Του Αλέκου Μιχαηλίδη
Η κυρία Τασούλα Ισαάκ δεν είναι υπεράνθρωπος. Δεν είναι ανώτερη ούτε ξεπερνά τις αντοχές των υπολοίπων. Είναι μια καθημερινή Παραλιμνίτισσα, σκληρή και μαυροφορεμένη, όρθια και περήφανη, η φτέρνα της είναι δεμένη με το χώμα της ελεύθερης (και της κατεχόμενης) Αμμοχώστου, το βλέμμα της ευθύ και η καρδιά της τεράστια. Έχει περίσσια αξιοπρέπεια, παραπάνω από όλους μας, κουβαλά τον καλό εαυτό των Κυπρίων, αγκαλιάζει νοερά όποιον έχει απέναντί της.
Η κυρία Τασούλα Ισαάκ έχει παράπονο από όσους δεν τράβηξαν τον σουγιά τους μετά τις δολοφονίες του Αυγούστου 1996. Χρόνια ολόκληρα την άφησαν μονάχη, ν’ ανάβει το κερί του Τάσου και να καρτερά τη Δικαιοσύνη να λειτουργήσει. Τέσσερις Πρόεδροι, έντεκα υπουργοί Δικαιοσύνης και πέντε Γενικοί Εισαγγελείς δεν έκαναν τίποτα για να εκτελεστούν τα διεθνή εντάλματα σύλληψης για τους δολοφόνους του γιου της και του Σολωμού, κι ένας Θεός ξέρει σε ποιο συρτάρι της Ιντερπόλ βρίσκονται.














