Του Αλαίν Μπαντιού
Ο φιλόσοφος εκδίδει ένα έργο για το φονικό της 13ης Νοεμβρίου, για το οποίο αποδίδει την ευθύνη στην αδυναμία να προτείνουμε μια εναλλακτική για τον κόσμο, όπως είναι. Επισημαίνει, κυρίως, την κατάρρευση των προοδευτικών ιδεών, θύματα μιας βαθιάς κρίσης της σκέψης μετά την αποτυχία του κομμουνισμού.
Πώς να καταλάβουμε την αινιγματική ενόρμηση του θανάτου που εμπνέει τους τζιχαντιστές; Από τους φόνους του Γενάρη μέχρι αυτούς του Νοέμβρη, καθένας ψάχνει τις κοινωνικές ή θρησκευτικές αιτίες αυτής της «ριζοσπαστικοποίησης» που, εδώ και αλλού, υποκύπτει σε μια βία αδιανόητη. Για τον φιλόσοφο Αλαίν Μπαντιού, οι επιθέσεις είναι μαζικοί φόνοι, συμπτώματα της εποχής μας, όπου βασιλεύει χωρίς όριο ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός. Στο τελευταίο του έργο, «Η δυστυχία μας έρχεται από πιο μακριά: σκέψεις για το φονικό της 13ης Νοέμβρη», που βγαίνει στις 11 Γενάρη από τις εκδόσεις Fayard, θυμίζει την αναγκαιότητα να προσφέρουμε μια ιδεολογική εναλλακτική στην παγκόσμια νεολαία, που νιώθει ματαιωμένη από ένα καπιταλισμό που δεν κρατά τις υποσχέσεις του.
Τί διαφορές βλέπετε ανάμεσα στις επιθέσεις του Γενάρη και του Νοέμβρη;
Και στις δύο περιπτώσεις, έχουμε το ίδιο ιστορικό και γεωπολιτικό πλαίσιο, την ίδια προέλευση των εκτελεστών, την ίδια φονική και αυτοκτονική μανία, την ίδια αστυνομική, εθνικιστική και εκδικητική απάντηση από μέρους του Κράτους. Ωστόσο, τόσο από μεριά του μαζικού φόνου όσο και από μεριά της κρατικής απάντησης, υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Πρώτον, το Γενάρη, οι φόνοι ήταν στοχευμένοι, τα θύματα επιλεγμένα : οι βλάσφημοι του Charlie Hebdo, οι εβραίοι και οι αστυνομικοί. Ο ιδεολογικός, θρησκευτικός και αντισημιτικός χαρακτήρας των φόνων είναι προφανής. Από την άλλη μεριά, η απάντηση παίρνει την μορφή μιας ευρείας μαζικής επίδειξης, που θέλει να συμβολίσει την ενότητα του έθνους, πίσω από την κυβέρνησή του και τους διεθνείς συμμάχους του, γύρω από ένα ιδεολογικό παράγγελμα, το « είμαστε όλοι Charlie ». Επικαλούμαστε ένα συγκεκριμένο σημείο: την κοσμική ελευθερία, το δικαίωμα στη βλασφημία.

