ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
Του κ. Βαγγέλη Καζιάκου
=====
Οικουμενισμός ονομάζεται η ιδεολογία προς ένωση των χριστιανικών ομολογιών μεταξύ τους. Φορεύς της δραστηριοποιήσεως αυτής σήμερα είναι το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, υπό του οποίου συνεργάζονται οι Προτεσταντικές Κοινότητες, οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες πλην ολιγίστων, και οι Αντιχαλκηδόνιες Κοινότητες. Το Βατικανό δεν συμμετέχει, διότι, με συνέπεια προς τη διακήρυξή του ότι είναι η μόνη Εκκλησία μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών, αποστέλλει
παρατηρητές.
Το Βατικανό, μετά τη Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο, άρχισε μια δική του προσπάθεια ενώσεως των χριστιανών υπό τον Πάπα, η οποία από τη δεκαετία του 1980, απευθύνεται και στις άλλες θρησκείες.
Ο Οικουμενισμός εκκίνησε σαν υπόθεση καθαρώς ενδο-προτεσταντική, για την αποφυγή του σκανδάλου που προκαλούσε ο κατακερματισμός των προτεσταντικών ομολογιών στην ιεραποστολή, για τη διοργάνωση από κοινού των βιβλικών εκδόσεων, την αντιμετώπιση των αντιχριστιανικών ιδεολογιών, κ.ά.
Ωστόσο, σχετική Πατριαρχική Εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού» το 1920, ανατρέποντας την παραδοσιακή Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, προσπάθησε να προσφέρει εκκλησιολογικά ερείσματα που θα ενίσχυαν τη συμμετοχή των Ορθοδόξων και οδήγησε σε πολύ ευρύτερη έκτοτε
συμμετοχή των
Ορθοδόξων.
Επισήμως, το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, εργάζεται από το 1948 στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας.
Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε. υπήρξε πάντοτε προσεκτική και επιφυλακτική όχι στον πρακτικό τομέα, δηλαδή προς μια καλύτερη διεθνή χριστιανική συνεργασία για την αντιμετώπιση πανανθρωπίνων κοινωνικών, ηθικών και άλλης υφής προβλημάτων, αλλ’ έναντι του κινδύνου αλλοιώσεως της ορθοδόξου θεολογίας, αλλοιώσεως που θα εξυπηρετούσε αφ’ ενός μεν μια προσέγγιση με τους ετεροδόξους νοθευτική για την Ορθοδοξία, αφ’ ετέρου δε τη δημιουργία μιας πλασματικής ενότητος μεταξύ των Χριστιανών.
Δυστυχώς, η εγκατάλειψη της αυστηρής εκκλησιολογικής γραμμής των Ορθοδόξων αντιπροσώπων και η υιοθέτηση μιας περισσότερο «ελαστικής» εκκλησιολογίας, χριστολογίας κ.λπ. οδήγησαν σταδιακώς στο σημείο σήμερα να διολισθαίνει σοβαρότατα μακράν της Αληθείας η ορθόδοξη μαρτυρία προς τον κόσμο, υιοθετώντας επίσημα κείμενα, τα οποία ανατρέπουν και αλλοιώνουν παντελώς την αυθεντική απ’ αιώνων διδασκαλία και αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Έτσι, η Οικουμενική Κίνηση σήμερα, ενώ θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί τους θησαυρούς της ορθοδόξου εν γένει Παραδόσεως και της Θεολογίας, τα οποία είναι αναλλοίωτα από την εποχή των Αποστόλων, αντιθέτως είχε ως αποτέλεσμα την εμφύτευση του θεολογικού σχετικισμού στους ορθοδόξους, είτε τον εκπροτεσταντισμό είτε τον εκλατινισμό της ορθόδοξης διδασκαλίας μεταξύ των τάξεων των Ορθοδόξων Οικουμενιστών.

Η ψευδής ένωση που προωθείται με αυτό τον τρόπο, δεν είναι η ένωση εν αληθεία, η οποία θα διατηρήσει την Εκκλησία, ώστε να έχει ένα Κύριον, μίαν Πίστιν, εν Βάπτισμα, αλλά ενότητα στη διαφορετικότητα ένα μείγμα ετερόκλητων πίστεων, τελετουργικών της λατρείας, γραμμών ποιμαντικής αντιμετωπίσεως, που θα τείνει να δείξει ότι ο Χριστός, ο Θεός Λόγος των Χριστιανών, δεν είναι Ενοποιός, η Κεφαλή ενός αρμονικού Σώματος, όπου του πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία καί η ψυχή μία, αλλά είναι Θεός ακαταστασίας και ουχί ειρήνης, ο Οποίος αντίθετα με την αποστολική επισήμανση είναι διηρημένος, μεμέρισται ο Χριστός.
Αυτήν την εσφαλμένη, επιφανειακή και μόνον εν πράγματι ενότητα και όχι τη θεμελιωμένη στην κοινή Πίστη, ομοφροσύνη και ομόνοια του Σώματος του Χριστού, εξυπηρετεί η Οικουμενική Κίνηση τις τελευταίες δεκαετίες να συζητούνται όχι τα σημεία διαφωνίας των μελών, ώστε να επιλυθούν, αλλά μόνον τα σημεία συμφωνίας τους.
Για τους λόγους αυτούς το θέμα του Οικουμενισμού έχει λάβει διαστάσεις τεραστίου εσωτερικού εκκλησιαστικού προβλήματος της Ορθοδοξίας, μεταξύ της μειοψηφίας των Οικουμενιστών, και των πολυπληθών επιγνωμόνων και ενήμερων πιστών, Κληρικών, Μοναχών και λαϊκών, οι οποίοι βλέπουν τον Οικουμενισμό ως μια αίρεση, στο βαθμό που αυτός τείνει να αποδεχθεί και ενσωματώσει με άνωθεν επιβολή, θεολογικά και εκκλησιολογικά στοιχεία που είναι απερριμένα από την Ορθοδοξία.
Ο Οικουμενισμός, αποτελεί ένα χυδαίο θρησκευτικό συγκρητισμό, ο οποίος σχετικοποιεί τα δόγματα, εντάσει τα πάντα σε μια πολτοποιητική χοάνη, εξισώνοντας και ομογενοποιώντας, βασιζόμενος στην αρχή της Περεννελιανής φιλοσοφίας (Perrenialism).
Ο Περεννελισμός, είναι η λυδία λίθος, της εσωτερικής και αποκρυφιστικής διδασκαλίας της Θεοσοφίας.
Η σέκτα αυτή έχει ως όργανο της, το κίνημα της Νέας Εποχής, που διαμορφώθηκε από την σατανίστρια Helena Blavatcky, κηρύττωντας ακριβώς αυτήν την εσχάτη αίρεση του Αντιχρίστου. Την εξίσωση όλων των θρησκειών, ως ισότιμων οδών ενώσεως με το θείον. Ούτως ώστε, να αλλοιωθεί η Αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προετοιμάζοντας το μυστήριο της ανομίας, της θεοποιησεως του Θηρίου.
Η μόνη απάντηση, στην αναίρεση του Οικουμενισμού, που μπορεί η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία να δώσει, την αντλεί εις τα αγιοπνευματικά νάματα των Αγίων της, από τα ερείσματά της, από την Αυτοαλήθεια, που είναι ο Αποκαλυφθείς Θεός, Ιησούς Χριστός και από όλη την προφητικοαποστολικοπατερική παράδοση.
Όμως και η θύραθεν επιστήμη, το αψευδες στόμα της Ιστορίας, η θρησκειολογία και η θεολογία, ακυρώνει την σατανόπνευστη αίρεση του Οικουμενισμού, αποδεικνύοντας, ότι η ορθοδοξία είναι ο στύλος και το εδραίωμα της Αλήθειας, το της ευσέβειας μέγαν Μυστήριον, του Ενσαρκωθέντος Αληθινού Θεού, Ιησού Χριστού.
Η Θρησκεία ορίζεται ως η σχέση του Ανθρώπου με το Απόλυτον. Ως Απόλυτον εννοούμε την ενορατική θέαση των πνευματικών συντεταγμένων του Κόσμου.
Αυτή η αίσθηση της Υπάρξεως, διαφέρει από τις άλλες πνευματικές πλευρές του Ανθρώπου. Από την Επιστήμη, που μέσω της λογικής μελετά την λειτουργία του φυσικού Κόσμου. Τα Γράμματα, ως αυτοσυνειδησία έλλογης υπάρξεως, πολιτιστικής ταυτότητας κλπ. Και από την Τέχνη, ως αναζήτηση του Κάλλους και η αποτύπωσις αυτού στην ύλη.
Η θρησκευτικότητα είναι η πρόσληψη του Όλου στα πλαίσια του νοήματος του όντος.
Η πεμπτουσία όλων των θρησκευμάτων έγκειται στην ορίζουσα έννοια του θρησκευτικού φαινομένου. Η ποικιλομορφία όμως οφείλεται σε μια πανσπερμία ως προς την ιδιοπροσωπία του Απόλυτου.
Οι θρησκειολόγοι, συγκλίνουν στην άποψη ότι όπως τα διάφορα φυλετικά είδη, οι γλώσσες, προήλθαν από μια πρωτογενή πηγή, στην αυγή της Ιστορίας, έτσι και η θρησκεία, στην πρωτόγονη μορφή της, μέσω της επιστημονική έρευνας, φτάνει στον Ανιμισμό, τις συμβολικές ταφές των νεκρών, που ιστορικά ενσαρκώνεται στην προϊστορική
εποχή.
Η εξ Αποκαλυψεως διδασκαλία του Χριστιανισμού, δίνει την ερμηνεία δια του Νομοθέτου και θεόπτου Μωυέως.
Συγκλίνοντας στα αναφερόμενα, φανερώνοντας όμως την αληθινή ταυτότητα του Απόλυτου, Του Αγίου Τριαδικού Θεού.
Η πρωτογενής Αυτή θρησκεία, άρα και η αληθής είναι αυτή που ξεκίνησε στον Κήπο της Εδέμ. Διασώθηκε στα πρόσωπα των Δίκαιων και των Πατριαρχών. Κηρύχτηκε από τους Προφήτες, υπάρχοντας σκιωδώς στον νομικό λαό του Ισραήλ και σπερματικώς στα αλλά έθνη, που λόγω της πτώσεως λάτρεψαν την Κτίσιν παρά τον Κτίσαντα, σατανική εμπνεύσει του Διαβόλου.
Αποκαλύφθηκε τελείως από τον εν σαρκί εληλυθότα Υιό και Λόγο Του Θεού. Τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.
Ο Ορθοδοξος Χριστιανισμός, αποτελεί την μόνη αληθινή θρησκεία, ήτοι την αληθινή σχέση με το Απόλυτον, Τον Προσωπικό Θεό, την Τριαδική Μονάδα.
Τα κοινά μεταξύ των θρησκειών υπάρχουν σπερματικώς ουχί συγκρητιστικώς, επαληθευόμενα στο αγιοπνευματικό βίωμα του Ευαγγελικού μηνύματος.
Ο Μεσσίας Χριστός στην αρχιερατική Του προσευχή το αποκαλύπτει. “Αύτη έστι η αιώνιος ζωή ίνα γινώσκωσι Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας εις τον Κόσμον Ιησούν Χριστόν”.