Του Κώστα Μελά
Ο λαϊκισμός είναι βασική έννοια, μέσω της οποίας
επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σημερινές πολιτικές εξελίξεις. Είναι γνωστή ως
έννοια, φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις, πολυχρησιμοποιημένη κυρίως
από τις πολιτικές ελίτ, οι οποίες, αναλαμβάνοντας την κυβέρνηση της χώρας, τη
χρησιμοποιούν κατά κόρον ενάντια στις προτάσεις και στις απόψεις των
αντιπολιτευόμενων πολιτικών ελίτ.
Η
αξιωματική αντιπολίτευση, όταν κερδίσει τις εκλογές και γίνει κυβέρνηση,
χρησιμοποιεί με τη σειρά της την έννοια του λαϊκισμού εναντίον των πολιτικών
της αντιπάλων, ακριβώς όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Στο πλαίσιο του
πολιτικού ανταγωνισμού, μεταξύ αντιπάλων αρχηγεσιών, κάθε συνάρθρωση "λαϊκών"
αιτημάτων θα καταγγέλλεται από τους εκάστοτε κατέχοντες την κυβερνητική εξουσία
σαν "λαϊκίστικη". Ό,τι είναι για τον έναν "λαϊκό" για τον
άλλον είναι "λαϊκίστικο" και αντίστροφα. Πάντοτε ο λαϊκισμός είναι ο
λαϊκισμός του άλλου.
Η έννοια του λαϊκισμού είναι
συνυφασμένη, in senso lato, με την έννοια της
ισότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια του λαϊκισμού χωρίς άμεση αναφορά
στην έννοια της ισότητας. Ισότητα που σαφέστατα δεν δύναται ποτέ να
πραγματωθεί, αλλά, ως έννοια, έχει τρομερή δύναμη στο ιδεολογικό και
συμβολικό επίπεδο. Λαϊκισμός είναι ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώνεται
προσωρινά η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην
(προσωρινή) εξουσία μιας ελίτ στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής.
Ενώ
οι πολιτικές αρχηγεσίες θα ήθελαν να διατηρήσουν για τον εαυτό τους το
μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποδεχτούν ορισμένες διαδεδομένες
ιδέες, ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και
να αποδέχονται στην πράξη διάφορα αιτήματα που συνδέονται με τις παραπάνω
ιδέες και τα προβάλλουν διάφορες επαγγελματικές ή συντεχνιακές ομάδες.









