Showing posts with label ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Show all posts

Thursday, October 3, 2019

O ΚΑΚΟΔΟΞΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ κ. ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ


O ΚΑΚΟΔΟΞΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ κ. ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Διαβάσαμε στο ιστολόγιο “Αντίφωνο”:

“Εμείς οι ορθόδοξοι έχουμε ένα μεγάλο μειονέκτημα που τo θεωρούμε πλεονέκτημα. Πιστεύουμε ότι είμαστε μόνοι κάτοχοι της Αλήθειας, οπότε δεν μπορεί κανένας μη ορθόδοξος να μας φωτίσει, ή να μας συνδράμει σε αυτό το ζήτημα και όχι μόνο σε αυτό. Η περίπτωσή όμως της Βέιλ μας υποχρεώνει να αμφισβητήσουμε αυτό το κυρίαρχο «δόγμα», γιατί προωθεί, ως προς ορισμένες όψεις τουλάχιστον, τόσο πολύ την χριστιανική αλήθεια, που η περίπτωσή της καταντά ανεξήγητη, αν συλλογιστεί κανείς ότι έχει εβραϊκή καταγωγή και δεν είναι βαφτισμένη. Ίσως θα μπορούσαμε να πλησιάσουμε μια εξήγηση λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα λεγόμενά της σχετικά με την πρώτη φορά που ένιωσε την ανάγκη να γονατίσει σε ναό στην Ασίζη, εκεί όπου στο παρελθόν εκκλησιαζόταν ο άγιος Φραγκίσκος, και προπαντός τη δήλωσή της στη Σολέσμ ότι ο Χριστός «κατέβηκε και την πήρε». 

Ο κ. Γουνελάς διετέλεσε Αρχισυντάκτης του περιοδικού “Σύναξη” και εμφορείται από το πνεύμα της Νεορθοδοξίας που χαρακτηρίζει το εν λόγω περιοδικό. 

Στο πιο πάνω απόσπασμα από εργασία του για την Σιμόν Βέιλ κάνει δύο λάθη.

1.) Θεωρεί την πίστη στην αποκλειστικότητα και μοναδικότητα της αλήθειας της Ορθοδοξίας σαν πλάνη.

2.) Δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι η φιλοσοφική αναζήτηση του Θεού και η θύραθεν Γραμματεία έχουν μεν λίγα ή πολλά ψήγματα χρυσού, αλλά είναι κυρίως μεταλλείο κακοδοξίας.

Η Ορθοδοξία είναι η ΜΟΝΗ αληθινή πίστη και η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η ΜΟΝΗ Εκκλησία του Χριστού.

Το δογματικά και χαρισματικά όρια της Ορθοδοξίας ταυτίζονται ΑΠΟΛΥΤΑ.

Αυτό συνιστά βασική πίστη της Εκκλησίας -όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως. 

Η διδασκαλία του Αγίου Κυπριανού ότι ΕΚΤΟΣ Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία δεν είναι απλά διδασκαλία ενός Αγίου, αλλά διδασκαλία της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, που έδωσε οικουμενική ισχύ στην διδασκαλία του.

Ο κ. Γουνελάς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται - και οπωσδήποτε υποτιμά τον κίνδυνο ότι τα ψήγματα της αλήθειας της θύραθεν Γραμματείας είναι αναμεμιγνυμένα με το δηλητήριο των κακοδοξιών.

Ο Μέγας Βασίλειος, στην μνημειώδη πραγματεία του “Προς τους νέους όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων”, ήταν πολύ σαφής. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή όταν μελετούμε την Γραμματεία της θύραθεν παιδείας, επειδή συνήθως περιέχει λίγα ή πολλά στοιχεία αλήθειας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι Ευαγγέλιο και εξ αποκαλύψεως αλήθεια.

Επομένως χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν ερχόμαστε σε επαφή με το έργο της Σιμόν Βέιλ μιας φιλοσόφου αριστερών προσανατολισμών, η οποία είχε ροπή προς τον θρησκευτικό μυστικισμό μέσα σε ένα συγκρητιστικό-οικουμενιστικό πλαίσιο.

Tuesday, August 22, 2017

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

Του κ. Ανδρέα Κυριακού, Θεολόγου
=====

Τα «κοπέλια» του Σεβασμιώτατου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου (μιλάμε για τους συνεργάτες της «Θεολογικής του Ακαδημίας» κα Σοφία Κουνάβη και Δρα Νικόλαο Ασπρούλη) ηλίευσαν και μετέφρασαν, εν χαρά και αγαλλιάσει, άρθρο του Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Τορόντο κ. Πωλ Λαντουκέρ (20.5.2016) για να στηρίξουν, όπως νόμισαν, το οικοδόμημα του Οικουμενισμού. 

Σ’ αυτό το άρθρο ο κ. Λαντουκέρ αναφέρεται και σε «άτεγκτη ερμηνεία της περίφημης φράσεως του Αγίου Κυπριανού Καρχηδόνος: «δεν υπάρχει σωτηρία έξω από την Εκκλησία». Ως γνωστόν ο Άγιος με τη φράση αυτή πολεμά τους αιρετικούς, που με τις κακοδιδασκαλίες τους στερούν από τον άνθρωπο τη σωτηρία. Και μόνο η απλή αναφορά σ’ αυτή τονίζει την αγωνία του Αγίου επισκόπου για το ποίμνιό του. 

Μήπως, όμως, αυτό αποτελεί κάτι το μεμονωμένο; Η απάντηση του Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης στον αιρετικό Μαρκίωνα «γνωρίζω σε τον πρωτότοκον του Σατανά» μας βοηθά να εντοπίσουμε τη σχέση αιρέσεως και σωτηρίας. Δεν λέγει τίποτε στον κ. Λαντουκέρ η θέση του Αββά Αγάθωνα ότι η αίρεση αποτελεί χωρισμό από τον Θεό; Για ποιο λόγο τόσες εκατοντάδες Άγιοι Πατέρες συνήλθαν σε Συνόδους Οικουμενικές και Τοπικές και κατεδίκασαν και αναθεμάτισαν ανεπιφύλακτα τις αιρέσεις; Δεν ήταν η σωτηρία των ανθρώπων «υπέρ ων Χριστός απέθανε» το κινδυνευόμενον; Τότε για ποιο λόγο πολεμούσαν τους αιρετικούς; Έτσι για να περνά ο καιρός; 

Τι λέγει ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ιουστίνος Πόποβιτς για τις αιρέσεις; «Αν η χριστιανική διδασκαλία είναι το μέλι η αίρεση είναι το δραστικό δηλητήριο που δηλητηριάζει το μέλι και το καθιστά θανατηφόρο». Τι αναφέρει ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός για τη σχέση του με τους αιρετικούς; «Όσο απομακρύνομαι από αυτούς, τόσο πλησιάζω το Θεό». 

Όλ’ αυτά, και πολλά άλλα, ων ουκ έστι αριθμός, αποδεικνύουν ότι το συμπέρασμα του κ. Λαντουκέρ «η σύγχρονη εμμονή στη συγκεκριμένη διδασκαλία [δηλαδή αυτή του Αγίου Κυπριανού που ανέφερε πιο πάνω], η οποία (sic) καθόλου δεν συναντάται στην ορθόδοξη παράδοση αποτελεί διαστρέβλωση της πατερικής θεολογίας και της ιστορίας της πρώιμης Εκκλησίας» είναι μετέωρο και στηρίζεται μόνο στον οικουμενιστικό ευσεβοποθισμό. Πουθενά αλλού. 

Το πλέον ενδιαφέρον της υποθέσης είναι ότι ο κ. Λαντουκέρ ΔΕΝ έκανε τον κόπο να μας τεκμηριώσει τις απόψεις του με πατερικά χωρία ή έστω με αναφορές σε ονόματα Αγίων Πατέρων στους οποίους στηρίχθηκε. Δεν το έκανε, διότι απλούστατα κάθε απόπειρα για τέτοια τεκμηρίωση θα ισοδυναμούσε με την εναγώνια αναζήτηση …πορτοκαλεώνων στο Λαμπραντόρ του Καναδά!

Sunday, July 24, 2016

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Η΄


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ
Η΄

Ὁ οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καί τά ἀνύπαρκτα γιά τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογικά διλήμματα

(ἀποκλειστική ἤ περιεκτική ἐκκλησιολογία;)

Του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου
=====

«Πλήρης Ἐκκλησία» καί «Ἐκκλησία τῶν «πονηρευομένων».

Τά ἀδιέξοδα τῆς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας” εἶναι ἐμφανῆ στό ἴδιο τό κείμενο τοῦ Θεοφιλεστάτου:
α) Ἀναφερόμενος στά μέλη τοῦ ΠΣΕ σημειώνει ὁ Θεοφιλέστατος: «Τό γεγονός ὅτι ἐνδεχομένως ἀναγνωρισθεῖ ὁ ἐκκλησιαστικός χαρακτήρας μιᾶς τέτοιας κοινότητας δέ θίγει σέ τίποτα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού διατηρεῖ τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ὑπό αὐτή τήν ἔννοια τίποτα δέν μᾶς ἐμποδίζει νά ὀνομάσουμε αὐτές τίς χριστιανικές κοινότητες Ἐκκλησία, ὅπως τό κάνει ἄλλωστε καί ...  οἱ πατέρες τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού κάνουν λόγο γιά Ἐκκλησία τῶν «πονηρευομένων», ὄχι ἁπλά ἐξ αἰτίας τῆς κακοδοξίας τῶν εἰκονομάχων». 

Νομίζω ὅτι ὑπό αὐτή τήν ἔννοια δέν θά ἔχει κανένας ἀντίρρηση νά χαρακτηριστοῦν στό κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου οἱ αἱρετικές κοινότητες ὡς «Ἐκκλησίες», μέ τήν ἀπαραίτητη διευκρίνηση τοῦ Θεοφιλεστάτου ὅτι πρόκειται περί «Ἐκκλησίας τῶν «πονηρευομένων». Ἔτσι θά ἀκολουθήσουμε καί στό γράμμα καί στό πνεῦμα τούς Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς . ἄλλωστε οἱ περισσότεροι προτεστάντες εἰκονομάχοι δέν εἶναι; 

β) Στήν παράγραφο 4 τῶν συμπερασμάτων του ὁ Θεοφιλέστατος γράφει: «Οἱ χριστιανικές αὐτές κοινότητες, παρά τόν ἐκκλησιαστικό τους χαρακτήρα, δέν ἀποτελοῦν τήν «πλήρη» Ἐκκλησία ... Κατά συνέπεια ἡ χρήση τοῦ ὃρου Ἐκκλησία γι’ αὐτές δέν τίς ἐξομοιώνει μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».

i) Διερωτῶμαι ὁ ὅρος «πλήρης Ἐκκλησία» ἐκφέρεται σέ ἀντιδιαστολή πρός τό «ὀλίγον Ἐκκλησία»; Μέ συγχωρεῖτε, ἀλλά ὅση σοβαρότητα ἔχoυν οἱ φράσεις «πλήρης ἔγκυος» καί «ὀλίγον ἔγκυος» ἄλλο τόση ἔχει καί ἡ φράση «πλήρης Ἐκκλησία» - ἄν θέλουμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς. Μπορεί ἡ Ἐκκλησία νά μήν εἶναι «πλήρης»; Τί ἐκκλησιολογία εἶναι αὐτή; Ἡ Ἐκκλησία δέν ταυτίζεται μέ τήν πληρότητα καί καθολικότητα; Ἀν εἶναι Ἐκκλησία εἶναι «πλήρης», ἄν δεν εἶναι «πλήρης» δεν είναι Ἐκκλησία. 

ii) Καί μόνο ἀπό τή φράση «πλήρης» Ἐκκλησία» εἶναι προφανής ὁ ἐπηρεασμός ἀπό τά κείμενα τῆς Β΄ Βατικανῆς ὄχι μόνο στίς νέες ἐκκλησιολογικές ἰδέες περί περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας  ἀλλά ἀκόμα καί στή διατύπωση τῆς νέας ἐκκλησιολογίας. Οἱ ὅροι «πλήρης»«ἐλλιπῆς» Ἐκκλησία καί ἡ ἐκ τούτων προβληματική εἶναι βατικάνειος. Οὐδέποτε, ἐξ ὅσων γνωρίζω, χρησιμοποιήθηκε στήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρηση;


(Συνεχίζεται)

Saturday, July 23, 2016

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Z΄


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ

Ὁ οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καί τά ἀνύπαρκτα γιά τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογικά διλήμματα

(ἀποκλειστική ἤ περιεκτική ἐκκλησιολογία;)

Του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου
=====

«Μπορεῖ νά ὑπάρξει χάρις Θεοῦ ἐκτός Ἐκκλησίας;»

Εἰλικρινά θλίψη μᾶς προκαλοῦν τά ἐρωτήματα πού θέτει καί οἱ ἀπαντήσεις πού δίνει ὁ Θεοφιλέστατος γιά νά ἐπιχειρηματολογήσει ἐναντίον τοῦ κανόνος τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τήν τελετουργική τῶν Ἱ. Μυστηρίων Χάρη τοῦ Ἁγ. Πνεύματος στήν αἵρεση. Ἐρωτᾶ ὁ Θεοφιλέστατος: «Μπορεῖ νά ὑπάρξει χάρις Θεοῦ ἐκτός Ἐκκλησίας;» καί ὁ ἴδιος ἀπαντᾶ: «Ἐάν ἡ δημιουργία καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δέ βρίσκονται κάτω ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, τότε τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Ἄπ. Παύλου πρός τούς Ἀθηναίους «ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν»; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐπισημαίνει γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα: «...κατά πάντα ὅμοιον τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ, ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον καί δι’ Υἱοῦ μεταδιδόμενον καί μεταλαμβανόμενον ὑπό πάσης τῆς κτίσεως καί δι’ ἑαυτοῦ κτῖζον καί οὐσιοῦν τά σύμπαντα καί ἁγιάζον καί συνέχον...»!

Τά ἐρωτήματα αὐτά καταδεικνύουν ὅτι δέν εἶναι, δυστυχῶς, κατανοητό, ὅπως εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ π. Πέτρος Χίρς, ὅτι «τό ἐπίμαχο θέμα [στήν ἐποχή τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ] δὲν ἦταν κατὰ πόσον τὸ Πνεῦμα κινεῖται ἢ δὲν κινεῖται ἐντὸς τῆς κτίσεως ἢ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν Ἀλήθειᾳ. Αὐτὸ δὲν ἦταν ἀμφισβητούμενο, καθότι ὁ Κύριος “πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν” (Α΄ Τιμ. 2, 4). Τὸ θέμα ἦταν ἡ παρουσία τῶν καθαρτικῶν, φωτιστικῶν καὶ θεοποιῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὰ Μυστήρια καὶ ἐὰν δροῦν στὸ σχῖσμα καὶ στὴν αἵρεση. Τὸ θέμα ἦταν ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὰ Μυστήρια καί, συνεπῶς, ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ἀνάμεσα στοὺς σχισματικοὺς καὶ αἱρετικούς … Παρότι αὐτὴ ἡ ἐνέργεια (τοῦ Θεοῦ) εἶναι ἁπλή, μποροῦν νὰ γίνουν ἀντιληπτὲς κάποιες διαφορὲς ἀνάμεσα στὴν δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τὴν προνοητικὴ ἐνέργεια, τὴν καθαρτική, τὴν φωτιστικὴ καὶ τὴν θεωτικὴ ἐνέργεια. “Μεταξὺ αὐτῶν τῶν μορφῶν τῆς μίας καὶ μόνης ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπάρχει ταυτότης. Ἂν ὑπῆρχε ταυτότης, τότε ὅλα τὰ κτίσματα θὰ μετεῖχαν π.χ. στὴν θεωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ”. Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ γνωρίζουμε, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν φωτιστικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θεωτικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ γνωρίζουμε διότι δὲν ἔφθασαν ὅλοι στὴν Θέωση … Ἑπομένως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀνεξαρτήτως προελεύσεως ἢ πεποιθήσεων, συμμετέχουν στὶς δημιουργικές, συνεκτικὲς καὶ προνοητικὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὶς ὁποῖες ὁ κόσμος θὰ ἔπαυε νὰ ὑπάρχει. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια καὶ μόνον ὑπάρχει μία διαφοροποιημένη μετοχὴ γιὰ τοὺς σχισματικοὺς καὶ αἱρετικούς, ὄχι στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὑπέθεταν ὁ Congar καὶ οἱ συνάδελφοί του, ἀλλὰ στὶς θεῖες Ἐνέργειες – δημιουργικές, συνεκτικὲς καὶ προνοητικές. Ὡστόσο αὐτὴ ἡ μετοχὴ δὲν τοὺς καθιστᾶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, αὐτοί, μὴ ἐκπληρώνοντας τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ μετοχὴ στὴν Ἐκκλησία, δὲν μετέχουν στὶς καθαρτικές, φωτιστικὲς καὶ θεωτικὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ».


(Συνεχίζεται) 

Friday, July 22, 2016

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΣΤ΄


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ
ΣΤ΄

Ὁ οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καί τά ἀνύπαρκτα γιά τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογικά διλήμματα

(ἀποκλειστική ἤ περιεκτική ἐκκλησιολογία;)

Του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου
=====

Γ. Οἱ κανόνες Β-7  καί Στ-95. 

Ἡ κατ’ οἰκονομία ἐκκλησιαστική πράξη ἔλαβε καί συνοδική ἐπικύρωση μέ τούς Β-7 καί Στ-95. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅμως, ὅτι ἐνῶ οἱ κανόνες πού ἀπορρίπτουν τό αἱρετικό «βάπτισμα» παρέχουν σύντομη ἤ πολύ ἐκτεταμένη θεολογική αἰτιολόγηση, οἱ κανόνες πού προτείνουν τήν οἰκονομία στήν εἰσδοχή τῶν πρώην αἱρετικῶν δέν προβάλουν καμία θεολογική αἰτιολόγηση. Εἶναι κατ’ οἰκονομία αὐτό καί μόνο ἀρκεῖ. Ἡ μόνη αἰτιολόγηση προέρχεται ἀπό τόν Μ. Βασίλειο: «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν… Ἐάν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο. Ὑφόρομαι γάρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηρούς αὐτούς περί τό βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διά τό τῆς προτάσεως αὐστηρόν» (Βασιλ-1). Κανένας θεολογικός-ἐκκλησιολογικός λόγος, μόνο ἡ ποιμαντική ἀνάγκη τῆς σωτηρίας διά τῆς μετοχῆς στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’  ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει μετανοήσει καί φύγει ἀπό τήν αἵρεση.  

Τόσο ἡ κανονική παράδοση ὅσο καί ἡ πατερική διδασκαλία δέν προβαίνουν καθόλου σέ προσπάθεια ἑρμηνείας τῆς κατ’ οἰκονομία πράξεως, οὔτε ὅταν ἀναφέρονται στήν εἰσδοχή τῶν μετανοημένων αἱρετικῶν οὔτε στίς περιπτώσεις τῶν μετανοημένων πρώην αἱρετικῶν κληρικῶν (Ζ΄ Οἰκουμενική). Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία μόνο ὁ Ἃγ. Αὐγουστῖνος προσπάθησε νά ἑρμηνεύσει τήν κατ’ οἰκονομία πράξη τοῦ μή ἀναβαπτισμοῦ καί ἀργότερα ὁ σχολαστικισμός μέ τόν Θωμά Ἀκινάτη. Ὁμως ἡ προβληματική αὐτή δέν εἶχε καμία ἀπήχηση στήν πατερική παράδοση. Συνεπῶς, τά ἐρωτήματα πού θέτει ὁ Θεοφιλέστατος εἶναι θεμελιωμένα σέ σχολαστικές προϋποθέσεις καί ἐντελῶς ξένα στήν Ὀρθόδοξη προβληματική. Ἐπ’ αὐτῶν μποροῦμε νά κάνουμε πολλές θρησκευτικές συζητήσεις, ἀλλά θά εἴμαστε μακρυά ἀπό τό Πατερικό πνεῦμα. Ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Πατέρων καί τῶν Συνόδων ἀποφάσισε κυριαρχικῷ δικαιώματι νά ἐντάσσει στούς κόλπους της τούς μετανοημένους αἱρετικούς, χωρίς νά τούς βαπτίζει, χωρίς ὅμως νά μπεῖ σέ λεπτομερεῖς ἀναλύσεις καί πρό παντός, χωρίς νά ἀναγνωρίζει ὡς βαπτισμένους αὐτούς πού μένουν στήν αἵρεση. Θά βοηθοῦσε ἰδιαίτερα ὁ Θεοφιλέστατος νά μᾶς παρουσιάσει τίς ἀπόψεις-ἀπαντήσεις τῶν Πατέρων στά ἐρωτήματα πού θέτει – ἄν ὑπάρχουν. Αὐτές ἔχουν γιά μένα θεολογική ἀξία καί βαρύτητα καί ὄχι οἱ διανοητικές ἀσκήσεις τοῦ ὁποιουδήποτε, ὅσο ἐνδιαφέρουσες καί ἄν εἶναι κατά τά ἂλλα.

Ἐπίσης, οὔτε ὁ Μ. Βασίλειος οὔτε οἱ ἱεροί Κανόνες οὔτε οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι προσπαθοῦν στήν κατ’ οἰκονομία πράξη νά θεμελιώσουν ἐπιχειρήματα γιά νά ἀκυρώσουν βασικές ἐκκλησιολογικές ἀρχές (ἀνυπαρξία τελεσιουργικῆς τῶν μυστηρίων Θ. Χάριτος στήν αἵρεση, ἀνυπαρξία ἱερῶν Μυστηρίων ἐκτός Ἐκκλησίας, διάκριση Ἐκκλησίας-αἵρεσης, ἀλήθειας-πλάνης κοκ). Ποτέ! Ὅπως στή σημερινή ἐκκλησιαστική πράξη ἡ κατ’ οἰκονομία δυνατότητα τελέσεως ἀεροβαπτίσματος ἀπό Ὀρθόδοξη νοσηλεύτρια δέν ὑπονοεῖ ὅτι ἡ νοσηλεύτρια ἔχει τήν εἰδική ἱερωσύνη ἤ ὅτι  μπορεῖ νά τελέσει κατ’ οἰκονομία καί ἄλλα μυστήρια, ἔτσι γιά τήν ἐκκλησιαστική μας παράδοση μέ τήν κατ’ οἰκονομία εἰσδοχή τῶν αἱρετικῶν, μέ κανένα τρόπο δέν ἀναγνωρίζονται τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν! Εἶναι, ἄλλωστε, ἀδιανόητο ἡ οἰκονομία τοῦ ἀεροβαπτίσματος νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς θεολογικός λόγος γιά τή διεκδίκηση τῆς ἱερωσύνης τῶν γυναικών . κατά τόν ἴδιο τρόπο ἦταν ἀδιανόητο γιά τούς Πατέρες οἱ αἱρετικοί νά διεκδικήσουν ἐγκυρότητα τῶν «μυστηρίων» τους, ὅπως προσπαθεῖ στό ἄρθρο του ὁ Θεοφιλέστατος. 

Εἶναι σαφής ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἀπόφαση τῆς Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς (1971), ἡ ὁποία στό κείμενο «Ἡ οἰκονομία ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» εὔστοχα σημειώνει: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία ἀποβλέπει…α) εἰς τήν διατήρησιν κατά πρῶτον καί κύριον λόγον τῆς ἑαυτῆς πίστεως καί διδασκαλίας τελείως ἀνοθεύτου καί ἀνεπηρεάστου ἐκ τῆς κατ’ οἰκονομίαν τοιουτοτρόπου συγκαταβάσεως αὐτῆς πρός τούς ἔξω. “Διότι οὐ συγχωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, καί τότε τάς οἰκονομίας ὁ ὀρθός λόγος μεταχειρίζεται, ὃτε τό δόγματῆς εὐσεβείας οὐδέν παραβλάπτεται” (Εὐλόγιος Ἀλεξ. PG 103, 953)». Δηλαδή  ἡ κατ΄ οἰκονομία πράξη γιά τήν εἰσδοχή πρώην αἱρετικῶν δέ μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς θεολογικό προηγούμενο γιά τήν τροποποίηση, οὐδέ στό ἐλάχιστο, τῆς πίστης καί τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφορικά μέ τήν αὐτοσυνειδησία της καί τήν “ἐκκλησιαστικότητα” τῶν ἑτεροδόξων! Διότι οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε τήν οἰκονομία γιά νά ἀφήσει τόν ἄνθρωπο στήν πλάνη καί τήν αἵρεση, ἀποκοιμίζοντάς τον ὅτι δῆθεν δέν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα νά παραμένει στήν πλάνη… Αὐτό δέν εἶναι ποιμαντική οἰκονομία, ἀλλά ἀπάνθρωπη συμπεριφορά καί ἀσυγχώρητη κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλασφημία!

Ὁ ἀείμνηστος Μητρ. Γέρων Ἐφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης) (Πρόεδρος τῆς Γ΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως-1986) σημειώνει ἐπ’ αὐτοῦ: «ἄλλο εἶναι τό θέμα τῆς κατ’ ἀρχήν καί ἐξ ἀντικειμένου ἀναγνώρισης τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν καθ’ ἑαυτά, καί ἄλλη εἶναι ἡ περίπτωση τῆς εἰσδοχῆς τῶν μεταστρεφομένων  στήν ορθοδοξία ἑτεροδόξων μέ τά μυστήρια πού ἒχουν δεχθεῖ στήν ἑτερόδοξη ἐκκλησία, ἀπό τήν ὁποία προέρχονται». Ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββᾶτος) σέ Συνέδριο γιά τούς Ἱερούς Κανόνες (Βόλος, 10.5.2014) δήλωνε κατηγορηματικά ὃτι ἡ κατ’ οικονομία πράξη τῆς Ἐκκλησίας νά μήν ἀναβαπτίζει τούς προσερχομένους ἀπό ὁρισμένες αἱρέσεις «δέν συνεπάγετο καί τήν αὐτόματη ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητος τῶν μυστηρίων, τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος τῶν αἱρετικῶν ἤ τῶν σχισματικῶν … Ἡ κατ’ οἰκονομία ἀποδοχή τῆς ἐπιστροφῆς τῶν αἱρετικῶν δέν συνεπάγεται αὐτόματα τήν ἀναγνώριση ἤ τήν κοινωνία μετά τῶν αἱρετικῶν καί μάλιστα ἐν τοῖς μυστηρίοις». Ὁ ἀείμνηστος Γέρων Ἐφέσου καί ὁ Ἃγιος Μεσσηνίας τά λένε αὐτά . ὂχι ἐγώ…


(Συνεχίζεται)

Thursday, July 21, 2016

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ε΄


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ
Ε΄

Ὁ οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καί τά ἀνύπαρκτα γιά τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογικά διλήμματα

(ἀποκλειστική ἤ περιεκτική ἐκκλησιολογία;)

Του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου
=====

Γιά τό οἰκουμενικό κῦρος τοῦ Κυπρ-1 καί τήν ἄρνηση ἀναγνώρισης “μυστηρίων” στίς αἱρετικές κοινότητες παραπέμπουμε στόν Μητροπολίτη Γέροντα Ἐφέσου Χρυσόστομο (Κωνσταντινίδη), ὁ ὁποῖος σημειώνει μέ σαφήνεια: «Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νά τονισθεῖ, ὅτι καί στό χῶρο τῶν µυστηρίων, αὐτῶν ποῦ τελοῦνται καί ἁγιάζονται στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία καί αὐτῶν πού "θεωροῦνται ὅτι τελοῦνται" στίς µή ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ἡ ἀκρίβεια εἶναι µιά σωστή ἀρχή, πού πρέπει νά εἶναι σεβαστή ἀπόλυτα καί ὁλοκληρωτικά.»

Καί στή συνέχεια ὁ ἀείμνηστος Ἐφέσου Χρυσόστομος ἀφοῦ μνημονεύει τόν Κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ὡς κανόνα πού ἔχει περιβληθεῖ μέ οἰκουμενικό κῦρος ἀπό τόν Στ-2 σημειώνει: «Ἐποµένως, ὅση καί ὅποια ἀκρίβεια ἰσχύει καί ἀπαιτεῖται στήν τήρηση καί στόν σεβασµό τῶν πιστευτέων τῆς ἐκκλησίας, ἡ αὐτή κατά βάσιν ἀκρίβεια, ποιοτικά καί ποσοτικά, ἀπαιτεῖται καί γιά τά µυστήρια. Καί ὅπως δέν νοεῖται καί δέν ἐπιτρέπεται ἀλλοτρίωση ἀπό τήν πίστη καί τά δόγµατα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀλλοτρίωση αὐτή ὁδηγεῖ εὐθέως στήν αἵρεση ἤ στό σχίσµα, ἔτσι δέν νοεῖται καί δέν ἐπιτρέπεται ἀποδοχή καί ταύτιση µέ "µυστήρια" πού δέν φέρνουν καθ’ ἑαυτά τήν φερεγγυότητα καί γνησιότητα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας.  Κατά ταῦτα, ὁ,τιδήποτε φέρεται σάν "µυστήριο" ἔξω ἀπό τά παραπάνω περιγραφόµενα "ἐκκλησιαστικά" ὅρια, δέν εἶναι µυστήριο, δέν ἀναγνωρίζεται σάν µυστήριο σωστό καί σωστικό». Ὁ Ἐφέσου Χρυσόστομος τά γράφει, ὂχι ἐγώ…

Πῶς λοιπόν ἐξηγεῖται ἡ ἐπισήμανση τοῦ Στ-2; Ὁ Ἃγ. Νικόδημος στό Πηδάλιο εἶναι ἀπολύτως σαφῆς: Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Στ-2 γιά τόν Κυπρ-1 μᾶς ὑπενθυμίζει τήν ἐξέλιξη καί τή διαφορετική πρακτική πού ἐφάρμοσε ἡ Ἐκκλησία στόν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾳ». Ἀπό τή μία πλευρά ἔχουμε τόν Κυπρ-1, τούς Ἀποστ-46, -47, -50 καί -68 καί τούς δύο κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου (1ο καί 47ο), οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπό τόν Στ-2 καί τόν Ζ-1 ἀποκτώντας ἔτσι οἰκουμενικό κῦρος. Παράλληλα, ὅμως, ὁ Μ. Βασίλειος ἀναγνωρίζει καί ἀποδέχεται καί τή μή τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος γιά τούς «προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ» ἀπό συγκεκριμένες αἱρέσεις τίς ὁποῖες καί περιοριστικῶς μνημονεύει. Ἀκολούθως, ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν Β-7 καί ἀργότερα ἡ Στ΄ μέ τόν Στ-95 ὁρίζει τρεῖς κατηγορίες-τρόπους εἰσδοχῆς στήν Ἐκκλησία: μέ τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, μέ χρήση Ἁγ. Μύρου καί διά λιβέλλου.

Πῶς συνδυάζονται ὅμως οἱ δύο ἀντικρουόμενες, φαινομενικά, ἀπόψεις; Καί γιατί ἡ Στ΄ ἐν Τρούλλω ἐπικύρωσε τούς «ἀντιφατικούς» αὐτούς κανόνες;
Ὁ κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, οἱ Ἀποστολικοί καί οἵ τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι σαφές ὅτι καθορίζουν τά θεολογικά κριτήρια προσεγγίσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Σύμφωνα λοιπόν μέ τούς ἐπικυρωμένους ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους κανόνες, ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀναγνώρισε ὡς ἔγκυρο τό βάπτισμα τῶν αἱρετικών, ὡς παρέχον σώζουσα Θ. Χάρη, πού συγχωρεῖ ἁμαρτίες, ἀναγεννᾶ τόν βαπτιζόμενο καί τόν ἐντάσσει στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, διότι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐνεργεῖ ἡ τελετουργική των μυστηρίων Χάρις τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ὅλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ὁμογνωμοῦν ἀπολύτως στό σημεῖο αὐτό. Ἡ ἔντονη διένεξη Καρχηδόνος–Ρώμης (Ἁγ. Κυπριανοῦ – Ἁγ. Στεφάνου) διασάφησε πλήρως τό θέμα! Καί γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Πενθέκτη προσέδωσε οἰκουμενικό κύρος στόν Κυπρ-1 καί στούς συναφεῖς μέ αὐτόν, ἐντάσσοντάς τους στούς ἐπικυρωμένους κανόνες Τοπικῶν Συνόδων καί Ἁγ. Πατέρων.

Παράλληλα, ὅμως, μέ τήν ἐπισήμανσή της «ὅς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων τόποις, καί μόνον, κατά τό παραδοθέν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε» περιόρισε τήν ἰσχύ-ἐφαρμογή του. Γιατί;

Ο Μ. Βασίλειος, πού συμφωνεῖ καί ἐπαυξάνει τή θεολογική προσέγγιση τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος, ἐξηγεῖ καί τό γιατί ἡ Ἐκκλησία δέχεται τούς προσερχομένους ἀπό ὁρισμένες αἱρέσεις χωρίς νά τούς βαπτίζει. Δέν πρόκειται περί θεολογικῶν-ἐκκλησιολογικῶν, ἀλλά καθαρά περί ποιμαντικῶν λόγων. Ὁ Μ. Βασίλειος συναινεῖ νά μή βαπτίζονται οἱ προσερχόμενοι ἀπό ὁρισμένες αἱρέσεις, πρακτική πού ἐφαρμοζόταν σέ Ἐκκλησίες τῆς Μ. Ἀσίας ἤ τῆς Ρώμης «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν», ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει (Βασιλ-1 καί -47). Ἐπίσης, ὁ ἴδιος προτείνει τήν κατ’ οἰκονομία πράξη «ἐάν μέντοι μέλλη τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο, πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καί τοῖς οἰκονομήσασι τά καθ’ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον. Ὑφορῶμαι γάρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηρούς αὐτούς περί τό βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διά τό τῆς προτάσεως αὐστηρόν».

Ἀντιδιαστέλλεται, λοιπόν, ἡ θεολογική ἀκρίβεια («τό τῆς προτάσεως αὐστηρόν»), ἀπό τήν ποιμαντική οἰκονομίατό ἔθος τῶν πατέρων»).  [Γιά τόν Μ. Βασίλειο καί τόν Στ-2 μέ τήν λέξη “ἔθος” δέν προσδιορίζεται ἡ δογματική διδασκαλία (ἐκκλησιολογία), ὅπως ἐσφαλμένα ὑποστηρίζει ὁ Θεοφιλέστατος, ἀλλά, κατά περίπτωση, ἡ πρακτική  της οἰκονομίας μέ τόν ἀναβαπτισμό ἤ τῆς ἀκρίβειας μέ τόν μή ἀναβαπτισμό]. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιώντας τή θεολογική ἀκρίβεια σέ ὅλους τούς τόνους ἀποφαίνεται ὅτι δέν ὑφίσταται ἔγκυρο βάπτισμα στήν αἵρεση, ἀξιοποιώντας ὅμως τήν ποιμαντική οἰκονομία, ὅπου δέν εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμοστεῖ ἡ ἀκρίβεια, ὑποδέχεται ὅσους μετανοημένοι ἀρνοῦνται τήν αἵρεση καί προσέρχονται στήν Ἐκκλησία, μέ τήν τέλεση τοῦ ἱεροῦ Χρίσματος καί τή Θ. Μετάληψη καί ὄχι διά τοῦ τριπλοῦ μυστηρίου τῆς Χριστιανικῆς μυήσεως (Βάπτισμα-Χρῖσμα-Θ. Εὐχαριστία).

Ὑπό αὐτό τό πνεῦμα πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε τήν ἐπισήμανση τοῦ Στ-2 σχετικά μέ τόν κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ «ὅς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων [ἐπισκόπων] τόποις, καί μόνον, κατά τό παραδοθέν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε». Δέν σημαίνει μείωση τοῦ οἰκουμενικοῦ κύρους του, ἀλλά περιορισμό τῆς ἰσχύος του, λόγῳ τῆς κατ’ οἰκονομίαν πράξεως τῆς Ἐκκλησίας.


Συμπερασματικά, νομίζουμε ὅτι ἡ Στ΄ ἐν Τρούλῳ ἐντάσσοντας τόν Κυπρ-1 στούς ἐπικυρωμένους κανόνες τῶν Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγ. Πατέρων θέλησε νά περιβάλει μέ οἰκουμενικό κῦρος τή θεολογία τοῦ κανόνος (οὐσιαστικά τήν μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας), ἀλλά μέ τήν ἐπισήμανσή της («ὅς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων τόποις, καί μόνον, κατά τό παραδοθέν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε») περιόρισε τήν ἰσχύ-ἐφαρμογή του, ὥστε νά μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά ἐφαρμόζει καί τήν οἰκονομία στόν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν αἱρετικῶν, ὃταν χρειάζεται.

(Συνεχίζεται)

Wednesday, July 20, 2016

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Δ΄


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ
Δ΄

Ὁ οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καί τά ἀνύπαρκτα γιά τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογικά διλήμματα

(ἀποκλειστική ἤ περιεκτική ἐκκλησιολογία;)

Του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου
=====

Ἡ ἐπικύρωση τοῦ Κυπρ-1.

Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική στόν Στ-2 ἀναφερόμενη στούς οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνες σημειώνει: «Μένειν καί ἀπό τοῦ νῦν βεβαίους καί ἀσφαλεῖς, πρός ψυχῶν θεραπείαν καί ἰατρείαν παθῶν, τούς ὑπό τῶν πρό ἡμῶν ἁγίων καί μακαρίων Πατέρων δεχθέντας καί κυρωθέντας, ἀλλά μήν καί παραδοθέντας ἡμῖν ..... κανόνας. Ἐπισφραγίζομεν δέ καί τούς λοιπούς πάντας ἱερούς κανόνας, τούς ὑπό τῶν ἁγίων καί μακαρίων Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντας, τουτέστι τῶν τε ἐν Νικαίᾳ ... ἔτι μήν  ...  ἔτι μήν  ...  ἔτι μήν καί τόν ὑπό Κυπριανοῦ, τοῦ γενομένου ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἄφρων χώρας καί μάρτυρος, καί τῆς κατ’  αὐτόν συνόδου ἐκθέντα κανόνα» μέ τήν ἐπισήμανση «ὅς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων [ἐπισκόπων] τόποις, καί μόνον, κατά τό παραδοθέν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε».

Ὅσοι ἑρμηνεύουν, ἐν οἶς καί ὁ Θεοφιλέστατος, τήν ἐπισήμανση τοῦ Στ-2 ὡς ἄρνηση τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ Κανόνος ἀπό τήν Πενθέκτη ὀφείλουν νά λάβουν ὑπ’  ὄψιν τους:

1. Ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀναγνωρίσει οἰκουμενικό κῦρος στόν Κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ πρό τῆς ἐπικυρώσεώς του ἀπό τόν Στ-2. Ὁ Κανόνας ἦταν ἐνταγμένος στό «Σύνταγμα εἰς δεκατέσσαρας τίτλους», πού ἦταν τό ἐν χρήσει «Πηδάλιο» τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως μετά τά μέσα τοῦ 6ου αἰ. καί μάλιστα βάσει αὐτοῦ ἐξέδωσε ἡ Στ΄ ἐν Τρούλῳ Οἰκουμενική τόν Στ-2.

 Ἀν δέν συμφωνοῦσε μέ τό περιεχόμενό του ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως γιατί τόν εἶχε ἐντάξει στό “Σύνταγμά” της ἀπό τόν 6ο ἤδη αἰ.;  Ἀναμένουμε ὑπεύθυνη καί πειστική ἀπάντηση.

2. Ὁ Στ-2 δέν συνετάγη μέ τήν προοπτική τῆς ἱστορικῆς διασώσεως κανονικῶν κειμένων, ἀλλά γιά καθαρά θεολογικούς καί ποιμαντικούς λόγους.

3. Ἄν ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος ἔκρινε ὅτι δέν τήν ἐξέφραζε ὁ κανόνας αὐτός, ἁπλῶς δέν θά τόν ἀνέφερε, ὅπως ἔκανε μέ πολλούς ἄλλους κανόνες Συνόδων ἤ Πατέρων. Αὐτό μάλιστα ἦταν πολύ εὔκολο, τή στιγμή που εἶναι ὁ μοναδικός κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ. Ἀς μή μᾶς διαφεύγει ὅτι ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική διόρθωσε καί κατήργησε ἄλλους κανόνες, χωρίς νά φεισθεῖ τῆς αὐθεντίας σημαντικῶν προσώπων ἤ Τοπικῶν Συνόδων (π.χ. ὁ Στ-2 ἀκυρώνει τίς διά Κλήμεντος Ἀποστολικές Διαταγές, ὁ Στ-29 ἀκυρώνει τόν Καρθ-41(48), ὁ Στ-16 ἀκυρώνει ρητῶς τόν Νεοκαισ-15). 

4. Παρά τό ὅτι ἀφορμή γιά τή σύνταξη τοῦ Κυπρ-1 ἦταν τό ἐρώτημα γιά τόν τρόπο εἰσδοχῆς στήν Ἐκκλησία τῶν πρώην αἱρετικῶν, ὅπως σαφῶς προκύπτει ἀπό τά πρακτικά, εἶναι ἄξιον ἐπισημάνσεως ὅτι τό κείμενο τοῦ κανόνος δέν δίνει ἄμεση καί ρητή ἀπάντηση στό τί δέον γενέσθαι, ἀλλά περιορίζεται στίς θεολογικές ἀρχές πού θά πρέπει νά πρυτανεύσουν στήν ἀντιμετώπιση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀπό τούς κατά τόπον ἁρμοδίους, πού εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι. Τό πρακτέον, δηλαδή ἡ ὑποχρεωτική βάπτιση, συνάγεται σαφέστατα ἀλλά πάντως δέν δηλώνεται ρητῶς στόν κανόνα.

5. Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε ὁ Κυπρ-1 δέν εἶναι ὁ μοναδικός κανόνας πού ἀναφέρεται στήν ἀκυρότητα τῶν «μυστηρίων» τῶν αἱρετικῶν. Συμφωνοῦντες καί «συμφρονοῦντες» μέ αὐτόν εἶναι οἱ Ἀποστ-46, -47, -50 καί -68 καί οἱ δύο κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου (1ος καί 47ος), ὁ ὁποῖος μνημονεύει τόν Κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καί  προσφέρει μάλιστα καί πρόσθετη θεολογική αἰτιολογία ὅτι τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀνυπόστατο. Εἶναι σημαντικό ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω κανόνες ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπό τόν Στ-2 καί τόν Ζ-1 χωρίς καμία ἐπιφύλαξη, ἀποκτώντας ἔτσι οἰκουμενικό κῦρος.

6. Ἄξιο ἰδιαιτέρας ἐπισημάνσεως εἶναι ὅτι τόσο ὁ Κυπρ-1 ὅσο καί οἱ Ἀποστ-46, -47, -50, -68, Βασιλ-1 καί -47 γιά νά αἰτιολογήσουν τή θέση τους προβάλλουν σαφῆ καί ἐκτεταμένη θεολογική καί ἐκκλησιολογική ἐπιχειρηματολογία. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Στ-2 γιά τόν Κυπρ-1 δέν προσπαθεῖ κἂν νά ἀντιμετωπίσει ἤ νά ἀναιρέσει τή θεολογική τους αἰτιολόγηση, ὅπως κάνει σέ ὅλες τίς ἄλλες περιπτώσεις ἀκυρώσεως κανόνων ἥσσονος σπουδαιότητος (π.χ. ὅταν μέ τόν Στ-2 ἀκυρώνει τίς διά Κλήμεντος Ἀποστολικές Διαταγές, μέ τόν Στ-29 ἀκυρώνει τόν Καρθ-41(48), μέ τόν Στ-16 ἀκυρώνει τόν Νεοκαισ-15).

7. Τέλος, νομίζουμε, ὅτι δέν εἶναι ἄνευ σημασίας τό ὅτι ὁ Στ-2 μετά ἀκριβῶς ἀπό τήν ἐπικύρωση τοῦ κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, σημειώνει: «καί μηδενί ἐξεῖναι τούς προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ἤ ἀθετεῖν, ἤ ἑτέρους παρά τούς προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως ὑπό τινῶν συντεθέντας, τῶν τήν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων. Εἰ δέ τις ἁλῷ κανόνα τινά τῶν εἰρημένων καινοτομῶν, ἤ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατά τόν τοιοῦτον κανόνα, ὡς αὐτός διαγορεύει, τήν ἐπιτιμίαν δεχόμενος, καί δι’ αὐτοῦ, ἐν ὦπερ πταίει θεραπευόμενος». Καί ἄν αὐτό δέν ἔγινε ἀπολύτως συνειδητά ἀπό τούς Πατέρες, ποιός μπορεῖ νά ἀποκλείσει ὅτι καί σέ αὐτό τό σημεῖο ἔχουμε ἐπιβεβαίωση τῆς συνοδικῆς διαπιστώσεως ὅτι «ἐξ ἑνός γάρ ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὣρισαν τά συμφέροντα» (Ζ-1);


(Συνεχίζεται)

Tuesday, July 19, 2016

ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Δ΄


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ
Δ΄

Ὁ οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καί τά ἀνύπαρκτα γιά τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογικά διλήμματα

(ἀποκλειστική ἤ περιεκτική ἐκκλησιολογία;)

Του π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου
=====

Β. Ὁ κανόνας τῆς ἐν Καρχηδόνι Συνόδου (255μΧ) (Κυπρ-1).

Ὁ Κυπρ-1 εἶναι ἀπολύτως σαφής καί κατηγορηματικός καί ἀποκλείει ἐντελῶς τήν ἀναγνώριση “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”. Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος στόν Κυπρ-1 ἀρνοῦνται κατηγορηματικά τήν ὕπαρξη τελετουργικῆς τῶν ἱερῶν μυστηρίων Χάριτος στό χῶρο τῶν αἱρέσεων.

Σύμφωνα μέ τόν Κυπρ-1 στήν αἵρεση καί τό σχίσμα δέν ὑφίσταται:
  • τό μυστήριο τοῦ χρίσματος («οὐ δύναται χρῖσμα τό παράπαν παρά τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι»)
  • τῆς Θ. Εὐχαριστίας («ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων»), 
  • τῆς ἀφέσεως («ἀδύνατον ἁμαρτημάτων ἄφεσιν λαβεῖν»
  • τῆς Ἱερωσύνης («Πῶς δέ εὔξεται ὑπέρ τοῦ βαπτισθέντος οὐχί ἱερεύς, ἀλλ' ἱερόσυλος καί ἁμαρτωλός;»)
  • τοῦ Βαπτίσματος («μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι ἔξω τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, ἑνός ὄντος βαπτίσματος καί ἐν μόνῃ τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ ὑπάρχοντος»).  
  • Δέν ὑπάρχουν, λοιπόν, στήν αἵρεση μυστήρια, διότι στήν αἵρεση δέν ὑπάρχει οὔτε Ἐκκλησία: «Παρά δέ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐκκλησία οὐκ ἔστιν», «ἁγιᾶσαι δέ ἔλαιον οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε ἐκκλησίαν· ὅθεν οὐ δύναται χρῖσμα τό παράπαν παρά τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι». 
Ἀξίζει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ συνοδική ἀπόφαση τῆς Καρχηδόνος, δέν ἀρκεῖται στήν ἁπλή διατύπωση περί πλήρους ἀκυρότητος τῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας «μυστηρίων» τῶν αἱρετικῶν. Ἐπεξηγώντας τό «ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας» δέν ἀντιδιαστέλλει μεταξύ «κανονικῶν» καί «χαρισματικῶν ὁρίων» τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα γιά τούς Πατέρες ταυτίζονται ἀπολύτως («ἑνός ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καί μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ ἀποστόλου, ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης · καί διά τοῦτο τά ὑπ' αὐτῶν γινόμενα, ψευδῆ καί κενά ὑπάρχοντα, πάντα ἐστίν ἀδόκιμα»), ἐφ’ ὅσον στόν χῶρο τῆς αἱρέσεως δέν ὑφίσταται Πνεῦμα Ἅγιο πού νά τελεῖ ἔγκυρα μυστήρια.

Ὁ Θεοφιλέστατος στό ἄρθρο του γιά νά παρακάμψει τή σαφῆ διδασκαλία τῆς Συνόδου  ἀρνεῖται τήν οἰκουμενικότητα τοῦ Κανόνος καί τόν ἀξιολογεῖ ὡς προσωπική καί μόνο ἄποψη τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ἡ ὁποία, κατ’ αὐτόν, δέν ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὃμως:

Ἀποφεύγει νά ἐξηγήσει ὁ Θεοφιλέστατος: γιατί ἡ Στ΄ ἐν Τρούλῳ Οἰκουμενική τόν ἐνέταξε στούς ἐπικυρωμένους Κανόνες καί τοῦ προσέδωσε ἔτσι οἰκουμενικό κῦρος; Τό ἐρώτημα εἶναι καίριο καί ἀπαιτεῖ ὑπεύθυνη ἀπάντηση: Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν συμφωνοῦσε μέ τό περιεχόμενο τοῦ Κανόνα γιατί τόν ἐνέταξε στούς ἐπικυρωμένους Κανόνες Της; 

Ἐπίσης, ἀπορία προκαλεῖ ὅτι ὁ Θεοφιλέστατος δέν μνημονεύει καθόλου τούς ἐπικυρωμένους ἀπό τρεῖς Οἰκουμενικές Συνόδους Ἀποστολικούς Κανόνες, πού ταυτίζονται πλήρως ἀπό ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως μέ τόν Κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ. Γιατί; Μήπως ἐπειδή οἱ Κανόνες αὐτοί ἀνατρέπουν πλήρως τήν καινοφανῆ “περιεκτική ἐκκλησιολογία”, τήν ὁποία μᾶς παρουσιάζει; 

Οἱ Ἀποστολικοί κανόνες εἶναι ἀπολύτως σαφεῖς καί δέν παρέχουν καμία δυνατότητα ἀποδοχῆς τῆς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”:
1. Ἀποστ-46: «Ἐπίσκοπον, ἤ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα, ἤ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γάρ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαρ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου;». 
2. Ἀποστ-47: «Ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, τόν κατά ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα ἐάν ἄνωθεν βαπτίσῃ ἤ τόν μεμολυσμένον παρά τῶν ἀσεβῶν ἐάν μή βαπτίσῃ, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τόν σταυρόν καί τόν τοῦ Κυρίου θάνατον, καί μή διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων».
3. Ἀποστ-50: «Εἰ τις ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, μή τρία βαπτίσματα μιᾶς μυήσεως ἐπιτελέσῃ, ἀλλ’  ἕν βάπτισμα, τό εἰς τόν θάνατον τοῦ Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω. Οὐ γάρ εἶπεν ὁ Κύριος, εἰς τόν θάνατόν μου βαπτίσατε · ἀλλά, Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος».
4. Ἀποστ-68: «Εἰ τις ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, ἤ διάκονος, δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινός, καθαιρείσθω καί αὐτός, καί ὁ χειροτονήσας· εἰ μή γε ἄρα συσταίῃ, ὅτι παρά αἱρετικῶν ἔχει τήν χειροτονίαν. Τούς γάρ παρά τῶν τοιούτων βαπτισθέντας ἤ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικούς εἶναι δυνατόν».


(Συνεχίζεται)

Friday, July 8, 2016

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ


Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου
=====

Σέ ἐκκλησιαστικά κείμενα μπορεῖ κανείς νά συναντήση τόν ὅρο Ἐκκλησία καί μέ ἀκρίβεια καί μέ οἰκονομία.

Μέ ἀκρίβεια ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, οἱ βεβαπτισμένοι καί οἱ βεβαιόπιστοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ταυτόχρονα μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Συγχρόνως ἡ Ἐκκλησία χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί «κοινωνία θεώσεως», πού σημαίνει ὅτι ὅσοι μετέχουν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι μέλη τῆς Ἐkκλησίας, μετέχουν κατά διαφόρους βαθμούς τῆς θεώσεως.

Μέ τήν προοπτική αὐτή ἡ Σύνοδος τῆς Καρχηδόνος στήν ὁποία προήδρευσε ὁ ἅγιος Κυπριανός, γράφει ὅτι στούς αἱρετικούς δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία: «Παρά δέ τοῖς αἱρετικοῖς, ὅπου Ἐκκλησία οὐκ ἔστιν...». Ἐπίσης, μέ αὐτήν τήν προοπτική συντάσσονται οἱ Κανόνες 7ος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί 95ος τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου γίνεται λόγος γιά Ἀρειανούς, Μακεδονιανούς, Ναυατιανούς, Νεστοριανούς, Εὐτυχιανούς, Σεβηριανούς, τούς ὁποίους ὀνομάζουν μέ αὐτό τό ἰδιαίτερο ὄνομα καί δέν κάνουν λόγο γιά Ἐκκλησία τῶν Ἀρειανῶν, τῶν Μακεδονιανῶν κλπ.

Μέ αὐτό τό νόημα πρέπει νά δῆ κανείς τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στόν 1ο Κανόνα: «Οἱ δέ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκ ἔτι ἔσχον τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ἑαυτούς• ἐπέλιπε γάρ ἡ μετάδοσις τό διακοπῆναι τήν ἀκολουθίαν». Καί ἐπίσης ἔτσι ἑρμηνεύεται καί ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσι καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐστίν».

Ἐπίσης πρέπει νά ὑπενθυμίσω ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σέ ἐπιστολή του πρός τόν Διονύσιο Μοναχό, κάνει λόγο γιά τά τρία γένη ἀθεΐας. Ὡς δεύτερο γένος ἀθεΐας ἐννοεῖται «ἡ πολυσχεδής δή καί πολύμορφος ἀπάτη τῶν αἱρετικῶν». Αὐτό πρέπει νά τό δοῦμε μέσα στήν προοπτική τῶν ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν ἐκείνους πού ἔχουν διαφορετική ἄποψη ἀπό τήν δογματική ἀλήθεια τῆς Ἐκλησίας καί τούς χαρακτηρίζουν ὡς αἱρετικούς.

Νομίζω ὅτι κανένας Ὀρθόδοξος Κληρικός, καί μάλιστα εὑρισκόμενος σέ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, προκειμένου νά συντονισθῆ μέ τήν ὅλη Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά παραθεωρήση τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία πού διατυπώθηκε ἀπό πολλούς Πατέρες καί ἀπό Συνόδους ὅτι τό Filioque, δηλαδή ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὅπως καί τό actus purus εἶναι αἱρέσεις πού διαλύουν ὅλο τό ὀρθόδοξο οἰκοδόμημα. Ὅταν γιά παράδειγμα στήν δυτική θεολογία γίνεται λόγος γιά τό ὅτι ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ μέ τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο μέ κτιστές ἐνέργειες, τότε ἀμφισβητεῖται τελείως τό ἔγκυρο καί τό ὑποστατό τῶν Μυστηρίων

Μέ οἰκονομία ὁ ὅρος Ἐκκλησία ἀνευρίσκεται σέ μερικά κείμενα Πατέρων καί συγγραφέων καί ἔτσι χαρακτηρίζονται οἱ αἱρετικοί. Σέ πολλές τέτοιες περιπτώσεις, ἄν κανείς προσέξη, θά δῆ ὅτι μέ τόν ὅρο Ἐκκλησία ἐννοοῦνται οἱ συναθροίσεις ἤ καί οἱ Ναοί στούς ὁποίους γίνονται οἱ συναθροίσεις.

Γιά παράδειγμα, ὁ ἅγιος Νεκτάριος κάνει λόγο γιά «δυτική Ἐκκλησία». Αὐτό ὅμως πρέπει νά τό δοῦμε ἀφ' ἑνός ὅτι ἔτσι πού εἶχε ἐπικρατήσει τήν ἐποχή ἐκείνη πού ἔγραφε ὁ ἅγιος Νεκτάριος νά λέγωνται οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀφ' ἑτέρου δέ ὅτι αὐτό πρέπει νά ἐνταχθῆ μέσα στήν ὅλη διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.

Συγκεκριμένα, ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὅπως φαίνεται στά κείμενά του, εἶχε σαφῆ ἀντίληψη ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική, Ἀποστολική Ἐκκλησία, καί ὁμιλοῦσε γιά «ἑτεροδόξους Ἐκκλησίας». Ἡ λέξη ἑτερόδοξος φανερώνει τήν αἵρεση καί ἑπομένως αὐτό ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα ἀπό πλευρᾶς θεολογίας. Ἐπίσης, δέν πρέπει νά παραβλέψη κανείς ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος κάνει λόγο γιά τίς αἱρέσεις τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, καθώς ἐπίσης ὀνομάζει τήν Σύνοδο ἐπί Μεγάλου Φωτίου ὡς Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.

Ἑπομένως, ὅποιος ἐπικαλεῖται τήν ἄποψη τοῦ ἁγίου Νεκταρίου γιά τόν ὅρο «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» δέν πρέπει νά παραβλέπη τήν ὅλη διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τήν αἵρεση.

Ἔχοντες ὑπ' ὄψιν τόν κατ' ἀκρίβειαν καί κατ' οἰκονομίαν ὅρο Ἐκκλησία, πρέπει νά γίνη κατανοητό ὅτι ὑφίσταται διαφορά μεταξύ καθημερινῶν συζητήσεων ἤ γραπτῶν κειμένων καί ἐπιστολῶν μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, καί τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Δηλαδή, μπορεῖ στήν καθημερινή γλώσσα καί τήν ἐπικοινωνία πού ἔχουμε μέ ἄλλους Χριστιανούς νά χρησιμοποιῆται ὁ ὅρος Ἐκκλησία κατ' οἰκονομίαν γιά τούς ἑτεροδόξους, ὅμως ὅταν πρόκειται νά ἐκδοθῆ Συνοδική Πρᾶξις μέ βαρύτατο θεολογικό περιεχόμενο, τότε πρέπει νά χρησιμοποιῆται ἡ ἀκρίβεια. Δέν εἶναι κατανοητό σέ δογματικά κείμενα νά ὑπάρχη ἔκπτωση ἀπό τήν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία.

ΠΗΓΗ:

Παρέμβασις