!».
Σε κάθε ανέβασμά της η Σαλώμη προκαλεί έως και σήμερα ιδιαίτερη αίσθηση και συχνά σκανδαλίζει με τολμηρές σκηνές όπως ο "Χορός των επτά πέπλων" και ο ερωτικός μονόλογος που τραγουδάει η κεντρική ηρωίδα κρατώντας στα χέρια της την κομμένη κεφαλή του Ιωάννη.
Η όπερα αποτελείται από τέσσερις μεγάλες σκηνές οι οποίες χωρίζονται από συμφωνικά ιντερλούδια. Το έργο ακολουθεί τις αρχές του βαγκνερικού μουσικού δράματος, που βασίζεται σε μια συνεχή ροή μουσικής, αμιγώς συμφωνικής, απ’ όπου ξεχωρίζουν ένας μεγάλος αριθμός καθοδηγητικών μοτίβων, που συμβολίζουν τους διάφορους ήρωες του δράματος.
Η όπερα τελειώνει με τον θάνατο της Σαλώμης, που ο Ηρώδης προστάζει, καθώς δεν αντέχει να τη βλέπει να περιφέρει την κεφαλή του Βαπτιστή σε μια κατάσταση μακάβριας έκστασης. Έτσι, με μερικές ωμές και ανελέητες συγχορδίες ολοκληρώνεται αυτή η όπερα του Στράους, που κατέχει κεντρική θέση στο ρεπερτόριο του 20ου αιώνα και πλέον όλων των εποχών.
Παραθέτουμε τον περίφημο "Χορό των επτά πέπλων", από το ανέβασμα του έργου στην Royal Opera Covent Garden (Λονδίνο, 1997).
Και να σημειώσουμε ότι στις 15 Μαΐου 1926 το αθηναϊκό κοινό είχε την ευκαιρία να απολαύσει τον Γερμανό συνθέτη Ρίχαρντ Στράους, ο οποίος έδωσε συναυλία στο Παναθηναϊκό Στάδιο και δέκα χιλιάδες θεατές συγκεντρώθηκαν για να ακούσουν έργα του.
Κορυφαία στιγμή της συναυλίας ήταν όταν ακούστηκε «Ο χορός της Σαλώμης», από την ομώνυμη όπερα. 

Ο Ρίχαρντ Στράους στην Αθήνα το 1926 διηύθυνε  τον περίφημο "Χορό της Σαλώμης" 

Ηρωδιάς (1843), του Paul Delaroche (1797-1856)

Η ΗΡΩΔΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΣΝΕ
O Γάλλος συνθέτης της δύσης του γαλλικού ρομαντισμού Jules Massenet (1842 – 1912) είναι ο συνθέτης της περίφημης Μανόν (1884) και του Βέρθερου (1892), αλλά πρώτα έγραψε την όπερα Ηρωδιάς (1881).
Η Ηρωδιάς (Hérodiade) είναι όπερα σε τέσσερις πράξεις, σε λιμπρέτο των Πωλ Μιλλιέ και Ανρύ Γκρεμόν, το οποίο βασίστηκε στο ομώνυμο έργο του Γκουστάβ Φλωμπέρ. Έχει ενδιαφέρον η θέση του ίδιου του Φλωμπέρ, όπως την διατυπώνει στην εισαγωγή του βιβλίου του: «Η ιστορία της Ηρωδιάδας, όπως εγώ την εννοώ, δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία. Εκείνο που με συναρπάζει εκεί μέσα, είναι η επίσημη εμφάνιση του Ηρώδη, που στην πραγματικότητα ήταν ένας νομάρχης και η άγρια προσωπικότητα της Ηρωδιάδας, ένα είδος Κλεοπάτρας...».
Η πρώτη παράσταση του έργου του Μασνέ δόθηκε στο θέατρο των Βρυξελλών Μονέ (Théâtre de la Monnaie) στις 19 Δεκεμβρίου του 1881 και τρία χρόνια μετά εκτελέστηκε στο Ιταλικό Θέατρο του Παρισιού. Για την επανεκτέλεση του έργου, ο Μασνέ διαφοροποίησε τη δομή του και ενώ αρχικά περιλάμβανε τρεις πράξεις και πέντε σκηνές, κατέληξε στη δομή των τεσσάρων πράξεων. Το κείμενο του έργου έχει Βιβλικές αναφορές και περιστρέφεται στον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Προδρόμου και στα αίτια που τον προκάλεσαν. Εκτός από το μίσος της Ηρωδιάδας προς τον Ιωάννη επειδή συνεχώς την έλεγχε, οι συγγραφείς ποιητές του έργου παρουσιάζουν και τη ζηλοτυπία που έτρεφε ο Ηρώδης, που ποθούσε τη Σαλώμη, την κόρη της Ηρωδιάδας από τον πρώτο της γάμο.
Η Ηρωδιάς θεωρείται από τα αρτιότερα και χαρακτηριστικότερα έργα του Μασνέ, στη μουσική του οποίου κυριαρχεί μια τάση έκφρασης αισθησιασμού, μειονέκτημα βέβαια για κάποιους, αλλά άριστα προσαρμοσμένη στη περίπτωση αυτή του θέματος. Αξιομνημόνευτη πάντως είναι η μουσική των μπαλέτων, ιδίως των Εβραίων γυναικών. Από δε τα υπόλοιπα μέρη του έργου ξεχωρίζουν η άρια της Σαλώμης, το ντουέτο Σαλώμης - Ηρώδη, το πρελούδιο της τρίτης πράξης καθώς και η περίφημη μονωδία του Ιωάννη εγκάθειρκτου. Φαίνεται, όμως, ότι στην ιστορία της όπερας η Ηρωδιάς του Μασνέ επισκιάστηκε τελικά από την Σαλώμη του Ρίχαρντ Στράους.
Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την όπερα με την δική μας Αγνή Μπάλτσα στον ομώνυμο ρόλο. Μαζί της οι Juan Pons και Placido Domingo (Βιέννη 1995).



Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Η "ΣΑΛΩΜΗ" ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ

Aubrey Vincent Beardsley (1872–1898)
Ο χορός της Σαλώμης 1894
από την εικονογράφηση του θεατρικού Salomé του Oscar Wilde

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
Σαλώμη
Επάνω σε χρυσό σινί η Σαλώμη φέρνει
την κεφαλή του Ιωάννη Βαπτιστή
στον νέον Έλληνα τον σοφιστή
που από τον έρωτα με αδιαφορία γέρνει.


«Σαλώμη την δική σου» απαντάει ο νέος
«ήθελα να με φέρουνε την κεφαλή».
Aστειευόμενος έτσι ομιλεί.
Και την επαύριον ένας δούλος της δρομαίος


της Ερωμένης έρχεται την κεφαλή βαστώντας
ολόξανθη επάνω σε χρυσό σινί.
Πλήν την επιθυμία του την χθεσινή
ο σοφιστής είχε ξεχάσει μελετώντας.


Τα αίματα που στάζουνε βλέπει κι αηδιάζει.
Το αιματωμένο πράγμα αυτό να σηκωθεί
προστάζει από εμπροστά του, κ’ εξακολουθεί
του Πλάτωνος τους διαλόγους να διαβάζει.


Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993


3 Οκτωβρίου 1931.
Η Joan Maude σε σκηνή από το έργο του Όσκαρ Ουάιλντ, «Σαλώμη»
 στο Savoy Theatre, στο Λονδίνο (Φωτό: Douglas Miller)


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Το ποίημα Σαλώμη (1896) ανήκει στα Κρυμμένα του Καβάφη και πρόκειται για μία από τις πρώτες νεοελληνικές εκδοχές του μύθου, έστω κι αν αυτό το ποίημα θα παραμείνει ανέκδοτο ως το θάνατό του. Ο τίτλος του δεν είναι άλλος από ένα γυναικείο όνομα. Η Σαλώμη, όπως όλοι γνωρίζουμε, ζήτησε από τον Ηρώδη το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. 
Ο Καβάφης γράφει το ποίημα Σαλώμη έχοντας υπ’ όψιν του την ευαγγελική διήγηση (όπου, ας σημειωθεί, δεν αναφέρεται το όνομα Σαλώμη, αλλά «θυγάτηρ της Ηρωδιάδος» και «κοράσιον»), αλλά και κάτι πολύ πέρα απ’ αυτήν. Όπως σημειώνει σε σχετική μελέτη της η καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας Χριστίνα Ντουνιά (Εκδοχές της Σαλώμης, στο συλλογικό έργο Γραφές της μνήμης. Αθήνα 2011: Gutenberg, σ. 205-206.): «Η χρονιά συγγραφής του ποιήματος [1896], έχει τη σημασία της. Σύμφωνα με την εφημερίδα Le Journal, στις 11 Φεβρουαρίου 1896 ανεβαίνει στο παρισινό θέατρο η Σαλώμη του Oscar Wilde. Όπως έδειξε η Diana Haas, μελετώντας το αρχείο του ποιητή, ο Καβάφης έχει αντιγράψει από την ίδια εφημερίδα ένα απόσπασμα από άρθρο του Jeun Laurain με τίτλο «Η Σαλώμη και οι ποιητές της», το οποίο αναφέρεται σε υποτιθέμενη ιστορία από απόκρυφο ευαγγέλιο της Νουβίας. Σύμφωνα με την πληροφορία του Laurain, η Σαλώμη δωρίζει το κεφάλι του Ιωάννη σε νεαρό έλληνα σοφιστή που περιφρονεί τον έρωτα. Και όταν ο υπηρέτης του φέρνει την άλλη μέρα το κεφάλι τής χωρίς ανταπόκριση ερωτευμένης νέας, ο νεαρός διατάζει αηδιασμένος να πάρουν από μπροστά του το «αιματωμένο πράγμα» και επιστρέφει στην ανάγνωση του Πλάτωνα.


Ο Καβάφης αντιγράφει γαλλικά το κείμενο του Laurain και αργότερα θα το μετατρέψει σε ποίημα. Στο ποίημα του Καβάφη η αντιστροφή των ρόλων και η ανακατασκευή του μύθου γίνεται με ειρωνικό τρόπο. Αυτό που αποστρέφεται ο σοφιστής δεν είναι το κεφάλι της Σαλώμης, είναι η ίδια η γυναικεία φύση. Η Σαλώμη δεν μπορεί να παίξει το ρόλο της μοιραίας γυναίκας, αφού ο νεαρός σοφιστής παραμένει αδιάφορος απέναντι στα θέλγητρά της. Προτιμά να διαβάζει Πλάτωνα, επιλέγει τον κόσμο των ιδεών από τον κόσμο της πραγματικότητας». 
Να σημειώσουμε εδώ ότι η Σαλώμη του Ουάϊλντ θα παιζόταν με πρωταγωνίστρια τη Σάρα Μπερνάρ το 1892, στο Λονδίνο, αλλά ματαιώθηκε λόγω της παρέμβασης της λογοκρισίας. Τελικά παίχτηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Παρίσι – όπως είδαμε παραπάνω - και έκτοτε παίζεται διαρκώς.
Επίσης, ο Ρίχαρντ Στράους χρησιμοποίησε τη γερμανική μετάφραση της Σαλώμης του Ουάϊλντ, του Χέντβικ Λάχμαν, ως λιμπρέτο της περίφημης - πλέον - όπερας του Σαλώμη, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στην Όπερα της Δρέσδης στις 9 Δεκεμβρίου 1905 με μεγάλη επιτυχία.


Συνιστούμε ενθέρμως την έκδοση του έργου Σαλώμη του Όσκαρ Ουάιλντ από τις εκδόσεις Gutenberg (2016). Πρόκειται για μια επιμελημένη τρίγλωσση έκδοση (γαλλικά, αγγλικά, ελληνικά) με δεκαέξι σχέδια του Όμπρεϊ Μπίτντσλεϊ. Εισαγωγή-Μεταγραφή: Θανάσης Τριαρίδης, Χαρά Σύρου. Εξαιρετικό το επίμετρο του Θανάση Τριαρίδη, ο οποίος τονίζει την γενικότερη επιρροή του Ουάϊλντ στον Καβάφη.


Και για να επανέλθουμε στον Καβάφη. 
Ο Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ΣΤΟ ΤΟΚΥΟ - ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ ANIMATION ΒΑΣΙΣΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ. 
Πρόκειται για μια εργαστηριακή άσκηση φοιτητών του Πανεπιστημίου Τεχνών Μουσασίνο, στο Τόκυο της Ιαπωνίας. Επικεφαλής εργαστηρίου: Ντίνο ΣΑΤΟ. Η άσκηση δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2013. 
Ανάμεσα στα Καβαφικά ποιήματα και η Σαλώμη


Σκηνοθεσία: ΜΑΤΣΟΥΜΟΥΡΑ Σάε / Directed by MATSUMURA Sae 
Διάρκεια / Running time: 30” 
Σημειώνει ο σκηνοθέτης – φοιτητής: 
Δεδομένου ότι η ιστορία είναι ήδη ειπωμένη στο ποίημα, δυσκολεύτηκα να την αφηγηθώ αποτελεσματικά. Εστίασα στην αίσθηση της τελευταίας σκηνής: Στην αντίθεση μεταξύ της σιωπηλής και έντονης αγάπης της Σαλώμης και της ψυχρής αδιαφορίας του Σοφιστή. Νομίζω, ότι Σαλώμη ήθελε από αυτόν, να αισθανθεί την αγάπη. Όθεν το θυσιασμένο κεφάλι της, παραμένει ευγενικά όμορφο. Ελπίζω, ο Σοφιστής να νιώθει δυσάρεστα, εξ αιτίας της απουσία της. Με αγάπη, Σαλώμη.
Since the story has already been told in the poem, I found it difficult to figure out how I could tell it effectively. I focused on the sensation created in the last scene, on the contrast between the quiet and intense love of Salome and the cool indifference of the Sophist. I think Salome wanted him to feel her love. So her sacrificed head remains nobly beautiful. I hope that her absence at least makes the Sophist feel bad. Love, Salome.




Τέλος, έχουμε και την κινηματογραφική Σαλώμη του Ουάϊλντ του 1923, με τη βαμπ Άλα Ναζίμοβα. 
Το 1988, το μονόπρακτο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Κεν Ράσελ, με την ταινία «Ο Τελευταίος Χορός της Σαλώμης». Πιο πρόσφατα, γυρίστηκε το μετα-αφηγηματικό «Wilde Salome» (2011), ένα docudrama του Αλ Πατσίνο γύρω από το μονόπρακτο του Ουάιλντ, στο οποίο ο Πατσίνο υποδύθηκε (εκτός από τον εαυτό του) τον Ηρώδη, ενώ η Τζέσικα Τσαστέιν έπαιξε τον ρόλο της Σαλώμης.
Εδώ παραθέτουμε τον χορό της Σαλώμης από την ταινία του 1923.


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του φιλολόγου Γιάννη Γιγουρτσή
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το 'λεγε έτσι φτηνά-, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ

Ταινία "Μανταλένα" - Από την σκηνή με τις φωτιές του Αη Γιάννη (φωτ. Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής
Δυό τραγούδια για την φωτιά 
Του Άη Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου και εμείς, παιδιά τότε, ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές που μεγαλώναμε αμέριμνοι. Γεμάτος αλάνες και πεύκα τότε ο Μασταμπάς, η όμορφη συνοικία που μεγάλωσα στο Ηράκλειο. Σε κάποια αλάνα μαζευόμασταν τα γειτονόπουλα, η παρέα, μα έρχονταν και κάποιοι από άλλες γειτονιές, παιδιά και παλικάρια. Πηδούσαμε από πάνω από τις φωτιές, και ας φοβόμασταν λίγο οι πιο μικροί στην αρχή που οι φλόγες ήταν ακόμα υψηλές. Καίγαμε και το στεφάνι που, αφού το σάξαμε με μαντηλήδες την Πρωτομαγιά και το κρεμάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μας, περιμέναμε από την πρώτη μέρα την ώρα που θα ξεραθεί για να μπορέσουμε να το κάψουμε του Αη Γιαννιού. 
Τσουρουφλιζόμασταν και εμείς καμιά φορά στη φωτιά, βρώμιζαν τα ρούχα και μουτζουρώνονταν τα πρόσωπά μας από τον καπνό, μα γελούσαμε και χαιρόμασταν. Και ήταν ο παππούς εκεί, με τις ιστορίες του για τις μεγάλες φωτιές που άναβε στα μικράτα του εκεί στην Σμύρνη, κοτζαμάν φωτιές, με φλόγες θεόρατες που μόνο τα παλικάρια οι Βουρλιώτες, όπως εκείνος δηλαδή ήθελε να πει - αλλά δεν το λεγε έτσι φτηνά -, μπορούσαν να τις περάσουν. Τον θαύμαζα και τον καμάρωνα και σκεφτόμουν το παππού θεόρατο, νέο και όμορφο παλικάρι να πηδά τις φωτιές τ’ Αη Γιάννη, αυτός και οι φίλοι του. 
Μέχρι που ήρθε η άλλη η μεγάλη φωτιά να μην αφήσει τίποτε πίσω της. Μα για αυτή δεν ήθελε να μιλά ο παππούς. Μόνο τις μικρές και τις όμορφες φωτιές ήθελε να θυμάται. Την άλλη που τον έριξε «στ’ αγριεμένο κύμα, στ’ άδικο και στο κρίμα» δεν ήθελε να την συλλογιέται. Ο παππούς, περήφανος και αγωνιστής σ’ όλη του τη ζωή, ήθελε (έπρεπε) να κοιτάει μπροστά. 
Όταν κάποια στιγμή, πάντως, άκουσα το τραγούδι το συνέδεσα αμέσως με τον παππού και με τις ιστορίες του και ακόμα αυτόν θυμάμαι, όταν το ακούω. Μουσική υπόκρουση βέβαια στις φωτιές του Αη Γιάννη, μισό ιστορία, μισό παραμύθι, και εμένα, αδιόρατα, χωρίς να ξέρω το γιατί, να μου αφήνει μια γεύση γλυκόπικρη και να μου σφίγγει το στομάχι. Η νοσταλγία για κάτι που δεν έζησα, μα το 'βλεπα ζωντανά στα μάτια του παππού. 
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αη Γιάννη. Αχ πόσα ξέρεις και μου λες που `χουν πεθάνει». 


Για το παιδί του τότε, πάντως, ήταν το βράδυ του Άη Γιάννη του Κλήδονα η απόδειξη πως πια το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά, τα μπάνια και οι διακοπές δεν θα είχαν τελειωμό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλοκαιρινό σούρουπο στον Μασταμπά, εκείνες τις μέρες, τότε που έβλεπες ακόμα τον Στρούμπουλα και την παραλία Λίντο (Αμμουδάρα την είπαν μετά), που παρακολουθούσες άνετα από το σπίτι σου τον ήλιο να γέρνει πίσω από την Ψηλορείτη, στα ρεθυμνιώτικα, την ώρα που ο αέρας γύριζε στεργιανός για να γλυκάνει την νύχτα που ερχόταν. 
Μετά σαν πέρασαν τα χρόνια δεν πηδούσαμε πια τις φωτιές, ατόνησε το έθιμο, στην πόλη σχεδόν σταμάτησε, και γιατί εμείς μεγαλώσαμε μα και γιατί οι αλάνες γινήκανε πολυκατοικίες και πού να ανάψεις πια φωτιες τ' Αη Γιαννιού . Σοβαρέψαμε όλοι μας, στεγνώσαμε. 
Περνούσε ο καιρός, κι άρχισα να μαθαίνω την ζωή από τα βιβλία και να ξεχνώ τις ιστορίες του παππού . Διάβασα τότε πως αυτά όλα είναι λέει αναμνήσεις από τελετουργίες αρχαίες για το θερινό ηλιοστάσιο, τον θρίαμβο της ημέρας και του καλοκαιριού, και πως διασώζουν στοιχεία πυρολατρείας και λατρείας του ήλιου. Μα οι χριστιανοί αργότερα, μεθοδικά κινούμενοι, όπως πάντα, συνέδεσαν το έθιμο για το αρχαίο έθιμο για το θερινό ηλιοστάσιο με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την γέννησή του, έξι ακριβώς μήνες πριν από τον Χριστό. Ο Πρόδρομος, ο ήλιος που θα φωτίσει τον δρόμο ο οποίος θα οδηγήσει στον Σωτήρα. Με τον ίδιο τον Ιησού συνδέθηκε το χειμερινό ηλιοστάσιο με το τρομακτικό σκότος, την είσοδο στον χειμώνα μα και την ελπίδα της μέρας που σιγά σιγά αρχίζει να μεγαλώνει, αναφορά που παραπέμπει με τη σειρά της στην προσμονή του ανθρώπου για απελευθέρωση από το σκότος, από τον φόβο του θανάτου. Είχα χρόνια να δω να πηδάνε φωτιές, το είχα ξεχάσει σχεδόν πώς γίνεται, μέχρι που η σούστα που ανέβηκα στην ζωή μου, με έφερε τοίχο τοίχο, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, στα ίδια χώματα που κι ο παππούς παλικάρι άναβε κάποτε τις δικές του φωτιές. Και εκεί, γύρω στο τέλος Μαρτίου, στο Νεβρούζ των Κούρδων και των Αλεβιτών, στις γιορτές για τον ερχομό της Άνοιξης, είδα τους δρόμους να γεμίζουν πάλι με άλλα παλικάρια που πηδούσαν κι αυτά πάνω από τις μεγάλες φωτιές της γιορτής. Μα και στις 21 Ιουνίου, για το θερινό ηλιοστάσιο, πάλι παρόμοια έθιμα έχουν στην Ανατολία. 
Πάντα ο ήλιος, ζωοδότης και φοβερός, στοιχειό μεγάλο, θεός που πρέπει να τον λατρέψεις και να τον εξευμενίσεις, να τον έχεις μαζί σου. 
Δεν ξέρω αν τα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν μπόρεσα να πετύχω κάτι, μα σαν αναθυμούμαι, κάθε φορά που βλέπω της φωτιές και πιάνω το νήμα από την αρχή, σκέφτομαι τον παππού, εικόνα αδρή και ασπρόμαυρη και συλλογιέμαι, πως αν με βλέπει, θα πρέπει να χαίρεται να βλέπει τον εγγονό του να ανάβει και να προσπαθεί να πηδήξει τις δικές του φωτιές, μικρές και μεγαλύτερες, εκεί που κάποτε ήταν ο δικός του τόπος. 
Το τραγούδι, πάντως, εξακολουθεί να φέρνει το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι και μια αναπόφευκτη νοσταλγία, μόνο που τώρα ξέρω γιατί τη νιώθω, καθώς αναμνήσεις παλιές και νέες σμίγουν σε μια σύνθεση οικεία. Βλέποντας τις φωτιές από την απέναντι πλευρά πια, νιώθω τον κύκλο να κλείνει, σκέψεις και συναισθήματα να παίρνουν τη θέση τους... 
Να το ακούσετε και εσείς το τραγούδι. Όπως το ακούγαμε τότε, με τη νεανική φωνή του σπουδαίου ερμηνευτή του και χωρίς την απλοϊκή οπτικοποίηση των βιντεοκλίπ. Τίποτα, πέρα ίσως από το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί η ψυχή ξέρει πως να αποτυπώσει τις πραγματικές εικόνες στη μνήμη, συλλογική και ατομική, και πώς να τις κρατήσει φυλαχτό και πολύτιμη παρακαταθήκη. 


Ιντερμέδιο: Στον ναό βρέθηκα τυχαία, είχα ξεχάσει τι μέρα ήταν. Είχα πάει για άλλη δουλειά στα πατριαρχεία, μα ήμουν εκεί όταν χτύπησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι κληρικοί της αυλής, όσοι είχαν υπηρεσία στον ναό, πέρασαν από μπροστά μου, με χαιρέτησαν ευγενικά αλλά βιαστικά και μπήκαν μέσα για να ξεκινήσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος πήρε τη θέση του πρωτοψάλτη, και οι περισσότεροι μαζί του στο χορό. Δέκα, το πολύ, άτομα ακόμα. Οι μισοί κλητήρες. Μπήκα και εγώ να ανάψω κερί και να φύγω. Πήγα να προσκυνήσω. Κοντοστάθηκα σαν είδα την εόρτιο εικόνα. Μια πλούσια εικονογραφικά, μέτρια καλλιτεχνικά και σπάνια θεματικά απεικόνιση της γέννησης του Ιωάννη. Γράφει πάντως πάνω για να μην μπερδευτεί κανείς «Το γενέθλιον του Προδρόμου». Η Ελισάβετ, ο Ζαχαρίας, η μαμμή, μια υπηρέτρια και ο μικρός Πρόδρομος που μόλις γεννήθηκε. Ξαφνικά έπαψα να βιάζομαι τόσο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Χαμογέλασα. Έμεινα να απολαύσω την σύντομη και απέριττη μα πανέμορφη μέσα στην λιτότητά της ακολουθία. 
Έφυγα πλήρης. Στα αυτιά μου ηχούσε σήμερα ένα άλλο τραγούδι, το απολυτίκιο της ημέρας. «Προφήτα και Πρόδρομε, της παρουσίας Χριστού, αξίως ευφημήσαι σε, ουκ ευπορούμεν ημείς, οι πόθω τιμώντες σε, …». Παππού μου, σήμερα, το ξέρω, ήμασταν μαζί.


Υστερόγραφο: Όσο το σκέφτομαι καλύτερα, θαρρώ πως οι φωτιές του Αη Γιάννη, οι αφηγήσεις του παππού και ο λυγμός του τραγουδιού ήταν μια από τις κρυφές, τις μυστικές και υποσυνείδητες αιτίες που με έφεραν να ζήσω σε αυτό τον ευλογημένο τόπο. 
Και του χρόνου λέω να ανάψω και εγώ μια φωτιά αυτή την μέρα, για τον ήλιο που και πάλι θα θριαμβεύσει πάνω στο σκοτάδι, για το Αη Γιάννη και τον Κλήδονα, μα πάνω απ’ όλα για σένα, παππού.

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ "ΠΗΓΑΙΑ" ΤΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ


Tου Κώστα Νούση,
Θεολόγου - φιλολόγου ΑΠΘ

Σε μια εποχή που το θεϊκό θαύμα αντικαταστάθηκε στα άδυτα του ψυχισμού του σύγχρονου ανθρώπου από το «τεχνολογικό θαύμα» και ως εκ τούτου φαντάζει απίθανο, εξωπραγματικό έως μυθώδες, οι μαθητές του Χριστού συνεχίζουν να πιστεύουν στους αληθινούς και ιστορικούς αυτούς «μύθους», στους οποίους ανήκει και η μεγάλη σημερινή εορτή του μεγίστου των Προφητών Ιωάννου, του Βαπτιστού του Κυρίου.
Κατά το αψευδές στόμα του ίδιου του Θεανθρώπου ο Ιωάννης υπήρξε ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών» και «περισσότερον προφήτου» (Λουκ. ζ’ 26,28). Αυτά είναι και τα πιο θαυμαστά εγκώμια που ειπώθηκαν για άνθρωπο από τον ίδιο το Θεό. Μια ύψιστη τιμή για έναν ουτιδανό, έναν εξουθενωμένο και ελάχιστο για τα κοσμικά δεδομένα, έναν τραχύ ερημίτη που «είχε το ένδυμα αυτού από τριχών καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, η δε τροφή αυτού ην ακρίδες και μέλι άγριον» (Ματθ. γ’ 4). Αλλά η «λογική» του Θεού πόρρω απέχει της ανθρωπίνης. Αυτός εξετάζει την καρδίαν του ανθρώπου και όχι το εξωτερικό ψευδές σχήμα, με αποτέλεσμα να εκλέγει τα «μη όντα ίνα τα όντα καταργήση»(Α’ Κορ. α’ 28). Πράγματι, οι μεγάλοι του Θεού συνήθως είναι αόρατοι στο κοσμικό βλέμμα, αλλά και όταν τραβούν την προσοχή του μάλλον αντιμετωπίζονται ως παράδοξον θέαμα, γραφικοί μοναχικοί τύποι, ιδιόρρυθμοι έως σαλότητας, απροσάρμοστοι και ασύμβατοι στα κοινωνικά και ψυχολογικά μας στερεότυπα. Τι άραγε από αυτά έλειπε από τον Ιωάννη; Παρ’ όλα αυτά βέβαια η χάρις του Παναγίου Πνεύματος συνάθροιζε τα πλήθη στην έρημο να τον ακούσουν και να βαπτιστούν από τα άγια χέρια του, το δε «ξένον και αγγέλοις και ανθρώποις», ο ίδιος ο Θεός κατεδέχθη τις ασκητικές παλάμες του κατά σάρκα συγγενή του επί της παναχράντου αυτού κεφαλής στον Ιορδάνη ποταμό.
Η τιμή στο πρόσωπο του Προδρόμου δε σταμάτησε εκεί. Συνεχίζεται μέσα στους αιώνες από την Εκκλησία, η οποία εορτάζει και τη θαυμαστή, τουτέστιν θαυματουργικώς διενεργηθείσα σύλληψή του από τη μητέρα του Ελισάβετ. Τρεις συλλήψεις, τρεις ευαγγελισμοί, τρεις γεννήσεις που ανέτρεψαν τη θνησιγενή πορεία και ζωή του κόσμου και μετέβαλαν τον ιστορικό ρου σε αναστάσιμη εσχατολογική πραγματικότητα. Μια από αυτές και η του Προδρόμου. Και πάλι εδώ υπουργός του μυστηρίου ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Μια χορεία μυστηρίων συσσωρευμένων στην αγία αυτή οικογένεια του Ζαχαρία και της Ελισάβετ. Η στειρότητα και το υπέργηρον της μητέρας του.
Η αγιότητα και το προφητικό χάρισμα του πατέρα του και αρχιερέα Ζαχαρία. Το επιτίμιο της αφωνίας του Ζαχαρία επί εννεάμηνο λόγω της απιστίας του στην αγγελική ρήση. Η θαυμαστή λύση της αφωνίας άμα τη ονοματοδοσία του βρέφους με το υπό του Θεού δοθέν όνομα Ιωάννης. Και να σημειωθεί ότι η εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου είναι «πηγαία» του κύκλου και των υπολοίπων εορτών (επί παραδείγματι η μετά από έξι μήνες σύλληψη του Χριστού και ακολούθως η γέννησή του μετά από εννιά μήνες το Δεκέμβριο). Το μεγαλείο του συνδυασμού της παντοδυναμίας του Θεού και της ταπείνωσής του εμφανέστατο και εδώ. «Στείρα και πρεσβύτις θεία βουλή» ανακράζει μεγαλοφώνως το σιωπηλό μυστήριο της υπέρλογης αυτής σύλληψης το μεγαλυνάριο της εορτής, κάτι που εξ αφωνίας δεν μπόρεσε τότε να διαπράξει ο μέγας Ζαχαρίας. Ο Θεός θέλει και δύναται να υπερβεί το διπλό πρόσκομμα της στειρότητας. Μας προοικονομεί έμμεσα και μας στερεώνει έτσι την πίστη στη δική του μετ’ ολίγον άφραστη και ανερμήνευτη σύλληψη στα σπλάχνα της Θεομήτορος.
Φέρνει στη ζωή το δεύτερο εξάδελφό του προγνωρίζοντας την αγιότητά του και κατά συνέπεια προορίζοντάς τον στην προδρομική διακονία της δικής του θείας οικονομίας. Ευλογεί έτσι το μυστήριο του γάμου και την ιερότητα των σαρκικών εν αυτώ σχέσεων κατακρημνίζοντας τις δυϊστικές αιρετικές θεωρίες παρελθόντος και μέλλοντος. Μαρτυρεί παραλλήλως έμμεσα και το ύψος της αγιότητας του Ζαχαρία, ο οποίος για μια «εύλογη» αμφισβήτηση εκωφώθη επί μακρόν. Συνεπαγωγικά και η διάσταση που πήρε το παράπτωμα φανερώνει το υπερμέγεθες της χάριτος του αγίου που δεν του δίνει τα ελαφρυντικά που θαπαρείχε σε ένα κοινό θνητό. Αλλά μας πιστοποιεί ταυτόχρονα και την αποστροφή του Κυρίου προς την απιστία που και με το γεγονός αυτό παιδαγωγικώς μας οικοδομεί στον πνευματικό αγώνα. Ο Ζαχαρίας μετά την ονοματοθεσία του γιου του άδει την υπέροχη προφητική του ωδή και υμνεί για μια ακόμη φορά δι’ αυτής ο Θεός τον Πρόδρομό του.
Ο Ιωάννης μαρτυρείται ως η απαρχή της καταλλαγής, της συμφιλίωσης, της άρσης της πανάρχαιας «έχθρας» Θεού και ανθρώπων. Η εν λόγω όμως ιστορία πατέρα και γιου κατέληξε τραγική. Οι αγαπημένοι αυτοί και φίλοι του Χριστού «εσφάγησαν» ο μεν πρώτος «δαπέδω παρά νηού» και ο άλλος από τη λαγνεία ενός μοιχού, αδίστακτου και γλοιώδους τύραννου. Αυτή ήταν άλλωστε και η μοίρα του Νυμφίου τους Χριστού και αυτή επέλεξαν και οι εραστές Του Ιωάννης και Ζαχαρίας, μια οδός εξάλλου γνωστή ανά τους αιώνες στους ακόλουθους του Αρνίου.
Για να μην αδικείται βέβαια στις συνειδήσεις μας ο μεγάλος προφήτης και πατέρας του κορυφαίου προφήτου, να σημειώσουμε ότι μετά τη γέννηση του Χριστού επέβαλλε στη Θεοτόκο να παραμένει στον τόπο των παρθένων μέσα στο ναό, γενόμενος έτσι ο πρώην άφωνος διαπρύσιος κήρυκας της ασυλλήπτου και υπερλόγου αειπαρθενίας της. Είχε ήδη διδαχτεί από το παλιότερο ολίσθημά του με το δικό του γιο και αυξήθηκε η πίστη του καθιστώντας τον τέλειο και ευάρεστο ενώπιον του Θεού. Του έλειπε όμως κάτι ακόμα για να συγκαταριθμηθεί με τους κορυφαίους αγίους όλων των εποχών. Και αυτό ήταν το τίμημα της «προκλητικής» ομολογίας της αειπαρθενίας της Θεοτόκου και της γέννησης του Μεσσία που του προξένησε την τιμή του μάρτυρα. Σαν αμνός σφάχτηκε στο μέσο του ναού από τον πόθο του να φτάσει το συντομότερο δίπλα στον Αμνό του Θεού. Τον ακολούθησε λίγο αργότερα με τον ίδιο τρόπο και ο γιος του. Αυτός που έφαγε μια ζωή στις ερημιές με προσευχές, νηστείες και κακουχίες, προσευχόμενος για όλο τον κόσμο και τη σωτηρία και των δημίων του ακόμη. Σε αντάλλαγμα πέθανε τόσο ατιμωτικώς, λες και ήταν κανένας εγκληματίας, αυτός που ήταν πιο αθώος και αγνός και από τα βρέφη…
Έργω λοιπόν και ουχί μόνον λόγοις προοικονόμησαν οι δυο τους με την αιματηρή αυτή πρόρρησή τους και την άδικη σφαγή του Ιησού. Αυτή λοιπόν την προφητική τριάδα, Ζαχαρία, Ελισάβετ και Ιωάννη τιμούμε σήμερα. Μια οικογένεια που πάνω και πέρα από τη σαρκική απέκτησε την πνευματική συγγένεια με το Χριστό. Άνθρωποι που αγάπησαν το Θεό εξ όλης καρδίας καθιερώνοντας εαυτούς ως πρότυπα σε όλα τα επίπεδα της ατομικής και κοινωνικής διάστασης της ανθρώπινης ζωής, ειδικά σε μέρες σαν αυτές που διανύουμε και στις οποίες τέτοιες προσωπικότητες και τέτοια γεγονότα ανάγονται από τη συντριπτική πλειοψηφία στη σφαίρα του μυθικού.
Related Posts with Thumbnails