Τα ζουν αυτά οι Οικουμενιστές που έχουν θεμέλιο και πυξίδα της πορείας τους όλα όσα αντιβαίνουν στην διδασκαλία των Αγίων Πατέρων;
Τα ζουν αυτά οι Οικουμενιστές που έχουν θεμέλιο και πυξίδα της πορείας τους όλα όσα αντιβαίνουν στην διδασκαλία των Αγίων Πατέρων;
Το προσέγγισα χωρίς προκατάληψη. Η πρώτη λέξη του τίτλου: «Ενάντια» προδιέθετε ότι θα παρουσίαζε «επαναστατικές» ιδέες, με σοβαρές προτάσεις. Απογοητεύτηκα! Ενοχλείται από τα πάντα, ακόμα και από την Αγία Γραφή. Χρειάζεται πολύ μελάνι για να σχολιαστούν τα εσφαλμένα. Θα αναφερθώ, όμως, σε μια αιρετική του θέση, και από αυτή θα καταλάβετε από τον όνυχα τον ... «λέοντα.»
Κατ’ αρχάς: «Δεν αξίζει να είπωμε φιλόσοφο τον άνδρα, ο οποίος καταγγέλει εις βάρος μας δημόσια, πράγματα τα οποία δεν γνωρίζει.» (Ιουστίνος μάρτυρας ΕΠΕ Απολογηταί, σελ. 207)
Δεν είναι καθόλου «επίμονες» οι επαναλήψεις «Αειπαρθένος» όπως υποστηρίζει. Στις Θείες Λειτουργίες (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Μ. Βασιλείου) μόνο πέντε φορές εκφωνείται το: «Αειπαρθένου», ενώ ο μηρυκασμός της λέξης «σεξουαλικότητα» και των παρεμφερών, μεγαφωνείται πολλάκις και κατά κόρον στο βιβλίο του. Ο συλλογισμός του ότι οι «επίμονες» επαναλήψεις «Αειπάρθενος» αποτελεί «απόδειξη ότι η λειτουργία της μητρότητας συνιστά ακαθαρσία», είναι ένα άλμα λογικής που μόνο διαταραγμένη φαντασίωση μπορεί να επινοήσει. Αδυνατεί να παρουσιάσει επιχειρήματα. Πώς άραγε θα μπορούσε να ντύσει με επιχειρήματα μια ασυνάρτητη πρόταση; Και επειδή βρίσκεται στη δεινή αυτή θέση «εις αγυρτικάς εμπίπτει λογοποιίας.» Αγνοεί ότι: το προ τόκου, το εν τόκω, και το μετά τόκον Παρθένος = Αειπάρθενος, είναι τα εύσημα, τα παράσημα της Παναγίας μας.
Οι προτυπώσεις του Αειπαρθένου της Θεοτόκου στην Αγία Γραφή είναι πολλές, όπως η άφλεκτος βάτος, η καιόμενη και μη κατακαιόμενη, η Ερυθρά Θάλασσα, η οποία μετά το πέρασμα του λαού έμεινε άβατος, παρομοίως και η άμεμπτος Παρθένος μετά την κύησιν του Εμμανουήλ έμεινεν Άφθορος κ.ά. Την Αειπαρθενία της Θεοτόκου προφήτευεσε και ο Προφήτης Ιεζεκιήλ (44, 2): «η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται· ουκ ανοιχθήσεται και ουδείς μη διέλθει δι΄ αυτής, ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής, και έσται κεκλεισμένη.» Τρεις τρόποι ακατάληπτοι: της σύλληψης, της κύησης, της γέννησης. Λόγω του ακαταλήπτου: «Ρήτορας πολυφθόγγους ως ιχθύας αφώνους ορώμεν επί Σοι Θεοτόκε· απορούσι γαρ και λέγειν το πώς και Παρθένος μένεις και τεκείν ίσχυσας.»
Εκφράζεται με υποθετικό λόγο: «Πρέπει μάλλον να υποθέσουμε...», αλλά με υποθέσεις ζει στη σφαίρα της φαντασίας, που ως γνωστόν, κατά τους Αγίους Πατέρες, είναι η θύρα και το πεδίον των δαιμόνων. Συνεχίζει τον υποθετικό του λόγο με το αυθαίρετο και πρωτάκουστο συμπέρασμα: «Πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι η θρησκειοποιημένη ευσέβεια δεν ενδιαφέρεται να υμνήσει τη γυναίκα που αξιώθηκε να γίνει μητέρα του Θεού, δεν την αγγίζει ο δοξολογικός για την υπερφυή μητρότητα θαυμασμός. Θέλει να λατρέψει την παρθενία αυτό μόνο τον αποκλεισμό από την ζωή της σεξουαλικότητας. Τελικά να ειδωλοποιήσει ο θρησκευτικός άνθρωπος ασυνείδητα τον δικό του νευρωτικό ευνουχισμό, την απωθημένη αλλά βασανιστική σεξουαλική του στέρηση» (!!!) σελ. 201.
Ποιος από τους εγγάμους Χριστιανούς που δοξολογικά υμνεί την Θεοτόκο Αειπάρθενο ζει «νευρωτικό ευνουχισμό, βασανιστική σεξουαλική στέρηση, θέλει τον αποκλεισμό από την ζωή της σεξουαλικότητας;» Το βιβλίο του θυμίζει «καμμένη γη» από τον βομβαρδισμό της λέξης «σεξουαλικότητα» και τα παρεμφερή. «Εκ του περισσεύματος της καρδίας ομιλούν τα χείλη.» Ο αείμνηστος π. Θεόκλητος Διονυσιάτης τον κατέτασσε με τους αιρετικούς Νικολαΐτες.
Λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Όντως όταν φύγει από την ψυχή η αιδώ αντεισάγεται ολόκληρος ορμαθός κακών· διότι όποιος απομακρύνει την αιδώ, γενόμενος εκτός εαυτού, δεν αντιλαμβάνεται ούτε τι πράττει, ούτε τι λέγει αυτός ο ίδιος. Πώς λοιπόν αυτός να γνωρίση ή να δεχθή λόγους άλλων; Πώς θα κατανοήσει την ακρίβεια περί των Θεού δογμάτων;» (ΕΠΕ Τόμ. 4, σελ. 179)
Ο Τολστόι ήταν θαυμάσιος λογοτέχνης. Αμφισβητούσε όμως τα πάντα. Στο τέλος έφτιαξε μια νέα θρησκεία, και αποκόπηκε από την Εκκλησία του Χριστού. Να ευχηθούμε να μην τον ξεπεράσει. Δεν επιθυμούμε να συγκαταλεγεί με τους αιρετικούς. Αναμένουμε με πόνο ψυχής να μετανοήσει και να επανορθώσει τις βλάσφημες θέσεις του. Αν συμβεί αυτό, τότε τον αναμένουμε να συμπανηγυρίσουμε την μετάνοια του εδώ, στον Άθωνα.
Ποιὸς δὲν θέλει τὴν εὐτυχία του, τὴ χαρά του καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία του; Ἔτσι λοιπὸν ἡ ἀνθολογημένη αὐτὴ διαδαχὴ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία γίνεται ἀποδεκτὴ εὐχαρίστως, σὰν κάτι ἀντι-στασιακό, ἀντι-παλιολιθικό, ἀντι-συντηρητικό, σὰν “μιὰ ἄλλη γλώσσα, μιὰ ἄλλη θεώρηση αὐτοῦ τοῦ χώρου”. Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ αἴρεται πλέον, γιατί δὲν χρειάζεται, ἡ νέκρωση τῆς σάρκας καὶ τῶν παθῶν εἶναι περιττή, ἀφοῦ τὴν ἑτοιμάζουμε γιὰ ἐρωτικὲς ἀπολαύσεις, τηρουμένου βέβαια, τοῦ ὄρου ὅτι “προσφέρεται γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου”.
Λόγος περὶ ἐντολῶν δὲν γίνεται, γιὰ νηστεῖες καὶ γενικῶς ἄσκηση γιὰ “στενὴ καὶ τεθλιμμένη” καὶ γιὰ πολέμους μὲ τὸν σατανᾶ καὶ τὰ πάθη, τελεία σιωπή. Ἡ Πατερικὴ Γραμματεία εἶναι καλή, ἀλλὰ ἀνθολογουμένη καὶ καταλλήλως ἑρμηνευομένη, γιὰ νὰ προβάλλει τὴν χαρούμενη Ὀρθοδοξία. Τὰ ἀριστουργήματα τῆς ὀσιακῆς ἐμπειρίας καὶ τῶν θεολογικῶν ἐλλάμψεων ποὺ ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Παρακλητικῆς, τοῦ Τριωδίου, στὰ Μηναῖα, στὸ Θεοτοκάριον, στὸ Πεντηκοστάριον, εἶναι ἀποδεκτά, χωρὶς ὅμως τοὺς θρήνους τῆς μετανοία, χωρὶς τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, τῆς ἐνοχῆς, τῆς εὐθύνης, τῶν χρεῶν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρο πέλαγος ἀγαθότητος καὶ βλέπει τὶς ἀνθρώπινες ἀθλιότητες μὲ κατανόηση ὡς ἀστοχίες, ἀτευξίες.
Λόγος περὶ θείας δικαιοσύνης καὶ ἀνταποδόσεως, δὲν ἔχει θέση στὴ νεορθοδοξία, Ἐπίσης ὁ τὸσο εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος Κύριος, ἀδύνατον νὰ κολάσει, ἀφοῦ κάτι σχετικὸ τάχα λέγει καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, Ὁ φόβος ἔχει ἐκτοπισθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ “τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως”, εἶναι ἄγνωστη γλώσσα, ἀφοῦ θὰ μᾶς δικαιώσει ὁ Κύριος σὰν τὸν Μαρμελάδωφ, μόνο καὶ μόνο γιατί θεωροῦσε τὸν εὐαυτό του ὡς χοῖρο.
2.) Ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, από την άλλη, θεωρεί ότι η Νεορθοδοξία είναι προβληματική κυρίως -αν όχι ολοκληρωτικά- επειδή η διήκουσα έκφανσή της είναι ο Νεονικολαιτισμός, η απόρριψη δηλαδή της αγνότητας ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την σωτηρία του ανθρώπου.
3.) Ο Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, από την άλλη, δεν αναφέρεται στο φαινόμενο της Νεορθοδοξίας. Τον απασχολεί -όπως και τον Γέροντα Θεόκλητο Διονυσιάτη-, η αίρεση του Νεονικολαιτισμού.
5.) Ο κορυφαίος θεολόγος των ημερών μας π. Θεόδωρος Ζήσης έχει μελετήσει σε βάθος τις αιρέσεις της Νεορθοδοξίας και του Νεονικολαιτισμού και μας έδωσε κατά καιρούς διάφορα πολύ διεισδυτικά θεολογικά κείμενα που ανατέμνουν τις δύο αλληλένδετες κακοδοξίες.
Θα εκτιμηθεί δεόντως, σεβαστέ μας Γέροντα, αν αποσύρετε το κακόδοξο αυτό βιβλίο από την κυκλοφορία σαν πρώτη θετική ενέργεια προς τον τελικό στόχο που δεν πρέπει να είναι άλλος από τη διάλυση του παποκαισαρικού κόμματος “Κοινωνία”. Ως γνωστόν ιδρύσατε και κατευθύνετε από τα παρασκήνια αυτό το κόμμα παρόλον ότι επτά κανόνες Οικουμενικών Συνόδων ρητά, αυστηρά και επί ποινή καθαιρέσεως απαγορεύουν στους κληρικούς να εμπλέκονται σταις του βίου πραγματείαις.
Γιατί ο Άγιος Παίσιος, ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος και ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ήταν τόσο αρνητικοί σε κάθε προσπάθεια εμπλοκής της Εκκλησίας στην κομματική κονίστρα;
Λόγος περὶ θείας δικαιοσύνης καὶ ἀνταποδόσεως, δὲν ἔχει θέση στὴ νεορθοδοξία. Ἐπίσης ὁ τὸσο εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος Κύριος, ἀδύνατον νὰ κολάσει, ἀφοῦ κάτι σχετικὸ τάχα λέγει καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, Ὁ φόβος ἔχει ἐκτοπισθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ "τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως", εἶναι ἄγνωστη γλώσσα, ἀφοῦ θὰ μᾶς δικαιώσει ὁ Κύριος σὰν τὸν Μαρμελάδωφ, μόνο καὶ μόνο γιατί θεωροῦσε τὸν εαυτό του ὡς χοῖρο.
Γνωρίζετε ποια ήταν η τελευταία λέξις του Καζαντζάκη; «Διψώ». Και έγραψε πολύ ευστόχως και ευφυώς ο π. Θεόκλητος ο Διονυσιάτης σ’ ένα άρθρο του: «Άραγε πριν ακόμη βγη η ψυχή του να προγευόταν την βασανιστική φλόγα της καμίνου του πυρός του εξωτέρου σαν τον πλούσιο που ωδυνάτο εν τη φλογί εκείνη και ήθελε κάποιον να του αναψύξη την γλώσσα;».
π. Επιφάνιος: -Όχι. Δεν είναι αφωρισμένος. Κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να αφορισθή. Εν πάση περιπτώσει, δεν αφωρίσθηκε. Ετάφη, δυστυχώς, μεγαλοπρεπώς. Αφού δεν είχε αφορισθή, θα έπρεπε να ταφή εκκλησιαστικώς. Αλλ’ αντί να στείλη η Εκκλησία της Κρήτης στην κηδεία ένα παπά να του ψάλη το «Άμωμοι εν οδώ αλληλούια» και το «Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου», πήγε μεγαλοπρεπώς ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, ο Μητροπολίτης, όπως τότε λεγόταν, Κρήτης. Πιέσθηκε ή όχι, δεν έχει καμμία σημασία. «Ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως». Δυστυχώς παρέστη και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης!