Showing posts with label ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ. Show all posts
Showing posts with label ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ. Show all posts

Wednesday, November 23, 2016

ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ: ''ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΥΝΟΔΟ ΔΕΝ ΕΚΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ” Ζ΄


ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ: ''ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΥΝΟΔΟ ΔΕΝ ΕΚΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ”
Ζ΄
=====

Τό συνοδικό κείμενο γίνεται ἀσαφέστερο μέ τήν ρητή διαβεβαίωσι τῆς Ἐγκυκλίου ὅτι οἱ «ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οὐδέποτε ἐσήμαιναν, οὔτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οἱονδήποτε συμβιβασμόν εἰς ζητήματα πίστεως». Ἐάν οἱ ἀνωτέρω θεολογικές συμφωνίες δέν εἶναι «συμβιβασμός εἰς ζητήματα πίστεως», διερωτώμεθα τί εἶναι συμβιβασμός καί ποιός εἶναι ὁ «δογματικός μινιμαλισμός» πού ἀπορρίπτεται μέ τήν διατύπωσι τῆς Ἐγκυκλίου; «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀπεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν ἤ τήν ἀμφισβήτησιν τῆς δογματικῆς παραδόσεως καί τοῦ εὐαγγελικοῦ ἤθους της» (παραγρ. 20)!

Ἀπό τίς ἀνωτέρω ἕξι ἐπισημάνσεις συνάγεται ὅτι τό κείμενο τῶν σχέσεων πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον προσανατολίζεται πρός συνοδική κατοχύρωσι τῆς γραμμῆς τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων τῆς τελευταίας πεντηκονταετίας χωρίς τίς ἀπαραίτητες βάσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας. Διερωτᾶται κανείς: Πόσο εὔκολα θά μποροῦσε ἡ γραμμή αὐτή νά ὀνομασθῆ «Ὀρθόδοξος οἰκουμενισμός» (π. Δημήτριος Στανιλοάε), ἤ πρόσκλησις γιά «παγκόσμια ἐπιστροφή στήν Ὀρθοδοξία» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ);

Οἱ ἀστοχίες κατά τούς διαχριστιανικούς διάλογους τοῦ παρελθόντος δέν εὐνοοῦν μία θετική ἀπάντησι. Χρειαζόταν τώρα ἕνα κείμενο μέ ἁγιοπατερική πνοή, τό ὁποῖο δέν θά ἄφηνε περιθώρια στόν ἑτερόδοξο οἰκουμενισμό (θεωρία τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν» καί τῶν «δύο πνευμόνων», ἀναγνώρισις ἑτεροδόξου βαπτίσματος καί ἱερωσύνης, κοινή χριστολογική πίστις μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους, ἀποδοχή τῆς βατικανείου «Clarification», συνυπογραφή εἰδικῶν κειμένων περί Ἐκκλησίας τοῦ τμήματος Πίστις καί Τάξις τοῦ Π.Σ.Ε. κ.λπ., καί σχετικές «ἐθιμοτυπικές ἐκκλησιαστικές» ἐκδηλώσεις πού τά ἐπιβεβαιώνουν). Ἕνα τέτοιο κείμενο θά στόχευε στήν ἐπιστροφή τῶν ἑτερόδοξων στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Θά ἔδειχνε ὅτί δέν ἀναγνωρίζουμε ἐν τῇ πράξει στίς ἑτερόδοξες «ἐκκλησίες» ἐκκλησιαστικότητα (ὅτι εἶναι ἐκκλησίες μέ τήν θεολογική ἔννοια τοῦ ὅρου) ἀφήνοντας τούς ἑτεροδόξους στίς πλᾶνες τους.

Τό συνοδικό κείμενο περί τῶν σχέσεων μέ τούς ἑτεροδόξους παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκκλησιολογικῆς ἀκριβείας. Ἀναπόφευκτα αὐτό θά φανῆ κατά τίς μελλοντικές οἰκουμενικές ἐπαφές.

Σέ αὐτές θά ἐφαρμοσθῆ πρακτικά τό πνεῦμα τοῦ κειμένου. Θά ἦταν εὐχῆς ἔργον οἱ διαχριοτιανικοί διάλογοι νά ξαναρχίσουν ἀπό κάποιο «σημεῖο μηδέν» μίας καθαρῆς Ὀρθοδόξου Ἔκκλησιολογίας. Ἐνδέχεται ὅμως νά οἰκοδομηθοῦν στά κεκτημένα τοῦ παρελθόντος, τά ὁποῖα οὔτως ἤ ἄλλως καταμαρτυροῦν παρεκκλίσεις ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία. 

Ἡ ἑρμηνεία τοῦ συνοδικοῦ κειμένου περί τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων θά φανῆ καί σέ δύο ἄλλες πλευρές τῶν οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν:

Ἡ μία πλευρά εἶναι οἱ οἰκουμενιστικοί συγχρωτισμοί, δηλαδή οἱ λειτουργικοί ἀσπασμοί, οἱ συμπροσευχές, οἱ εὐλογίες Ὀρθοδόξου ποιμνίου ἀπό αἱρετικούς ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες, οἱ κοινές ἐκδηλώσεις Ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων προκαθημένων καί κληρικῶν, μέ τίς ὁποῖες ἀμβλύνεται τό Ὀρθόδοξο κριτήριο καί προωθεῖται ὁ λαϊκός Οἰκουμενισμός. Θά συνεχισθοῦν ἤ θά παύσουν;

Ἡ δεύτερη πλευρά ἀφορᾶ τίς θεολογικές μελέτες, τά θεολογικά ἐπιστημονικά συνέδρια, καί ὅ,τι ἄλλο στόν ἀκαδημαϊκό χῶρο προωθεῖ τούς διαχριστιανικούς διάλογους πρός τήν πλευρά τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, τά ὁποῖα ἔχουν ἐνίοτε «ἀξιοποιηθῆ» ἀπό ἐκκλησιαστικούς φορεῖς.

Ἔστωσαν ὡς παραδείγματα ἡ θεολογική παραγωγή πού ἐπί χρόνια ἐμφανίζει τούς Μονοφυσῖτες ὡς Ὀρθοδόξους στήν Χριστολογική τους διδασκαλία, ἡ περιβόητη παπική «Clarification» πού ἐξισώνει τό Φιλιόκβε μέ τήν ἐκ μόνου τοῦ Πατρός ἐκπόρευσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ θεολογικές μελέτες πού ὑποστηρίζουν ὡς ἔγκυρο τό βάπτισμα τῶν ἑτερόδοξων. Μέ ποιά ἄραγε ἐκκλησιολογικά κριτήρια θά γίνεται ἀποδεκτή ἡ θεολογική αὐτή συμβολή;

Τά προσυνοδικά κείμενα ἦσαν φορτισμένα μέ τήν γνωστή προϊστορία τους καί τίς ἐλλείψεις τους. Προϋπέθεταν καί ἀντανακλοῦσαν τήν ἱστορία τῶν διαχριστιανικῶν θεολογικῶν διαλόγων, ἀποφάσεων καί συμφωνιῶν. Δέν ἦταν σωστό νά ἑρμηνευθοῦν καθ' ἑαυτά καί ἀφ' ἑαυτῶν.


(Συνεχίζεται)

Thursday, May 12, 2016

Ο ΕΥΚΟΛΟΣ EΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΠΙΚΟΥΣ


Ο ΕΥΚΟΛΟΣ EΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΠΙΚΟΥΣ

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
=====

Πολλά λέγονται και γράφονται για τις ενέργειες που γίνονται για επιστροφή των Παπικών στην Μία Αγία Εκκλησία. Διάλογοι, οικουμενιστικές αμετροέπειες και τόσα άλλα, που παρόλα τούτα προσκρούουν πρωτίστως στη Παπική εξουσιαστική μάνητα.

«Ο Πάπας είναι χωρίς αμφιβολία το δυσκολότερο εμπόδιο στην πορεία του Οικουμενισμού», ομολόγησε ο Πάπας Παύλος VI κατά την προσφώνηση της Παπικής Γραμματείας για την Ενότητα στις 28/4/1967. Το εξουσιαστικό παπικό πρωτείο και κατ’ επέκταση το αλάθητο, καθίσταται ο σοβαρότερος λόγος για την εμμονή, σε ότι πλάνο παρεισέφρησε στον Παπισμό.

Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του μακαριστού π. Δημητρίου Στανιλοάε, στο σύγγραμμά του ‘’Για ένα Ορθόδοξο Οικουμενισμό’’ (Εκδόσεις Άθως, 1976), που αναφέρει ότι «Δημιουργείται κάθε τόσο, από τη μεγάλη επιθυμία για ένωση, ένας εύκολος ενθουσιασμός, που πιστεύει πως με την συναισθηματική του θερμότητα να ρευστοποιήση την πραγματικότητα και να την ξαναπλάση χωρίς δυσκολία. Δημιουργείται ακόμα και μια διπλωματική συμβιβαστική νοοτροπία, που νομίζει πως μπορεί να συμφιλιώσει με αμοιβαίες υποχωρήσεις ωρισμένες δογματικές θέσεις…».

Τα μείζονα προβλήματα σε τέτοιους διαλόγους δυστυχώς παραμένουν άλυτα και τα ελάσσονα κολακεύουν την φιλάρεσκη αγάπη. Για τούτο ο διάλογος, είναι ένα «ανούσιο παίγνιον», κατά την ειλικρινή έκφραση του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού στη Βαλτιμόρη το έτος 2000.    

«Τους εσκορπισμένους επισυνάγαγε˙ τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη Αγία Σου Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», εύχεται ο ιερεύς εις την Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου. Αυτή η ιερατική ευχή πρέπει να είναι η διάπυρος ευχή μας γι’ αυτούς που εμμένουν ανάμεσα στις άλλες κακοδοξίες και στο «έπακρον της ασεβείας», κατά τον Άγιο Φώτιο, αφού «προσέθηκαν λέξεις εις το ιερότατον σύβολον της πίστεως, λέγοντες ότι το Πνεύμα το Άγιον δεν εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός, αλλ΄και εκ του Υιού εισέτι», για την πραγματική ενότητα, η οποία θα επιτευχθεί με την  επιστροφή των στη Μία Αγία Εκκλησία.

Thursday, June 18, 2015

ΠΟΤΕ ΣΥΓΚΑΛΕΙΤΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ;



ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ 2016

Πότε συγκαλείται Σύνοδος;

Τοῦ Πανοσ. Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου
======

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου ὡς τὸ «μυστικό Του Σῶμα» -«καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ. 1, 18)- ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά της ἐκινεῖτο συνοδικῶς. «Ἔδοξε τῷ ἁγίῳ πνεύματι καὶ ἡμῖν» (PG 31, 1432), ἐξαγγέλλει ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ὁ λόγος αὐτὸς γίνεται ὁ ἱερὸς τύπος ὅλων τῶν μετέπειτα Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Σύνοδος μὲ τὴν συμμετοχὴ ἐκπροσώπων τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ τὸ ὑπέρτατο νομοθετικὸ ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς μίας, αγίας, καθολικής ορθοδόξου εκκλησίας. Συγκαλεῖται κυρίως «πρὸς κοινὴν συνδιάσκεψιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων, ἀφορώντων τὴν καθόλου Ἐκκλησίαν» (Μίλας, Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, Ἀθήνησιν 1906, σ. 405). Συγκαλεῖται, δηλαδή, ὅταν χρειάζεται νὰ ρυθμισθοῦν θέματα, τὰ ὁποῖα ταλανίζουν τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό της, ὅπως ἡ σχέση τῶν μελῶν της, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, μετὰ τῶν διαφόρων αἱρετικῶν.

Ἡ ἀνωτέρω Σύνοδος, ἔχοντας «τὴν χρείαν κατεπείγουσαν καὶ τὴν αἰτίαν εὔλογον», κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο (PG 26, 688B), συγκαλεῖται πρωτίστως γιὰ νὰ ὑπερασπισθῆ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ διασώση τὴν Ὀρθόδοξο πίστη. Ὅταν κινδυνεύουν τὰ δύο αὐτά, τότε εἶναι ἀδήριτος ἡ ἀνάγκη συγκλήσεώς της. Ὁ π. Δ. Στανιλοάε γράφει ἐπ᾽ αὐτοῦ: «Οἱ Σύνοδοι [...] διέσωσαν τὴν χριστιανικὴ ἑνότητα καὶ τὴν χριστολογικὴ βάση τῆς Ἐκκλησίας» (Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, Θεσ/νίκη 2014, σ. 60). 

Συνεπῶς τὸ κύριο θέμα μὲ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀσχοληθῆ μία νέα Σύνοδος, συμμετεχόντων ἁπάντων τῶν ἐκπροσώπων τῆς μίας, αγίας, καθολικής ορθοδόξου εκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς πρὸς τὰ θέματα πίστεως, νὰ μὴν βασιζώμαστε στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖες ἔλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος καὶ διαφορετικὰ νὰ πρεσβεύουν ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ οἱ ὁμόλογοί του καὶ διαφορετικὰ ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαός. Κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο κινδυνεύουμε νὰ φθάσουμε σὲ σχίσματα, διακυβεύεται ἡ ἑνότητα τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας. Ὁ Μ. Βασίλειος ἐναγωνίως ἀναφωνοῦσε: «Πάνυ με λυπεῖ ὅτι ἐπιλελοίπασι λοιπὸν οἱ τῶν Πατέρων κανόνες καὶ πᾶσα ἀκρίβεια τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπελήλαται, καὶ φοβοῦμαι μή, κατὰ μικρὸν τῆς ἀδιαφορίας ταύτης ὁδῷ προϊούσης, εἰς παντελῆ σύγχυσιν ἔλθῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα» (PG 32, 400B). 

Καθίσταται σαφές, ἑπομένως, ὅτι μία νέα Σύνοδος μὲ τὴν συμμετοχὴ ἁπάντων τῶν εκπροσώπων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἀσχοληθῆ κατὰ πρῶτον μὲ τὸ θέμα τῆς ἑνότητος τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, διαγράφοντας μία ἑνιαία ἀντιμετώπιση τῶν σημερινῶν αἱρέσεων, ὅπως τοῦ Παπισμοῦ, τοῦ Προτεσταντισμοῦ, τοῦ Χιλιασμοῦ κ.ἄλ. Κατὰ δεύτερον ὀφείλει νὰ διεξέλθη καὶ νὰ ἐπιλύση τὰ ἀναφυέντα ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς μιας εκκλησίας, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, νέα ποιμαντικὰ προβλήματα μὲ φρόνημα Πατερικὸ βάσει τῶν ἀποφάσεων τῶν προηγηθεισῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖες ἔλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος μὲ τὸν Β´ κανόνα τῆς ΣΤ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.