Showing posts with label ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Show all posts

Thursday, December 2, 2021

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ,Ν. ΛΕΒΕΝΤΗ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

 


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ

Νικόλα Λεβέντη, Η επιστροφή, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2021, σσ. 37.


Του θεολόγου κ. Ανδρέα Κυριακού

=====


Με την ποίηση ασχολείται ο συγγραφέας. Ένα τομέα δύσκολο κι ένα έργο αναμφίβολα δυσχερές, διότι εκεί η κάθε λέξη και η κάθε συλλαβή μετρούν  και πρέπει η δομή, το ύφος και το ύψος των νοημάτων να ζυγίζονται και να υπολογίζονται με περίσκεψη περισσή. 


Ως μη επαΐων σε θέματα ποιήσεως δεν έχω την εντύπωση, πολλού γε και δει, ότι δύναμαι να αντιμετωπίσω το περιεχόμενο του παρόντος  με κριτική ματιά. 


Τα σχόλια μου θα περιοριστούν αναγκαστικά στα νοήματα και τη θέματολογία με την οποία καταπιάνεται ο νεαρός συγγραφέας. 


Εν πρώτοις το λόγο του Λεβέντη διακρίνει δωρική λιτότητα. Στο ποίημα του που επιγράφεται «Ενεργός πολίτης» σημειώνει: Πεσμένος στο οδόστρωμα, το αίμα νερό τρεχούμενο εκ της πηγής-κεφαλής σου. Το μηχανάκι δίπλα σου πεσμένο.


Όλοι λυπηθήκαμε πολύ για το χαμό σου, καθώς σε κοιτούσαμε να υποφέρεις 

από τα μπαλκόνια μας». 

Από το πιο πάνω βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα πως μαστιγώνει την κοινωνική αναισθησία απέναντι στα τροχαία δυστυχήματα και το χαμό νέων ανθρώπων στην άσφαλτο. Η λύπη τελικά της κοινωνίας είναι επίπλαστη και τα δάκρυα της κυριολεκτικά κροκοδείλια. Ζητά απεγνωσμένα έργα κι όχι λόγια από την κοινωνία των πολιτών. 


Στο ποίημα του «Απάρνηση εαυτού» χαράζει τις πιο κάτω γραμμές: «Καμμιά βροχή δεν είναι ικανή τις αμαρτίες μας να ξεπλύνει. Καμμιά φωτιά δεν έχει τη δύναμη τη συνείδησή μας να ελέγξει. Την ελευθερία και την αλήθεια στα δάκρυα της μετανοίας τη βρίσκεις. Στο βάθος της καθαρής ορατότητας βλέπεις την ανηφόρα σου». 


Εδώ δεν κρύβεται αλλά παρουσιάζει ξεκάθαρα τη χριστιανική θέση για τη λυτρωτική μετάνοια που επαγγέλλεται η Εκκλησία και διακηρύττει το Ευαγγέλιο. Αυτό το κομβικό  σημείο της εν Χριστώ ζωής το παρουσιάζει με παρρησία χωρίς να αναμασά ανούσιες κουβέντες και να ασπάζεται και να υποστηρίζει νεφελώδεις και αδιέξοδες θεωρήσεις της ζωής. Εξ άλλου ο τίτλος του ποιήματος είναι ξεκάθαρα δηλωτικός της θέσης του ποιητή. 


Τι είναι στο κάτω-κάτω η μετάνοια; Δεν είναι απάρνηση του κακού μας εαυτού; Με λίγα λόγια το μικρό αυτό βιβλίο μαρτυρεί τις ευαισθησίες του φερέλπιδος συγγραφέα που ασχολήθηκε με τη θεολογία, την εκπαιδευτική τεχνολογία, αλλά και με την ευρωπαϊκή μουσική και το θέατρο. Ευχόμαστε καλή συνέχεια.

Sunday, August 29, 2021

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ,ΑΝΤΩΝΗ ΠΙΛΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑ ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ

Αντώνη Πιλλά, Τριάντα και τρεις προσωπογραφίες, Λευκωσία 2021, σς. 58.


Του θεολόγου κ. Ανδρέα Κυριακού

=====


Από το 1973 ξεκίνησε ένα γράφει ποίηση ο Αντώνης Πιλλάς. Κι επιμένει να συνεχίζει άχρι του νυν. 


Στο παρόν τον βλέπουμε να ασχολείται με 33 πρόσωπα και να συνθέτει ισάριθμες προσωπογραφίες. Τις φιλοτεχνεί, όπως σημειώνει στον Πρόλογο, μέσα από το χώρο των αγίων και των ποιητών. 

Τοιουτοτρόπως ασχολείται με τη Θεοτόκο, τον Τίμιο Πρόδρομο, σύγχρονους Αγίους όπως τον Παΐσιο Αγιορείτη και Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη, γνωστούς ποιητές όπως τον Δ. Σολωμό, Κ. Παλαμά, Κ. Καβάφη και  Βασ. Μιχαηλίδη, αλλά κι άλλους, λιγότερο γνωστούς στο ευρύ κοινό (Μάνος Κράλης, Στέργιος Δημούλης, κ.ο.κ.). 


Από ένα ποίημά του αφιερωμένο στη Θεοτόκο, με τον τίτλο Παναγιά των αγρών, αντιγράφω: “Αν πεις από καρδιάς την Παναγία μητέρα σου, με όλους, δικούς και ξένους, αδελφώνεσαι”. Και το πιο κάτω: «Φώναζ’ ένα παιδάκι τ’ όνομά σου, Παναγία μου και γέμισε η αυλή περιστέρια κι οι αγροί τριγύρω με γαλάζια κρίνα”. 


Σύντομα λόγια, λιτά. Δωρικές κολώνες που υψώνονται στο απέραντο γαλάζιο. 


Κι ένα τρίτο, που συμπυκνώνει νοήματα θεολογικά μα και ιστορικά: “Πόσες φορές με μια μονάχα εικόνα σου μαλαμοκαπνισμένη, 

ολόδακρη πορεύτηκε 

το γένος μας”. 

Για τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο σημειώνει τούτο το χαρακτηριστικό: “Πέρασε μες από του πολέμου τη φωτιά, του εμφύλιου την κόλαση μα βγήκε χλωρός με μια γαλάζια φωτίτσα της αγάπης κ ένα φιλέρημο άστρο, πάνω απ’ τους ειρηνικούς λόφους της ποίησης”. Όντως. Μια προσωπογραφία με πινελιές έντονες. 


Και κάτι για το Φώτη Κόντογλου. Μεστό νοημάτων κι αυτό. “Δάκρυ και μύρο εσύ της Ρωμιοσύνης, δεν χωρείς μες των γραμματολόγων τα δεφτέρια. μιάς χαρμολύπης ο ανθός και της χαράς πνευματικής μες απ’ τη μνήμη σου πετιούνται περιστέρια, στης Άνω Ιερουσαλήμ το φως και της Ανατολής όπου ορθός με μάτι ογρό και σταυρωμένα χέρια του κυρ -Αλέξανδρου αδελφός, κανοναρχείς”. 


Αδρές οι πινελιές, γήινα τα χρώματα, φανερώνουν πως ο ποιητής είναι γνώριμος των προσώπων αυτών, δεν έτυχε απλώς ν’ αρπάξει κάτι τ’ αυτί του γι’ αυτά.

Tuesday, September 8, 2020

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ, ΑΝΤΩΝΗ ΠΙΛΛΑ, ΣΤΙΣ ΣΤΡΑΤΕΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ
___________
Αντώνη Πιλλά, Στις στράτες των πουλιών και των δέντρων, Λευκωσία 2020, σσ. 57.

Του θεολόγου κ. Ανδρέα Κυριακού

=====

Με την ποίηση ασχολείται το παρόν πόνημα του εκ Πάφου ορμωμένου συγγραφέα, που γράφει στίχους εδώ και χρόνια. 

Αν ρίξουμε μια ματιά στο Προλογικό του σημείωμα θα πληροφορηθούμε πως το βιβλίο παρουσιάζει “μια ανομοιογένεια… στην τεχνοτροπία και τους τρόπους με τους οποίους έχει τούτο υφανθεί”. Ο κ. Πιλλάς δεν διστάζει να ομολογήσει ότι αυτό το αποτέλεσμα “προέκυψε αβίαστα από την διάθεση ή έμπνευση που εν πολλοίς καθοριζόταν από το πρώτο κέντρισμα”…

Και ο γράφων, παρασυρόμενος από τον ποιητή, σχολιάζει αυτά που του έρχονται παρορμητικά στο μυαλό φυλλομετρώντας τις σελίδες του παρόντος. Κάνω στάση στις σελίδες 11-15, στο ποίημα που επιγράφεται “Στις στράτες των πουλιών και των δέντρων”, που καθορίζει, κατά την εκτίμησή μας, τις συντεταγμένες της σκέψης του ποιητή. Σημειώνω ένα στίχο: "Και το πουλάκι πάνω στην πέτρα σαν σε αναλόγιο ψέλνει τον ύμνο σου. Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος». 

Προδίδει, κοντολογίς, τις προθέσεις αλλά και τις καταβολές του ποιητή. Δεν μπορεί να κρυβεί με τίποτα η ενασχόλησή του με τα εκκλησιαστικά. Αναλόγιο, ψάλσιμο, ύμνος προς το Θεό, και αυτούσιο ψαλμικό χωρίο “ως στρουθίον μοναζον επί σώματος”.

Από την άλλη μια πινελιά επιστροφής στα προχριστιανικά δεδομένα δεν είναι ο στίχος “βαθιά του δάσους σιωπή και σιγαλό εν φως καθώς ξυπνούσε ο Πάνας”; Αλλά, παρά ταύτα, όλα αυτά δεν είναι παρά εν φευγαλέον πισωγύρισμα. 

Ο ποιητής δεν παραμένει εκεί και επιστρέφει σταθερά επί τας πηγάς των υδάτων, ήγουν εις τα της πίστεως της πατροπαραδότου: “Με το καλογερίστικο σκουφάκι του στον ήλιο το μεράκι του, να λέει με μαγικό αυλό άκουα τον κυρ-κορυδαλλό”. 

Και το πιο κάτω: “Ένα δεντράκι προσευχόταν θυμιάτιζε ένα σύννεφο και ο ουρανός απάνω ευλογούσε”. 

Η κυπριακή ύπαιθρος τον συναρπάζει χωρίς υπερβολή. Σε κάθε του βήμα ακροάζεται μικρά πουλιά να υμνούν Εκείνον που τα “ντύνει μέσα στο φως και μέσα στο μυστήριο”. 

Περιορίζομαι στα πιο πάνω, που όπως έχω ήδη αναφέρει, προδίδουν και αποδίδουν τα της σκέψεως του Αντώνη Πιλλά. Τα υπόλοιπα τα αφήνω στους επαΐοντες και τους φιλολογούντες.

Saturday, July 25, 2020

O ΟΥΓΚΩ, Ο ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ


O ΟΥΓΚΩ, Ο ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ

Του κ. Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
=====

Η απαράδεκτα χλιαρή αντίδραση, έως και αδιάφορη στάση, των κρατών - μελών της ΕΕ και των ΗΠΑ έναντι της βεβήλωσης της Αγίας Σοφίας, ναού – συμβόλου του Χριστιανισμού και μνημείου της παγκόσμιας κληρονομιάς, αξίου να το επισκέπτονται ακωλύτως όλοι οι άνθρωποι, περιγράφηκε με ακρίβεια και σαφήνεια από συναδέλφους. Όλοι τους επισήμαναν πως οι εν λόγω χώρες, για μιαν ακόμη φορά, απέδειξαν πως μπρος στο συμφέρον τους υποχωρούν αρχές, δίκαιο, πολιτισμός. Για του λόγου το ασφαλές περιγράφουν την εξάρτηση που έχουν από την Τουρκία, λόγω των πολλών δισεκατομμυρίων Ευρώ εξαγωγών, που πραγματοποιούν σε αυτήν.

Η εκ μέρους της Τουρκίας εξαγορά συνειδήσεων και η, ως εκ τούτου, αλλοίωση της περί δικαίου αντιλήψεως δεν είναι κάτι νέο. Το έπραξε η Τουρκία και κατά τον 19ο αιώνα... Είναι η περίπτωση του Λαμαρτίνου (Alphonse de Lamartine, 1790-1869), ποιητή και πολιτικού, από τα μεγάλα ονόματα του ρομαντισμού στη Γαλλία. 

Ο Ροζέ Μιλιέξ, Γάλλος διανοούμενος και φιλέλληνας, στο σχετικό πόνημά του* τον κατηγορεί ευθέως ότι πούλησε τη συνείδησή του στον Σουλτάνο. Σημειώνει σχετικά: “Μερικές προσωπικότητες πάψανε να ακούνε τη φωνή της καρδιάς τους, που, στα χρόνια της άδολης νεότητας, τους  έκαμε θερμούς οπαδούς του δίκαιου και της ελευθερίας, για να ανακαλύψουν, ώριμοι πια άνθρωποι, θετικά και ψυχρά επιχειρήματα, δανεισμένα από τον πιο γνήσιο πολιτικό, στρατηγικό και εμπορικό καιροσκοπισμό και χάρη σε αυτά να ρίξουν την προτίμησή τους όχι στον φτωχό, μικρό, συγγενή της ευρωπαϊκής οικογένειας, αλλά στον ισχυρό, ακόμα, αντίπαλό του…”.

“Ο Lamartine είναι ένας από αυτούς. Στα 1854, στον πρόλογο της “Τούρκικης Ιστορίας” του, ρίχνοντας στη φωτιά αυτό που άλλοτε είχε λατρέψει, τα βάζει με τον Chateaubriand και με τον Βύρωνα, που τους θεωρεί υπεύθυνους μιας “λαθεμένης σταυροφορίας και πολιτικής” και καταδικάζει την “άδικη και τρομοκρατική πυρπόληση του Ναυαρίνου”. Θα άξιζε τον κόπο να σημειωθεί εδώ ότι σαν αντάλλαγμα των καλών του υπηρεσιών, ο Lamartine πήρε τότε από τον Σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ όχι, βέβαια δίχως να υποβάλλει ένα διακριτικό αίτημα, κάποιο χτηματάκι 200.000 (διακοσίων χιλιάδων) στρεμμάτων στην περιοχή της Σμύρνης”.

Ο Μιλιέξ, αντίθετα, επαινεί τον Ουγκώ, ο οποίος σε όλη του τη ζωή ήταν σταθερά φίλος της Ελλάδος. Ενδεικτικά σημειώνει τη δήλωση του Θεοδ. Δεληγιάννη: “Ο Ελληνικός λαός θρηνεί στο πρόσωπο του Βίκτωρος Ουγκώ τον πιο παληό, τον πιο μεγαλόψυχο και τον πιο πιστό απ’ όλους τους φιλέλληνες”. Ο ίδιος ο Ουγκώ το 1884 σε πρόσκληση να ομιλήσει σε συμπόσιο για τα 63 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης απάντησε: “Η καρδιά μου θα είναι μαζί σας. Κανείς δεν μπορεί να λείψει από τον εορτασμό της απελευθέρωσης των Ελλήνων... Είχα γράψει άλλοτε, στις ημέρες του αγώνα, αυτό που ξαναθυμάμαι σήμερα, τη μέρα της νίκης: “Την Ιταλία έχω μάνα μου και προμάμμη την Ελλάδα”.-   

Thursday, April 9, 2020

ΣΕ ΚΛΑΙΕΙ Ο ΛΑΟΣ...


Sunday, April 5, 2020

ΔΕΝ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΙΟΥ, ΑΛΛΑ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΑΠΟΛΥΤΑ


ΔΕΝ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΙΟΥ, ΑΛΛΑ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΑΠΟΛΥΤΑ
=====
Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος, 
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός, 
Καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας, 
Κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες, 
Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου 
Και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό, 
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε 
Μα όλος ο κόπος τ' ουρανού, 
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα 
Πρωί στα πόδια του βουνού, 
Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει, 
Τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκκαλιάρικα, 
Πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της, 
Μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν 
Από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια Βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά 
Κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο. Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. 
Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου, 
Τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψίχες τ' ουρανού. 
Τώρα μες στα θολά νερά ένας ίσκιος νευριάζει. 
Ο άνεμος αρπαγμένος απ' τις φυλλωσιές Κάνει εμετό στη σκόνη του, 
Τα φρούτα φτύνουν το κουκκούτσι τους, 
Η γη κρύβει τις πέτρες της, 
Ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας 
Την ώρα που μες από τα ουράνια θάμνα Το ούρλιασμα της συννεφολύκαινας Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας. 
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο, 
Κι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες.

(Οδυσσέα Ελύτη, Άσμα Ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας)

Saturday, April 4, 2020

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ "ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ" ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ


Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ "ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ" ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Λίγα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας με συγκλόνισαν όσο το σενάριο της ταινίας “Η Εβδόμη σφραγίδα” του Μπέργκμαν. 

Όσον με αφορά η πιο σπουδαία ταινία που γυρίστηκε ποτέ.

Η πλοκή της εκτυλίσσεται την εποχή της “μαύρης πανώλης” όταν η αρρώστια θέρισε συνολικά το ένα τρίτο της ανθρωπότητας, τουτέστιν 150 εκατομμύρια ανθρώπους. 

Μέχρι σήμερα -και παρόλον ότι πέρασαν έκτοτε αιώνες- οι συνέπειες της “μαύρης πανώλης” δεν έχουν ακόμη επουλωθεί πλήρως. 

Στην Ανατολική Αγγλία λ.χ. συναντάς πολλές εκκλησίες έρημες χωρίς να υπάρχουν σπίτια τριγύρω τους. Δεν είναι παρά χωριά και πολιτείες που ερήμωσαν εκ βάθρων και έκτοτε δεν ξανακατοικήθηκαν. Το μόνο που απέμεινε είναι ένα καμπαναριό ή μια εκκλησία ή τα ερείπια ενός ναού.

Στην ταινία, ο θάνατος παίζει σκάκι με ένα ιππότη που προβληματίζεται για το νόημα της ζωής, την ύπαρξη του Θεού και την μεταθανάτια προσδοκία.

Ιδού ένας συγκλονιστικός και τόσο θεολογικός διάλογος του έργου: 

ΘΑΝΑΤΟΣ: Για τι περιμένεις;
ΙΠΠΟΤΗΣ: Θέλω γνώση.
ΘΑΝΑΤΟΣ: Θέλεις εγγυήσεις.
ΙΠΠΟΤΗΣ: Ονόμασέ τε όπως θέλεις. Είναι τόσο απάνθρωπα αδιανόητο να αιχμαλωτίσεις τον Θεό με τις αισθήσεις; Γιατί πρέπει να κρύβεται πίσω από ένα πέπλο από μισοδιατυπωμένες υποσχέσεις και θαύματα που δεν τα έχει δει κανείς;
ΘΑΝΑΤΟΣ: Δεν απαντά.
ΙΠΠΟΤΗΣ: Τί θα συμβεί σε εμάς που θέλουμε να πιστέψουμε αλλά δεν μπορούμε; Και τι θα συμβεί σ’ αυτούς που ούτε θέλουν να πιστέψουν;
ΘΑΝΑΤΟΣ: Δεν απαντά.
ΙΠΠΟΤΗΣ: Γιατί δεν μπορώ να σκοτώσω τον Θεό που είναι μέσα μου; Γιατί συνεχίζει να ζει μέσα μου με αυτόν τον επίπονο και ταπεινωτικό τρόπο, παρόλο που Τον καταριέμαι και θέλω να Τον ξεριζώσω από την καρδιά μου; Γιατί, παρόλα αυτά, είναι μία πραγματικότητα ματαίωσης από την οποία δεν μπορώ να απαλλαγώ; Με ακούς;
ΘΑΝΑΤΟΣ: Nαι, σε ακούω.
ΙΠΠΟΤΗΣ: Θέλω γνώση, όχι πίστη, ούτε υποθέσεις, αλλά γνώση. Θέλω ο Θεός να απλώσει το χέρι Του σε εμένα, να αποκαλυφθεί και να μου μιλήσει.
ΘΑΝΑΤΟΣ: Αλλά παραμένει σιωπηλός.
ΙΠΠΟΤΗΣ: Του φωνάζω στο σκοτάδι, αλλά δε φαίνεται να είναι κανείς εκεί.
ΘΑΝΑΤΟΣ: Ίσως κανείς να μην είναι εκεί.
ΙΠΠΟΤΗΣ: Τότε η ζωή είναι μία εξοργιστική φρίκη. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει έχοντας απέναντι το θάνατο, γνωρίζοντας ότι όλα είναι Τίποτα.”

Όταν τελικά ο Θάνατος νικά τον ιππότη στο σκάκι και έρχεται η ώρα του τέλους ο ιππότης κραυγάζει: Θεέ! Εσύ που είσαι κάπου, που πρέπει να είσαι κάπου, δείξε το έλεος σου σε μας επειδή είμαστε μικροί και αδύνατοι και δεν ξέρουμε τίποτα…

Πόσο θυμίζουν τα λόγια του ιππότη όσα αναφέρει ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς για το αδιέξοδο του ανθρώπου που ζει χωρίς Θεό!

Η υπαρξιακή αγωνία την ώρα του θανάτου ιδιαίτερα όταν η απειλή πλανάται πάνω από το κεφάλια όλων -όπως συμβαίνει με μια πανδημία-, οδηγεί τους λογοτέχνες να “θεολογήσουν” με τον δικό τους τρόπο, που δεν είναι φυσικά πάντοτε συμβατός με το Δόγμα της Εκκλησίας, αλλά δεν παύουν να αποτελούν έξοχα δείγματα υπαρξιακής γραφής.

Wednesday, March 4, 2020

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΙΟΝ


ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΙΟΝ
=====

Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ

ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ
μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές—
τὴν τύχη σου ποῦ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου
ποῦ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου
ποῦ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποῦ φεύγει.
Πρὸ πάντων νὰ μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πῶς ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πῶς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου·
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθεῖς.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
σὰν ποῦ ταιριάζει σε ποῦ ἀξιώθηκες μιὰ τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,
κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,
τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποῦ χάνεις.


Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Friday, May 24, 2019

ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΝΕΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ Ο ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ ΚΥΡΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ



Σύνοδοι, Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι, Μητροπολίτες, Eπίσκοποι, Καθηγούμενοι Μονών, Kαθηγητές πανεπιστημίου κτλ. εκθειάζουν μέχρι τρίτου ουρανού τον Αυστραλίας κυρό Στυλιανό. 

Κι αυτά ενώ γνωρίζουν ότι είναι 

1.) ο πρωταγωνιστής της συνθηκολόγησης του Μπαλαμάντ, 

2.) ο διοργανωτής του οικουμενιστικού καρνάβαλου της Καμπέρρας στον οποίο υποχρέωσε τους ορθόδοξους αντιπρόσωπους να συμπροσευχηθούν, όχι μόνον με τους κάθε λογής αιρετικούς και αλλόθρησκους, αλλά ακόμη και με σαμανιστες μάγους.!!!

3.) Παράλληλα διατύπωσε φρικτές κατά του Κυρίου βλασφημίες.

Το μυστήριο είναι ότι και οι αντιοικουμενιστές -με ελάχιστες επαινετές εξαιρέσεις- τηρούν αιδήμονα σιωπή για τον κυρό Στυλιανό. 

Δείγμα της σήψης και της έκπτωσης από την αληθινή πίστη που παρατηρούνται στις μέρες μας.

Wednesday, May 1, 2019

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ, ΑΝΤΩΝΗ ΠΙΛΛΑ, ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ, ΣΕΙΡΑ ΤΡΙΤΗ

  
ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ
_________

Αντώνη Πιλλά, Θραύσματα, Σειρά τρίτη, Λευκωσία 2019, σσ. 50.

Του κ. Ανδρέα Κυριακού
===== 

Από το 1973 γράφει ποίηση ο σεμνός υπηρέτης του γραπτού λόγου κ. Αντώνης Πιλλάς. Έχουν δει το φως της δημοσιότητος, άχρι του νυν, 23 βιβλία του με ποίηση. Το παρόν τιτλοφορείται «Θραύσματα» κι είναι το τρίτο στη σειρά. Το πρώτο κυκλοφόρησε το 2001 κι ακολούθησε το δεύτερο το 2016. 

Ο λόγος  του ντόμπρος, συντόμος, τηλεγραφικός θα έλεγα, λιτός στο έπακρον, αλλά εν ταυτώ αντιστρόφως ανάλογα περιεκτικός. Ένα σχόλιο στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που επιγράφεται "Προς Κύριον". Ασυναισθήτως ο τίτλος μας μεταφέρει στο γνώριμο στους φιλακόλουθους 18ο Κάθισμα του Ψαλτηρίου, που αναγινώσκεται σε κάθε Προηγιασμένη κατά τη Σαρακοστή. 

Ο κ. Πιλλάς είναι ορκισμένος εχθρός της φλυαρίας κι έχει πάρει εκ των απαρχής διαζύγιο από την αδολεσχία και την αμετροέπεια. Έτσι λέγει με λιγοστές κουβέντες όσα πρέπει. Ουκ ολίγες φορές φέρνει στο νου, όσον αφορά τη λακωνικότητα του υφους, τη λιτή κομψότητα ενός χάικου(είδος ιαπωνικού ποιητικού στίχου με 17 συλλαβές), όπως όταν σημειώνει: «Λιώνοντας το κορμάκι του, για δες, το κερί φωτίζει». 

Αναλογίζεται του κόσμου την απάτη και το αιφνίδιον του θανάτου, όταν χαράσσει, στο κεφάλαιο που επιγράφεται “Νύξεις”, τις κάτωθι γραμμές: «Όλοι στου δρόμου τα μισά κι άκομα σε πιο λίγο θα αναχωρήσουμε». 

Το παρακάτω θυμίζει έντονα τη μνήμη θανάτου, που τονίζει εμφαντικά στα συγγράμματά του ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, σημειώνει: ("Αγαθόν υπέρτερον παντός αγαθού φόβος Θεού και μνήμη θανάτου"): «Ο χρόνος τρέχει, τρέξε και εσύ με του θανάτου σου τη μνήμη με το γοργό του το φτερό βρεγμένο δάκρυ». Φαίνεται καθαρά η επίδραση του στίχου του Ρήγα Φεραίου στο ακόλουθο ποιήμα του: «Βόλια τα δάκρυα έγιναν για την καρδιά του τυράννου». 

Δεν είπε ο Ρήγας όταν τον αγγάρευσαν οι Τούρκοι για να μεταφέρει ένα φορτίο: «Όσοι οι κόκκοι του φορτίου τόσους όφεις θα σκορπίσω μές τα σπλάχνα του θηρίου»; 

Πόσο του αρέσει να παίζει μες τις λέξεις! Γράφει: «Φθόνος, του θήτα ως συνήθως φθειρομένου γίνεται φόνος». Δεν μιλάμε για παιχνιδίσματα, μα για βαθύτατα ψυχολογημένη παρατήρηση. Πόσοι φόνοι δεν έιχαν αφετηρία το πάθος του φθόνου! Μικρό το σύγγραμμα, λίγες οι σελίδες του, αλλά έχουν πολύ στάρι. «Τι το άχυρον προς τον σίτον»; κατά τον θρηνητικό προφήτη. Στο ποιητή ευχόμαστε: και σ’ άλλα με υγεία.

Sunday, March 24, 2019

ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ


ΠΟΙΗΤΕΣ  ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ

Του κ. Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
=====

Οι ήρωες του 1821 αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την ελευθερία της Πατρίδας και τη διατήρηση της Πίστης τους, γιατί το είχαν μέσα τους από τις μητέρες και τους πατέρες τους, τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους. Πολλοί πέθαναν στη λησμονιά, κυριολεκτικά πένητες. Ποιητές περιέγραψαν τέτοιους ανώνυμους ήρωες. Ένας από αυτούς, ο «Ματρόζος» του Γεωργίου Στρατήγη, ακούστηκε πρόσφατα  στη λογομαχία Τσίπρα – Καμμένου. Ο Αλέξανδρος Σούτσος έγραψε το ποίημα για τον «ψωμοζήτη στρατιώτη», τον Ιούνιο του 1831, που είναι προφητικά γραμμένο για τον Αλ. Τσίπρα και τους συντρόφους του. Γράφει, μεταξύ των άλλων:

«Όλος άλλαξε ο κόσμος και την σήμερον ημέρα
Τα παιδιά δεν γνωρίζουν τον πατέρα.
Ταις θυσίαις, τους αγώνας ξέχασαν των παλαιών
Και τον Πλούτον έχουν όλοι δια μόνον τους θεόν....
Ήρωες εξακουσμένοι!
Και αν ήσθε πεθαμένοι,
Στην ενθύμησιν του κόσμου, στην ενθύμησίν μας ζήτε.
Πέθαναν, κι αν ζουν ακόμα όσοι άτιμοι πολίται
Να κληρονομήσουν όλας τας θυσίας σας ζητούν 
Και αφήνουν της πατρίδος τους πατέρας, τους προμάχους,
Να ψωμοζητούν...».

Ο Γεώργιος Σουρής συγκινήθηκε και εμπνεύστηκε από τον τραγικό θάνατο ενός ανώνυμου αγωνιστή. Άφησε τη σάτιρα και έγραψε, το 1885, γι’ αυτόν συγκινητικό ποίημα με τίτλο «Και αγωνιστού τινός θάνατος ελεεινός». Σ’ αυτό επικρίνει την αγνωμοσύνη των νεοελλήνων προς τους ήρωες του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Και αυτό το μήνυμα του Σουρή έχει την επικαιρότητα του...:
«Απάνω σε παληόσκαμνα μια κάσα στηριγμένη
Είχ’ ένα γέροντα νεκρό με ρούχα λερωμένα,
Απ’ τη μεγάλη γενεά αυτή τη δοξασμένη,
Που τόσο αγωνίστηκε εις το Εικοσιένα.
Κανείς δεν τον εγνώριζε, κανείς δεν τον τιμούσε,
Και όμως μια φορά κι αυτός με δόξα πολεμούσε.
Στη δεξιά του τη μεριά ολιγοστό λιβάνι
Σε κεραμίδι έκαιγε με τόση ευωδία,
Κι αριστερά ένα πανί, όποιος περνά να βάνη
Λίγα λεπτά για να γενή του γέρου η κηδεία.
Κανένας δεν τον έκλαιγε, μόνον ένα κλητήρα
Είδαν να στέκη όρθιος εις της αυλής τη θύρα.
Αυτός που αγωνίστηκε για την Πατρίδα μόνον
Κι επέρασε με το σπαθί της νειότης του τα χρόνια,
Έλαβε ως αντάλλαγμα των τόσων του αγώνων
Τη φτώχια και την φοβερή του κόσμου καταφρόνια.
Και ζωντανός δοκίμασε απ’ όλους μας τη χλεύη
Και μεσ’ στην κάσα του νεκρός ακόμα ζητιανεύει».

Είναι κίνδυνος μεγάλος για την επιβίωση του Ελληνισμού η από την σημερινή πολιτική, κοινωνική και πνευματική του ηγεσία η καταφρόνια και η απόρριψη των μαρτύρων και των ηρώων, που μας δώσανε τη λευτεριά μας και των ιδεωδών στα οποία πίστευαν. Μόνη ελπίδα το ένστικτο φιλοπατρίας, και οι ικανότητες και οι αρετές που δείχνει ο λαός στις δύσκολες περιστάσεις.

Ο ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Ο ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Του Διονύσιου Σολωμού
=====

1
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

2
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

3
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.

4
Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.

6
Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,

7
κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

8
Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

9
Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

10
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.

11
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.

12
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ῾βρῃς τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.

13
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

14
Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.

15
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!

16
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

17
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,

18
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνή1

19
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.

20
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

21
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.

22
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

23
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.

24
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.

25
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.

26
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·

27
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.

28
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·

29
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,

30
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.

31
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.

32
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.

33
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·

34
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.

35
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.

36
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἄρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.

37
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;2

38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.

39
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

40
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.3

41
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.

42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.4

43
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

44
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

45
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

46
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

47
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·

48
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

49
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.

50
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

51
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.

52
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

53
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

54
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

55
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,

56
καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

57
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

58
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

59
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.

60
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.

61
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.

62
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

63
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.

64
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

65
καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.

66
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

67
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

68
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».

69
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

70
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

71
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

72
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

73
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι5
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.

74
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

75
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·

76
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·

77
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

78
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.

79
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.

80
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·

81
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

82
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.

83
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,6
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·

84
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

85
Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.

86
Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

87
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

88
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι7
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

89
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

90
«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.8

91
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.

92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

93
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.

94
Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·

95
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

96
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·

97
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».

98
Αὐτὸς λέγει… «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·9
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

99
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.

100
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,

101
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».

102
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;

103
Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.

104
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

105
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,10
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

106
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὑρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.

107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

108
Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

109
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·

110
κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.

111
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.

112
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·

113
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.11

115
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένῃ,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.

116
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.

117
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.

118
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,

119
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·

120
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,12

121
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

122
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

123
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

124
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

125
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.

126
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

127
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

128
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

129
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς

130
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,13
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.

131
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.

132
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.

133
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.

134
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.

135
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.

136
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ

137
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.

138
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

139
Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει…
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.

140
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:

141
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

142
»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.

143
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.

144
»Ἡ Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.

145
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

146
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

147
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».

148
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

149
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

150
»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.

151
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!…
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.

152
»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.

153
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

154
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».

155
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

156
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

157
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριάν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;

158
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».