Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άννα Αχμάτοβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άννα Αχμάτοβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

ΣΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 89,5 ΤΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΡΩΣΙΑ


Εβδομήντα χρόνια συμπληρώθηκαν τον Ιούλιο, από την καταδίκη (1945) σε οκτώ χρόνια εγκλεισμού σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας του μεγάλου άνδρα της Ρωσίας Αλεξάντερ Σολζενίτσιν (1918-2008). 
Το παράπτωμα για το οποίο καταδικάστηκε ερήμην ήταν ότι τόλμησε σε επιστολή την οποία απέστειλε σε έναν φίλο του να αμφισβητήσει τις πολεμικές αρετές του Ιωσήφ Στάλιν. 
Το 1953, λίγο προτού πεθάνει ο «Πατερούλης» της ΕΣΣΔ, αφέθηκε ελεύθερος και άρχισε να γράφει εξόριστος στην Κεντρική Ασία. 
Το τρίτομο εμβληματικό έργο του για την κτηνωδία του σταλινικού καθεστώτος υπό τον τίτλο «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» - επρόκειτο για ένα απέραντο και απάνθρωπο δίκτυο φυλακών και τρόμου επί της ουσίας - άρχισε να το δουλεύει το 1958 και το ολοκλήρωσε, γράφοντας εν κρυπτώ, το 1967. Ο Σολζενίτσιν διοχέτευσε τότε με μικροφίλμ τα χειρόγραφά του στο εξωτερικό. 
Το 1970 η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας. 
Μέχρι το 1990 το έργο παρέμενε απαγορευμένο στη Σοβιετική Ένωση. 
Στην Ελλάδα ο πρώτος τόμος δημοσιεύθηκε (μέρη I και ΙΙ) για πρώτη φορά από τον Πάπυρο το 1974, την ίδια περίοδο δηλαδή που κυκλοφορούσε το βιβλίο αυτό στη Γαλλία και στην Αγγλία, σε μετάφραση της Κίρας Σίνου. Επανεκδόθηκε το 2009.

Από τις εκδόσεις Πάπυρος κυκλοφορήθηκε (2013) ο δεύτερος τόμος «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ 2, Μέρος III: Στρατόπεδα εξόντωσης - Μέρος IV: Η ψυχή και το συρματόπλεγμα», καθώς και ο τρίτος σε μετάφραση του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη από τη ρωσική γλώσσα. 
Τον Αύγουστο του 2013 έγινε γνωστό ότι οι στρατιωτικές αρχές του στρατοπέδου του Γκουαντάναμο δεν επέτρεψαν να παραδοθούν σε έναν βρετανικής καταγωγής κρατούμενο οι τόμοι του "Αρχιπελάγους Γκουλάγκ" που του είχαν στείλει οι δικηγόροι του, γεγονός που μαρτυρεί τη δύναμη του έργου του Σολζενίτσιν και στις μέρες μας. 
Ο μεταφραστής Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, γνώστης της ρωσικής λογοτεχνίας, πιστεύει ότι «ο Σολζενίτσιν έχει λογοτεχνική και πολιτισμική αξία. Λογοτεχνική, γιατί αποτελεί μια γέφυρα στη ρωσική γλώσσα από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Και γιατί συνεχίζει την παράδοση των μεγάλων μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα και το συνδέει με το μεγάλο ρωσικό μυθιστόρημα του 20ού αι. Από την άλλη έχει πολιτισμική αξία, αφού αποτελεί τη μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα του 20ού αι., σ' ένα από τα κορυφαία ζητήματα που ανέδειξε: την ουτοπία που μετεξελίχθηκε σε ολοκληρωτισμό. Ηταν αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών και έζησε περισσότερο από το καθεστώς». 
Αυτή την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015, με αφορμή την απονομή του βραβείου Nobel Λογοτεχνίας 2015 στην Σβετλάνα Αλεξέγεβιτς, το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας 89,5 στο πλαίσιο της εκπομπής «Από Τέχνη σε Τέχνη», που μεταδίδεται κάθε Κυριακή 20:00-21:00, θα μεταδώσει σε επανάληψη εκπομπή με καλεσμένο τον συγγραφέα και μεταφραστή Δημήτρη Τριανταφυλλίδη. Η εκπομπή έχει θέμα: «Η λογοτεχνία – μαρτυρία, ο Αλεξάντερ Σολτζενίσκιν, το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ και το μαρτύριο που υπέστησαν οι συγγραφείς Άννα Αχμάτοβα και Βαρλαάμ Σαλάμοφ την περίοδο του κομμουνισμού στη Ρωσία» και την επιμελείται και την παρουσιάζει ο ιερέας και σκηνοθέτης π. Πέτρος Μινώπετρος.
Διαβάστε στην Ιδιωτική Οδό κείμενα του Δρ. Φιλοσοφίας Δημήτρη Μπαλτά, για μεταφραστικές εργασίες του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη:
- Άννα Αχμάτοβα, Τα 3Μ
- π. Σεργκέι Μπουλγκάκοφ, Ο ηρωϊσμός και ο άθλος 
- Στέπα. Επιθεώρηση ρωσικού πολιτισμού

Δείτε επίσης και τις αναρτήσεις μας για την μεγάλη ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα εδώ

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

"ΤΑ 3Μ" ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΑΧΜΑΤΟΒΑ / Παρουσιάζει ο Δημήτρης Μπαλτάς


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Ἄννα Ἀχμάτοβα, Τά 3Μ. Μαντελστάμ, Μοντιλιάνι, Μπλόκ, μετ. Δημ. Τριανταφυλλίδης, Ἐκδόσεις s@mizdat 2015, σελ. 68 
Στό τομίδιο πού παρουσιάζω σήμερα, ἔχουν περιληφθεῖ τρία κείμενα τῆς μεγαλύτερης κατά κοινή ὁμολογία Ρωσσίδας ποιήτριας τοῦ 20οῦ αἰ., τῆς Ἄννας Ἀχμάτοβα (1889-1966), τά ὁποῖα ἔχει ἀφιερώσει σέ τρεῖς ἐπίσης μεγάλες προσωπικοτητες τῆς ἐποχῆς της, στόν Ὀσίπ Μαντελστάμ (1891-1938), στόν Ἀμαντέο Μοντιλιάνι (1884-1920) καί στόν Ἀλεξάντερ Μπλόκ (1880-1921). 
Ἐπειδή τά κείμενα αὐτά προέρχονται ἀπό τήν αὐτοβιογραφία τῆς Ἀχμάτοβα, ἀπεικονίζουν ὁπωσδήποτε τό ἱστορικό πλαίσιο στό ὁποῖο ζεῖ, ἔρχεται σέ ἄμεση ἐπαφή μέ τίς ἀπεικονιζόμενες προσωπικότητες καί ἀσφαλῶς δημιουργεῖ. 
Τό μεγαλύτερο σέ ἔκταση κείμενο εἶναι ἀφιερωμένο στόν Μαντελστάμ, τόν ὁποῖο ἡ ποιήτρια ἐγνώριζε καί ἐθαύμαζε. Ἰσχυρίζεται σωστά ἡ Ἀχμάτοβα ὅτι «ὁ Μαντελστάμ ἦταν ἀπό τούς πρώτους πού ἄρχισαν νά γράφουν πολιτική ποίηση» (σ. 22). Ἐπίσης ἡ Ἀχμάτοβα θεωρεῖ ότι «ὁ Μαντελστάμ εἶχε μιά πρωτόγνωρη, σχεδόν μεταφυσική σχέση μέ τόν Πούσκιν» (σ. 25). Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι καί στό μεταφραζόμενο κείμενο ἡ Ἀχμάτοβα ὑπερασπίζεται τόν Μαντελστάμ ἀπέναντι σέ μονομερεῖς λογοτεχνικές κριτικές ἐκ μέρους Ρώσσων τῆς Διασπορᾶς (σσ. 37-39). 
Τό κείμενο τῆς Ἀχμάτοβα γιά τόν Μοντιλιάνι ἔχει ἀφετηρία τήν γνωριμία τους τό 1911 καί κυρίως τά περίφημα σκίτσα της πού φιλοτέχνησε ὁ Ἰταλός ζωγράφος καί γλύπτης. Ἀλλά δυστυχῶς, ὡς γνωστόν, τά σκίτσα αὐτά χάθηκαν ὅλα πλήν ἑνός (σ. 54). Ἐδῶ εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ Ἀχμάτοβα δέν γνωρίζει τίποτε ἄλλο γιά τήν μεγάλη προσωπικότητα τοῦ Μοντιλιάνι, ἐνῶ φαίνεται ὅτι πληροφορίες γι’ αὐτόν λαμβάνει ἀφότου ἐκεῖνος δέν εὑρίσκεται πλέον στήν ζωή (σ. 58). Δύο χρόνια μετά τήν γνωριμία της μέ τόν Μοντιλιάνι ἡ Ἀχμάτοβα συναντᾶ μία ἄλλη μεγάλη ποιητική φωνή τῆς Ρωσσίας τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰ., τόν Ἀλεξάντερ Μπλόκ. Ἐκτός τῶν σχετικῶν αὐτοβιογραφικῶν ἀναφορῶν ἡ Ἀχμάτοβα τονίζει τό γεγονός ὅτι τό «Σημειωματάριο» μέ αὐτοβιογραφικές ἀναφορές πού εἶχε γράψει ὁ ἰδιος ὁ Μπλόκ τήν συνοδεύει «ἀποσπώντας την ἀπό τό ἔρεβος τῆς λήθης» (σ. 67). 
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, ἡ μετάφραση τῶν τριῶν παρουσιαζομένων κειμένων δίνει τήν ἀφορμή γιά τήν γνωριμία μέ τόν λόγο τῆς Ἀχμάτοβα, ἔστω καί σέ ἕνα ἀποσπασματικό πλαίσιο. Ἡ γραφή τῆς Ἀχμάτοβα εἶναι σαφῶς αὐτοβιογραφική, προσεκτική, ὑπερασπιστική τῶν τριῶν προσωπικοτήτων ἀλλά παράλληλα διατηρεῖ καί ἕνα ἰδιαίτερο ποιητικό ὕφος.

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ


Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Tatiana Victoroff, Anna Akhmatova. Requiem pour l’ Europe, Éditions CH-Gollion, 2010, σελ. 224 
Το βιβλίο τῆς T. Victoroff γιά τήν Ἄννα Ἀχμάτοβα (1889-1966), μία ἀπό τίς σπουδαιότερες φυσιογνωμίες τῆς ρωσσικῆς λογοτεχνίας τοῦ 20οῦ αἰ., εἶναι μία σημαντική ἐργασία στόν χῶρο τῆς συγκριτικῆς λογοτεχνίας. 
Ὁ ἀναγνώστης ἔχει τήν δυνατότητα νά δεῖ ὄχι ἁπλῶς μία «δυνατότητα βιογραφίας» τῆς Ἀχμάτοβα μέσα ἀπό τούς στίχους της (ἐνδεικτικῶς βλ. σ. 20, σσ. 92-93, σ. 187), ἀλλά καί μία σειρά προσεγγίσεων στά ποιήματά της, μέ ἔμφαση τόσο στά μοτίβα (σ. 39: «τό ἐπικό μοτίβο») καί τίς εἰκόνες (σ. 19: «τό βασίλειο τῶν σκιῶν», σ. 114: «τό ὕδωρ», σ. 200: «ὁ καθρέφτης»), ὅσο καί στό περιεχόμενό τους (σ. 53: «ἡ νοσταλγία τῆς ἐρωτικῆς πίστης», σ. 67: «τό λυρικό ἐγώ», σ. 67: «τό ποίημα καί «ὁ ποιητής», σ. 73: «ἡ ποίηση τοῦ διαλόγου», σ. 108: «ἡ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου», σ. 147: «ἀπό τό τραγικό στό παράλογο», σ. 166: «ὁ ποιητικός λόγος ὡς προσευχή», σ. 185: «τό παράλογο τοῦ θανάτου»). 
Διερευνᾶ, ἐπίσης διαξοδικά, ἡ Victoroff τίς ἐπιδράσεις τῶν μεγάλων Ρώσσων λογοτεχνῶν τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰ. στό συνολικό ἔργο τῆς Ἀχμάτοβα, ὅπως τοῦ Πούσκιν (σ. 26), τοῦ Ντοστογιέφσκι (σ. 45, σ. 59), τοῦ Παστερνάκ (σ. 79, σ. 107), τοῦ Μαντελστάμ (σ. 101) καί τοῦ Πιλνιάκ (σ. 132).
Μεταξύ τῶν ζητημάτων πού ἀπασχόλησαν τήν Ἀχμάτοβα καί εἶναι εἶναι κυρίαρχα στό βιβλίο πού παρουσιάζω σήμερα, εἶναι δύο ἰδιαίτερες σχέσεις, κατ’ ἀρχάς ἡ σχέση τοῦ ποιήματος μέ τόν ποιητή (σ. 67) καί ἐν συνεχείᾳ ἡ σχέση τοῦ ποιήματος μέ τόν ἀναγνώστη. Γράφει σχετικῶς ἡ Ἀχμάτοβα ὅτι «δέν εἶναι ἡ ποίηση πού ἀλλάζει, εἶναι ὁ ἀναγνώστης πού δέν καταφέρνει νά παρακολουθήσει τόν ποιητή» (σ. 77). Παρά ταῦτα, ἡ Ἀχμάτοβα θεωρεῖ τόν ἀναγνώστη ὡς εἶδος «συνδημιουργοῦ» (σ. 171). 
Μεταξύ τῶν ἀποτιμήσεων τῆς Victoroff μπορεῖ νά κρατήσει κανείς τήν ἐπισήμανση ὅτι «ἡ Ἀχμάτοβα ἐνσαρκώνει τόν ποιητῆ πού πολεμᾶ ἐναντίον τοῦ χάους γιά νά δώσει μορφή στούς στίχους του καί νά τούς ὁδηγήσει στήν ὕπαρξη» (σ. 211). Ἔτσι ἡ ποίηση τῆς Ἀχμάτοβα κατανοεῖται ὡς ἕνας καθολικός ἀγώνας, διά τῆς τέχνης καί τῆς δημιουργικότητας, ἐναντίον τῆς βαρβαρότητας καί τοῦ χάους. 
Τό βιβλίο τῆς Victoroff μπορεῖ νά ἐνδιαφέρει τόν ἀσχολούμενο μέ τήν ἑρμηνευτική τῆς ποίησης καί γενικῶς τόν ποιητή, καί βεβαίως τόν εἰδικό μελετητή τῆς ποίησης τῆς Ἀχμάτοβα. Ἔχει σημασία νά προσθέσω ὅτι τά ποιήματα τῆς Ἀχμάτοβα πού προσεγγίζονται στήν ἐργασία τῆς Victoroff, παρατίθενται καί στό ρωσσικό πρωτότυπο καί στήν γαλλική μετάφρασή τους. Ἡ βιβλιογραφία, στό τέλος τῆς μελέτης, εἶναι πολύ εἰδική ἀλλά ὄχι ἐξαντλητική (σσ. 221-224).

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΑ ΠΟΛΕΜΑΣ

Leopold Survage (Συρβαζ) (1879- 1968), Χαλασμός, (1942).
Μέρος της δωρεάς έργων διάσημων Γάλλων καλλιτεχνών στην
Εθνική Πινακοθήκη «σε ένδειξη αγάπης και θαυμασμού για την ηρωική στάση
του ελληνικού λαού στον πόλεμο και την αντίσταση 1940-1944» (1946).

Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Στό σχολεῖο τῆς τέχνης 
Θά ἀναφερθῶ σήμερα σέ δύο ἰδιαίτερους ἐκπροσώπους τῆς ποίησης, στόν Ἕλληνα Γιῶργο Σαραντάρη (1908-1941) καί στήν Ρωσσίδα Ἄννα Ἄχμάτοβα (1889-1966). Μία εἰδική μελέτη θά ἔδειχνε ἴσως ὅτι οἱ δύο ποιητές συναντῶνται μέ τόν λυρικό τόνο καί μέ τήν θρησκευτική τους διάθεση. Ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς συνάντησής τους εἶναι ὅτι καί οἱ δύο ἦσαν ἀναγνῶστες τοῦ μεγάλου Ρώσσου μυθιστοριογράφου Φ. Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Πέραν αὐτῶν, οἱ δύο αὐτοί ἐκπρόσωποι τῆς τέχνης ἔδειξαν ὅτι συναντήθηκαν στόν ἀγῶνα τῶν λαῶν τους γιά τήν ἐλευθερία τήν ὁποία ἐπιβουλεύονταν πρίν ἀπό δεκαετίες οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ φασισμοῦ στήν Εὐρώπη. 
Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης πέρασε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του στήν Ἰταλία ὅπου καί σπούδασε νομικά καί φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο τῆς Μπολόνια.
Παρά τήν ἀσθενική του φύση ὁ Σαραντάρης ἐκλήθη νά πολεμήσει στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἰταλῶν, δείχνοντας μία ἰδιαίτερη φιλοπατρία. Ἐπίσης ἀνταποκρίθηκε σ’ αὐτήν τήν κλήση, ἀποπειρώμενος νά συνδυάσει τήν φιλοσοφική θεωρία μέ τήν πράξη. Γράφει ὁ ἴδιος χαρακτηριστικά: «Ἐφ’ ὅσον δέν ἀντιμετώπισες τόν θάνατο, δέν μπορεῖς νά εἶσαι βέβαιος πώς τίποτε δέν ἀναμένεις πιά ἀπό τήν τύχη, καί πώς θέλεις νά ζήσεις χωρίς τίποτε νά ἐλπίζεις ἀπό τήν τύχη … Ἄν κάτι πρέπει νά μᾶς φοβερίζει, δέν εἶναι τόσον ὁ θάνατος, ὅσον ἡ σκέψη πώς μποροῦμε νά πεθάνουμε χωρίς νά ἔχουμε ἀκόμα νικήσει τόν φόβο τοῦ θανάτου» (Γ. Σαραντάρη, Δοκίμια γιά τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, Εὐθύνη, 1999, σσ. 71-73). 
Παρά τά ἀναφερθέντα, ὁ λόγος τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη εἶναι, καί αὐτός, ἱστορικά ἀκριβής: «Θέλω αὐτή τή στιγμή νά καταγγείλω τό ἐπιστρατευτικό σύστημα πού ἐπικρατοῦσε τήν ἐποχή ἐκείνη καί πού, δέν ξέρω πῶς, κατάφερε νά κρατήσει στά Γραφεῖα ὅλα τά χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καί νά ξαποστείλει στήν πρώτη γραμμή τό πιό ἁγνό κι ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο. Ἦταν σχεδόν μιά δολοφονία» (Ἀνοιχτά χαρτιά, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2004, σ. 392). 
Εἶναι λοιπόν βέβαιο ὅτι ὁ Σαραντάρης θά συμμετεῖχε καί στόν ἀγῶνα τῆς ὑπέρ τῆς πατρίδας, ἔστω καί ὑπό τίς συνθῆκες πού παραστατικά περιέγραψε ὁ Ἐλύτης. Αὐτό τό ἀποτυπώνει ποιητικά ὁ Σαραντάρης: 
Δέν εἴμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε 
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τόν ἀγῶνα 
Παρατᾶμε τή χαρά στούς ἀνίδεους 
Τίς γυναῖκες στά φιλιά τοῦ ἀνέμου 
Καί στή σκόνη τοῦ καιροῦ 
Σημαίνει πώς φοβούμαστε 
Καί ἡ ζωή μᾶς ἔγινε ξένη 
Ὁ θάνατος βραχνάς 
Ὁπωσδήποτε, πάντοτε μέ τούς χαρακτηριστικούς λόγους τοῦ Ἐλύτη, ὁ Σαραντάρης, «διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου- ὁ μόνος ἴσως σε ὁλόκληρο τό στράτευμα, θά’ ναι περιζήτητος σε ὁποιαδήποτε ἀπό τίς Ὑπηρεσίες πού εἶχαν ἀναλάβει τήν ἀντικατασκοπεία ἤ τήν ἀνἀκριση τῶν αἰχμάλώτων». Ὡστόσο, ὁ ποιητής ἐκτός τῶν προβλημάτων τῆς ὑγιείας του, εἶχε νά ἀντιμετωπίσει καί τήν ἀνέντιμη συμπεριφορά τῶν ἑλλήνων συμπολεμιστῶν του, γιά τήν ὁποία προσθέτει ὁ Ἐλύτης: «Τά χοντρά μυωπικά του γυαλιά, πού χωρίς αὐτά δέν μποροῦσε νά κάνει βῆμα, τά’ χασε μέσα στήν παραζάλη. Φώναζε ‘’βοήθεια’’ στούς ἄλλους φαντάρους» …, οἱ ὁποῖοι «τόν κοροϊδεύανε», ἐνῶ «βαλθήκανε νά τοῦ κλέβουνε κουβέρτες». Καί καταλήγει ὁ Ἐλύτης: «Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στή Δύση βλαστημούσανε τόν Θεό κι ἐμπιστεύονταν στήν μαριχουάνα» (Ὀδ. Ἐλύτης, Ἀνοιχτά χαρτιά, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2004, σ. 393). 

Η Άννα Αχμάτοβα του Ρώσου κυβιστή, Νάθαν Αλτμάν (1915)

Θά ἔρθω τώρα στήν Ἄννα Ἀχμάτοβα, ἡ ποιητική ἀξία τῆς ὁποίας εἶχε ἀναγνωριστεῖ ἀκόμη καί πρίν ἀπό τό 1917. Ὡστόσο, ἡ Ἀχμάτοβα ἔζησε ἀρκετά ἐξόριστη μέσα στήν ἴδια της τήν πατρίδα ἐπί ἀρκετά χρόνια, ἀφοῦ τῆς εἶχε ἀπαγορευτεῖ ὑπό τό σοβιετικό καθεστώς νά ἐκδίδει τά ποιήματα της. Παρά ταῦτα, τούς πρώτους μῆνες τοῦ πολέμου, ἡ Ἀχμάτοβα κατατάχθηκε μέ προθυμία στήν πολιτοφυλακή τῆς πόλης τοῦ Λένινγκραντ, τῆς σημερινῆς Ἁγίας Πετρούπολης. Ὅπως ἀναφέρεται, «ἀπό τόν ὦμο της κρεμόταν μιά ἀντιασφυξιογόνος μάσκα, ἐνῶ φύλαγε σκοπιά σάν κανονικός στρατιώτης». 
Τό 1942 ἐπετράπη στήν Ἀχμάτοβα νά δημοσιεύσει τό ποίημά της μέ τίτλο «Κουράγιο», ὁ πατριωτικός τόνος τοῦ ὁποίου εἶναι ἐμφανής.
Σκίτσο της Αχμάτοβα από τον Μοντιλιάνι (1911)

Ξέρουμε πιά τί δείχνει ἡ ζυγαριά 
ξέρουμε τί συμβαίνει. 
Χτυπᾶνε τά ρολόγια λεβεντιά 
καί τό κουράγιο ἀτρόμητο προβαίνει. 
Δέν μᾶς τρομάζει τό μολύβι, 
πού πέφτει σαν βροχή 
καί δίχως σκέπη θα’ μαστε 
τό ἴδιο ὀδυνηροί. 
Λαλιά τῶν Ρώσων δυνατή, 
λόγε μεγάλε τῆς Ρωσίας, 
τά ἐγγόνια μας σε καρτεροῦν, 
πηγή ἀθανασίας! 
Θά σέ κρατήσουμε ἁγνό, 
ἀμόλυντο 
ἀπό τή σκλαβιά, 
ἐλεύθερο καί ζωντανό 
παντοτινά! 
Ὅταν πιά οἱ Γερμανοί εἶχαν περικυκλώσει τήν πόλη τοῦ Λένινγκραντ, ἕνας κριτικός τῆς λογοτεχνίας τῆς ζήτησε «ν’ ἀπευθύνει ἕνα ραδιοφωνικό μήνυμα γιά νά τονώσει τό ἠθικό τῶν κατοίκων». Ἐπειδή ἦταν ἄρρωστη, τό μήνυμα ἠχογραφήθηκε στο σπίτι της. Ἡ Ἀχμάτοβα ἀναφέρθηκε ἰδιαίτερα «στίς προσωπικότητες πού σφράγισαν τήν ἱστορία τῆς πόλης, στόν Λένιν, ἀλλά καί στόν Μεγάλο Πέτρο, στόν Πούσκιν καί στόν Ντοστογιέφσκι». Στό τέλος τοῦ ραδιοφωνικοῦ μηνύματος λέγει ἡ Ἀχμάτοβα μέ μία ἐμψυχωτική διάθεση: «Οἱ ἀπόγονοί μας θά τιμήσουν κάθε μάνα πού ἔζησε τήν περίοδο τοῦ πολέμου, ἀλλά τό βλέμμα τους θά σταθεῖ στήν εἰκόνα τῆς γυναίκας τοῦ Λένινγκραντ, πού φυλοῦσε σκοπιά στη στέγη ἑνός σπιτοῦ τήν ὥρα τῆς ἀεροπορικῆς ἐπιδρομῆς προστατεύοντας τήν πόλη ἀπό τή φωτιά. Τά κορίτσια τοῦ Λένινγκραντ ἔτρεχαν νά προσφέρουν βοήθεια στους λαβωμένους πού κείτονταν ἀνάμεσα στά ἐρείπια τῶν κτιρίων … ὄχι, μιά πόλη πού ἀνέθρεψε γυναῖκες σαν αὐτές δέν μπορεῖ νά κατακτηθεῖ» (Οἱ ἀναφορές στήν Ἀχμάτοβα ἔχουν ληφθεῖ ἀπό τό ἔργο τοῦ Orl. Figes, Ὁ χορός τῆς Νατάσας, τ. Β΄, μετ. Χρ. Οἰκονόμου, Ἐκδόσεις Ἠλέκτρα, Ἀθήνα 2006, σσ. 258-259). 
Στό σχολεῖο λοιπόν τῆς τέχνης δέν μαθαίνεις ἁπλῶς, ἀλλά πολεμᾶς. Αὐτό σημαίνει ὅτι πολεμᾶ κανείς ὄχι μόνον μέ τά ὅπλα ἀλλά καί μέ τόν λόγο καί μέ τήν τέχνη. Διότι ὁ καλλιτέχνης, ὅπως οἱ ἀναφερθέντες, ποιεῖ καί γι’ αὐτό διδάσκει. Ἔτσι οἱ ἀνά τόν κόσμο ἐκπρόσωποι τῆς τέχνης δείχνουν, καί τήν ἐποχή τοῦ 1940, τόν δρόμο τῆς ἀντίστασης στήν ἀνελευθερία. 
(Τό παρόν δημοσιεύθηκε στήν ἐφημ. Ρήξη)

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ ΤΟΥ Φ. ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗ


Απόψε στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στο Ωδείο Αθηνών, για το έργο του φίλου συνθέτη Φίλιππου Τσαλαχούρη Ακάθιστο Requiem για την ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, opus 48. Η παρουσίαση του Requiem πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιo της έκθεσης Τέχνης Πολιτική.
Κόσμος πολύς και νέος! Πολύ ενθαρρυντικό.
Η δράση μουσικών και ηθοποιών σε όλο το χώρο της εκδήλωσης και ο κόσμος ακάθιστος και μετακινούμενος εν σιωπή όπου εκτυλίσσονταν τα επεισόδια του μουσικού δρώμενου, που ήταν ένας ύμνος στη μνήμη και την αντίσταση.



Ο Φ. Τσαλαχούρης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στα σημερινά γενέθλια του Μάνου Χατζιδάκι. Γιατί η μνήμη είναι το όπλο μας...
Η μουσική του συνθέτη λιτή και καρδιακή. Ρέκβιεμ αλλά και ελπίδα.
Στα 10 ποιήματα που απαρτίζουν το κύριο μέρος του Ρέκβιεμ της Αχμάτοβα, η πάσχουσα γυναικεία μορφή δίνεται με πολλαπλότητα και διαχρονικότητα ­ από τη γυναίκα του λαού της εποχής του Μεγάλου Πέτρου (αρ.1) ως την Παναγία (αρ. 10, «Σταύρωση»).
Η μουσική του Τσαλαχούρη τρυφερή και δυναμική συνάμα. Η μνήμη πανταχού παρούσα. Γιατί η δολοφονία της μνήμης ισοδυναμεί με πνευματικό θάνατο και η διάσωσή της αποτελεί ύψιστο χρέος.






Η μέτζο σοπράνο Ευγενία Καλοφώνου (φωτό) μας μύησε στην τραγικότητα της Αχμάτοβα τονίζοντας με βαθιές μουσικές φράσεις το πάθος κάθε ψυχής αιμάσουσας.





Καθώς η Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου διάβαζε Αχμάτοβα μου έρχονταν συνεχώς στο νου οι στίχοι της:
" Όχι, δεν ζήτησα τον ξένον ουρανό, / ούτε φτερούγας ξένης προστασία - / είμουν με τον λαό μου τότε εδώ / όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία.
Και το μήνυμά της ηχηρότατο: Αντισταθείτε!





Οι ηθοποιοί Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Ευανθία Κουρμούλη, Νίκος Νίκας κ.α., η χορεύτρια Μαρίζα Τσίγκα, η ζωγράφος Λίλα Μαραγκουδάκη, η μέτζο σοπράνο Ευγενία Καλοφώνου, η βιολονίστα Γκαλίνα Μπρατούσκα, η Χορωδία Opus Femina του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Κορινθίων υπό την διεύθυνση της Φάλιας Παπαγιαννοπούλου, ερμήνευσαν με την ψυχή τους απόψε το Ρέκβιεμ για την Άννα Αχμάτοβα του Φίλιππου Τσαλαχούρη.
Φεύγοντας σκέφτομαι πως πρέπει επειγόντως να καλλιεργήσουμε Ακάθιστη Σκέψη και Ακάθιστη Μνήμη.
Και στην όποια ουρά αναμονής, να μνημονεύουμε Άννα Αχμάτοβα γιατί και κείνη και μεις έτσι θ' αναπαυόμαστε.

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

ΑΚΑΘΙΣΤΟ REQUIEM ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ




Σήμερα Πέμπτη 21 Οκτωβρίου και μεθαύριο Σάββατο 23, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης θα παρουσιάσει το έργο του συνθέτη Φίλιππου Τσαλαχούρη Ακάθιστο Requiem για την ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, opus 48. Η παρουσίαση του Requiem θα γίνει στα πλαίσια της έκθεσης Τέχνης Πολιτική που εγκαινιάστηκε στο ΕΜΣΤ στις 13 Οκτωβρίου.

Το Ακάθιστο Requiem ολοκληρώθηκε ως ιδέα τον Ιανουάριο του 2005 και πρωτοπαρουσιάστηκε τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου στο Μουσείο Μπενάκη. Η εκτέλεσή του απαιτεί από τους συντελεστές και τους ακροατές να στέκονται όρθιοι σε έναν ενιαίο χώρο ώστε τα μέρη να εκτελούνται διαδοχικά ανάμεσά τους. Η διάρκεια του έργου είναι σαράντα λεπτά. Ένα φλάουτο, ηθοποιοί, μία χορεύτρια, μία ζωγράφος, ένα βιολί και χορωδία συμπράττουν με σκοπό να παρασύρουν τους ακροατές-θεατές στη σκιά της ποιητικής προτομής της Άννας Αχμάτοβα που κατά την επιθυμία της, όπως διατυπώθηκε τραγικά στο ποίημα Ρέκβιεμ, θα πρέπει να στηθεί «…εκεί που στεκόταν ώρες ορθή…» και όχι σε μια πλατεία με τον καθιερωμένο τρόπο.

Στο Ακάθιστο Ρέκβιεμ συμμετέχουν οι ηθοποιοί Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Νίκος Νίκας, Ευανθία Κουρμούλη, Μαρία Μητροπούλου, Αντώνης Γκρίτσης, Μπρανίδου Μαρία, Κυβεντίδου Μικαέλα, Έφη Μουγκαράκη, Εβελίνα Αραπίδου κ.α. η χορεύτρια Μαρίζα Τσίγκα, η ζωγράφος Λίλα Μαραγκουδάκη, η μέτζο σοπράνο Ευγενία Καλοφώνου, η βιολονίστα Γκαλίνα Μπρατούσκα, ο ακορντεονίστας Τάσος Μαυρολάμπαδος και η Χορωδία Opus Femina του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Κορινθίων. Το video-art υπογράφει η εικαστικός Ρένα Τσαγγαίου και την επιμέλεια των ήχων ο Γιώργης Σακελλαρίου.

Ο συνθέτης του έργου Φίλιππος Τσαλαχούρης έχει παρουσιάσει στο ΕΜΣΤ την όπερα του Πούσκιν τον Ιανουάριο του 2003 με μεγάλη επιτυχία. Τον Δεκέμβριο του 2008 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και θεωρείται σήμερα ένας από τους πολυγραφότερους και πλέον δραστήριους συνθέτες της γενιάς του.
Ώρες παραστάσεων:Πέμπτη 21 Οκτωβρίου: 20.00,
Σάββατο 23 Οκτωβρίου: 19.00 & 21.00

H είσοδος είναι ελεύθερη.
Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.

Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Κτίριο Ωδείου Αθηνών, Βασ. Γεωργίου Β’ 17 -19 & Ρηγίλλης, Αθήνα
Related Posts with Thumbnails