
[…] εἰδαμε στοὺς πρῶτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ ὅτι ἅγιοι καὶ ἀκλόνητοι ἄνθρωποι, ποὺ εἶχαν πάρει στὰ σοβαρὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ τὴ σωτηρία τῶν δικῶν τους ψυχῶν, ἔσπασαν τοὺς κοινωνικοὺς δεσμούς τους, καί, μένοντας μακριὰ ἀπὸ κάθε συναλλαγὴ μὲ τὰ ἀνθρώπινα ὄντα, ἀναζήτησαν στὴ μοναξιὰ τὴν τελειότητα, τὴν ἀρετή, τὸν Θεό. Μὲ πολὺ μυαλὸ καὶ λογικὴ συνέπεια, ἔφτασαν νὰ βλέπουν τὴν κοινωνία σὰν πηγὴ διαφθορᾶς καὶ τὴν ἀπόλυτη ἀπομόνωση τῆς ψυχῆς σὰν ὅρο ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐξαρτῶνται ὅλες οἱ ἀρετές. Ἂν ἔβγαιναν καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὴ μοναξιά τους, δὲν τὸ ἔκαναν ἐπειδὴ ἔνιωθαν τὴν ἀνάγκη τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ ἀπὸ γενναιοδωρία, ἀπὸ χριστιανικὴ ἀγάπη, τὴν ὁποία ἔνιωθαν γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους, πού, ἐξακολουθώντας νὰ διαφθείρονται μέσα στὸ κοινωνικὸ περιβάλλον τους, χρειάζονταν τὶς συμβουλές, τὶς προσευχὲς καὶ τὴν καθοδήγησή τους.










