Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου
Θυμάμαι τον εαυτό μου, στην πρώτη δεκαετία της κινητής τηλεφωνίας, όταν τα κινητά ζύγιζαν γύρω στο κιλό, ορκιζόμουν αντίσταση μέχρις εσχάτων. Ισχυριζόμουν ότι το κινητό μού ήταν περιττό, αφού το μεγαλύτερο μέρος του εργάσιμου και μη χρόνου ήμουν δίπλα σε ένα σταθερό.
Καμιά δεκαετία κράτησε η αντίσταση. Ένα ατύχημα, από το οποίο βγήκα σώος από Ι.Χ. που μετατράπηκε σε κεφτέ, έγινε το ιδεώδες πρόσχημα. Από τότε δεν χρειάστηκε άλλο πρόσχημα για να αποκτήσω εξάρτηση από το κινητό και πλείστες εφαρμογές του.
Είμαι στη θάλασσα (όντως) κι είναι αδύνατο να περάσει μισή ώρα χωρίς να του ρίξω μια ματιά. Κι έπειτα, είναι τόσο έξυπνο. Δεν περνά δεκάλεπτο χωρίς να σε ειδοποιήσει ότι κάποιος έστειλε κάτι στο μέσεντζερ, στο βάιμπερ. Το γυαλιστερό θηριάκι, εκμεταλλευόμενο τη θεμελιώδη άγνοιά σου, κάθε τόσο σού δίνει ένα τρυφερό ηχητικό χαστουκάκι: «Εδώ είμαι! Μη με αγνοείς».
Θυμάμαι τον εαυτό μου, στην πρώτη δεκαετία της κινητής τηλεφωνίας, όταν τα κινητά ζύγιζαν γύρω στο κιλό, ορκιζόμουν αντίσταση μέχρις εσχάτων. Ισχυριζόμουν ότι το κινητό μού ήταν περιττό, αφού το μεγαλύτερο μέρος του εργάσιμου και μη χρόνου ήμουν δίπλα σε ένα σταθερό.
Καμιά δεκαετία κράτησε η αντίσταση. Ένα ατύχημα, από το οποίο βγήκα σώος από Ι.Χ. που μετατράπηκε σε κεφτέ, έγινε το ιδεώδες πρόσχημα. Από τότε δεν χρειάστηκε άλλο πρόσχημα για να αποκτήσω εξάρτηση από το κινητό και πλείστες εφαρμογές του.
Είμαι στη θάλασσα (όντως) κι είναι αδύνατο να περάσει μισή ώρα χωρίς να του ρίξω μια ματιά. Κι έπειτα, είναι τόσο έξυπνο. Δεν περνά δεκάλεπτο χωρίς να σε ειδοποιήσει ότι κάποιος έστειλε κάτι στο μέσεντζερ, στο βάιμπερ. Το γυαλιστερό θηριάκι, εκμεταλλευόμενο τη θεμελιώδη άγνοιά σου, κάθε τόσο σού δίνει ένα τρυφερό ηχητικό χαστουκάκι: «Εδώ είμαι! Μη με αγνοείς».

