Του Βασίλη Καραποστόλη
Είναι αλλόκοτο το θέαμα μιας κοινωνίας που ενώ
απειλείται, αφήνει τις λίγες δυνάμεις της να σκορπίζουν, λες και δεν είναι
δικές της και δεν της στοιχίζει να χάνονται. Μοιάζει σαν ο εγκέφαλος να μη
μπορεί να δώσει τις απαραίτητες εντολές στους μυς και στα νεύρα. Όλα δείχνουν
πως σ’ αυτήν την αδυναμία έχει αιχμαλωτισθεί η ελληνική κοινωνία.
Πελαγωμένη,
παρακολουθεί τους βραχίονές της να απεργούν επιδεικτικά. Βλέπει μια μεγάλη
μερίδα της νέας γενιάς να κλείνει τα μάτια της στην πραγματικότητα και να
τρέχει προς τα εκεί όπου ακούγονται θόρυβοι, δυνατή μουσική, σε μια αναταραχή
μέσα στην οποία πασχίζει να βουλιάξει, ώστε να μη σκέπτεται τίποτα το
δυσάρεστο, απ’ αυτά που βασανίζουν τους μεγαλύτερους.
Εδώ
και καιρό, και βέβαια όχι μόνον στη χώρα μας, η διασκέδαση έγινε το όπιο που
πίνοντάς το οι ζωηρές ηλικίες νιώθουν πως κάτι κάνουν, χωρίς να κάνουν τίποτα.
Πράγματι, η διασκέδαση και το παιχνίδι προσφέρουν από τη φύση τους μια
μετατόπιση της ενέργειας: από την εργασία, τον μόχθο, τις έγνοιες και τις
ευθύνες, μετακινείται κανείς σε μια σφαίρα όπου μπορεί παίζοντας να ξεκουραστεί
μέσα στο άσκοπο.
Παίζει ή σταματά το παιχνίδι, χορεύει ή σταματά να χορεύει, τραγουδά ή σταματά να τραγουδά. Η ευχέρεια να μην υπακούει σε επιταγές, να διαλέγει εκείνο που τη μια ή την άλλη στιγμή τον προσελκύει περισσότερο, είναι ανακουφιστική. Ποιος θα το αμφισβητούσε; Είναι άλλο όμως αυτό και άλλο να απορροφηθεί ολόκληρος μέσα στα διαλείμματα της καθημερινής ζωής. Το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς εδώ. Στο ότι μια ολόκληρη γενιά φαίνεται να θέλει να κλειστεί μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο από ακτίνες λέϊζερ, ξέχειλα ποτήρια μπύρας, ήχους μεταλλικής μουσικής, οθόνες κινητών που φωσφορίζουν συνθηματικά και εκεί να μείνει όσο το δυνατόν περισσότερο.

