Του Δημήτρη Αναστασίου
Για
να μην υπάρχουν αμφιβολίες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε τα εξής:
«Συζητήσαμε
την πορεία της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και νομίζω ότι εδώ πρέπει να
είμαστε ειλικρινείς ότι είναι μια καινούργια διαδικασία, η οποία ακόμα δεν έχει
φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Και εδώ θέλω να είμαι πολύ σαφής, ειδικά
για την κατηγορία εκείνων των εκπαιδευτικών που αρνούνται επί της αρχής να
αξιολογηθούν. Η θέση μας εδώ με ξεκάθαρη και κατεύθυνση που έχω δώσει το
Υπουργείο πολύ σαφής: Αν κάποιος αρνείται επί της αρχής να αξιολογηθεί,
δεν πρέπει να έχει θέση στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης».
10
αρχικές σκέψεις:
1.
Η δήλωση από μόνη της (πέρα από το φορέα της που είναι ο πρωθυπουργός της
χώρας) είναι ένα κραυγαλέο παράδειγμα αυταρχισμού. Υποτίθεται ότι αναγνωρίζει
την ανεπάρκεια της τρέχουσας διαδικασίας αξιολόγησης (“δεν έχει φέρει τα
προσδοκώμενα αποτελέσματα”), αλλά αντί να αναζητήσει ευθύνες στο ίδιο το
σύστημα, επιλέγει να στοχοποιήσει όσους έχουν κριτική στάση απέναντί του. Η
ομολογία αποτυχίας μετατρέπεται κυνικά σε εργαλείο καταστολής διαφωνίας.
2.
Το “επί της αρχής” δεν αφορά τη συμπεριφορά ή την απόδοση ενός εκπαιδευτικού
που κρίνονται άρρητα αλλά καθημερινά καταρχήν από τους μαθητές τους. Δεν αφορά
ούτε αν κάνει επιτυχώς το μάθημά του, ούτε αν συμβάλλει στην κοινωνική και
μορφωτική λειτουργία του σχολείου. Το “επί της αρχής” δεν αφορά ούτε καν την
πρακτική στάση. Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να διαφωνεί αλλά κάτω από αφόρητη
πίεση να υποκύπτει σε εντολές διευθυντών και προϊσταμένων.
Το
“επί της αρχής” αφορά την πεποίθηση, το φρόνημα του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, ο
πρωθυπουργός δηλώνει ότι όποιος-α έχει διαφορετική για την σκοπιμότητα ή/και
την αποτελεσματικότητα της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού,
όποιος-α στοχάζεται διαφορετικά και αρνείται ιδεολογικά να αποδεχθεί μια αξιολόγηση που θεωρεί άδικη, τιμωρητική ή εργαλείο πειθαναγκασμού, δεν είναι αποδεκτός στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα.

