Του Δημήτρη Κιμπουρόπουλου
Η σχέση μου με τη Φυσική παιδιόθεν ήταν αθλία. Δεν νόγαγα. Το μόνο κομμάτι της που κάπως μου έγινε προσιτό ήταν η Μηχανική. Το οφείλω μάλλον σε έναν εξαίρετο φυσικό στο Γυμνάσιο που επέμενε να κάνει το μάθημα στο εργαστήριο και να προσπαθεί απεγνωσμένα να κεντρίσει το ενδιαφέρον των αεικίνητων εφήβων, με οπτική και απτική επαφή με τα αντικείμενα των πειραμάτων.
Κάπως έτσι, μας έδωσε μια φορά να περιεργαστούμε ένα μεταλλικό ελατήριο, για να μας μιλήσει για την αποθηκευμένη μηχανική ενέργεια, τη γραμμική ή γωνιακή του παραμόρφωση και τη δύναμη ή ροπή επαναφοράς με την οποία επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση. Δεν είμαι σίγουρος αν μας είχε μιλήσει και για τον νόμο του Χουκ και τη θεωρία της ελαστικότητας –και να μας είχε μιλήσει, δεν θα το θυμόμουν– αλλά θυμάμαι πως, αφότου περιεργαστήκαμε το ατσάλινο ελατήριο με τα άτσαλα χέρια μας, τις επόμενες μέρες κυκλοφόρησαν αρκετές μεταλλικές σούστες που παρέτειναν το πείραμα του εργαστηρίου και γέμιζαν τα χέρια και τα ρούχα μας γράσα. Αν και επρόκειτο για άχρηστα αμορτισέρ, στα χέρια μας επιβεβαίωναν σε γενικές γραμμές τη θεωρία του ελατηρίου: όταν σταματούσαμε να τους ασκούμε πίεση, επανέρχονταν στην αρχική τους κατάσταση. Αλλά όχι όλα. Κάποια έμεναν συμπιεσμένα. Είτε γιατί είχαν σπάσει, είτε γιατί είχαν οριστικά χάσει την ελαστικότητα λόγω «μηχανικής κόπωσης». Γι’ αυτό προφανώς τα είχαν πετάξει τα συνεργεία αυτοκινήτων, όσο πολύτιμα κι αν μας φαίνονταν εμάς. Η ανακύκλωση τότε ήταν άγνωστη λέξη, ζούσαμε στον πλανήτη της αστείρευτης αφθονίας, κι ας μην είχαμε ακόμη διαβάσει Γκάλμπρεϊθ.
Η σχέση μου με τη Φυσική παιδιόθεν ήταν αθλία. Δεν νόγαγα. Το μόνο κομμάτι της που κάπως μου έγινε προσιτό ήταν η Μηχανική. Το οφείλω μάλλον σε έναν εξαίρετο φυσικό στο Γυμνάσιο που επέμενε να κάνει το μάθημα στο εργαστήριο και να προσπαθεί απεγνωσμένα να κεντρίσει το ενδιαφέρον των αεικίνητων εφήβων, με οπτική και απτική επαφή με τα αντικείμενα των πειραμάτων.
Κάπως έτσι, μας έδωσε μια φορά να περιεργαστούμε ένα μεταλλικό ελατήριο, για να μας μιλήσει για την αποθηκευμένη μηχανική ενέργεια, τη γραμμική ή γωνιακή του παραμόρφωση και τη δύναμη ή ροπή επαναφοράς με την οποία επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση. Δεν είμαι σίγουρος αν μας είχε μιλήσει και για τον νόμο του Χουκ και τη θεωρία της ελαστικότητας –και να μας είχε μιλήσει, δεν θα το θυμόμουν– αλλά θυμάμαι πως, αφότου περιεργαστήκαμε το ατσάλινο ελατήριο με τα άτσαλα χέρια μας, τις επόμενες μέρες κυκλοφόρησαν αρκετές μεταλλικές σούστες που παρέτειναν το πείραμα του εργαστηρίου και γέμιζαν τα χέρια και τα ρούχα μας γράσα. Αν και επρόκειτο για άχρηστα αμορτισέρ, στα χέρια μας επιβεβαίωναν σε γενικές γραμμές τη θεωρία του ελατηρίου: όταν σταματούσαμε να τους ασκούμε πίεση, επανέρχονταν στην αρχική τους κατάσταση. Αλλά όχι όλα. Κάποια έμεναν συμπιεσμένα. Είτε γιατί είχαν σπάσει, είτε γιατί είχαν οριστικά χάσει την ελαστικότητα λόγω «μηχανικής κόπωσης». Γι’ αυτό προφανώς τα είχαν πετάξει τα συνεργεία αυτοκινήτων, όσο πολύτιμα κι αν μας φαίνονταν εμάς. Η ανακύκλωση τότε ήταν άγνωστη λέξη, ζούσαμε στον πλανήτη της αστείρευτης αφθονίας, κι ας μην είχαμε ακόμη διαβάσει Γκάλμπρεϊθ.

