Του Κώστα Σπαθαράκη
Ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, γύρω από τα προβλήματα της οικονομίας. Ωστόσο η οικονομία ως έννοια έχει πλέον απόλυτα ταυτιστεί με τρομακτικούς αριθμούς, με το ποσοστό της ύφεσης, το δημοσιονομικό έλλειμμα ως προς το ΑΕΠ, τις διαφορές στο κόστος δανεισμού και πάει λέγοντας. Η οικονομία δεν ανακαλεί καμία εικόνα· ακόμα και η τηλεόραση, όταν χρειάζεται να επενδύσει οπτικά τη νιοστή επανάληψη των μέτρων, αναζητά με αμηχανία ταμειακές μηχανές, μετρητές χαρτονομισμάτων, υπαλλήλους της εφορίας επί το έργον, χρηματιστηριακούς δείκτες, και φρεσκοκομμένα κέρματα. Μόνο κάποτε κάποτε εμφανίζονται επί σκηνής κάποια απομεινάρια της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής (κατά προτίμηση για να ντύσουν τη συζήτηση για τον κατώτατο μισθό): κάτι ταλαίπωρα σιδηρουργεία, κάτι ραπτομηχανές στη σειρά κ.ο.κ. Και όσο αποψιλώνεται η έννοια της οικονομίας, όσο γίνεται κάτι εντελώς αφηρημένο και γενικό, τόσο υπερεπενδύεται με προσδοκία, τόσο τονίζεται από κάθε πλευρά η ανάγκη της περιώνυμης «ανάπτυξης», μιας έννοιας που είναι πλέον στο στόμα κάθε Έλληνα, που υπερβαίνει τον διαχωρισμό μνημονιακών και αντιμνημονιακών, αλλά κατά παράδοξο τρόπο μένει ακόμη πιο κενή περιεχομένου και από την οικονομία.
Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΗ δείχνει σε ποιο βαθμό έχουν εξαφανιστεί από τον δημόσιο λόγο και τα πιο θεμελιώδη προβλήματα της παραγωγικής βάσης, και ακόμη πόσο έχει υποχωρήσει η λογική του σχεδίου και του σχεδιασμού, ακόμη και σε τομείς όπως η ενέργεια. Η ΔΕΗ, όπως και οι υπόλοιπες κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις, αντιμετωπίζεται απλώς ως σφηκοφωλιά κρατικοδίαιτων συνδικαλιστών, που πρέπει να αποκοπεί από τον κρατικό κορμό για να εξυγιανθεί. Από την πλευρά της αριστεράς, το ζήτημα φαίνεται να αφορά κυρίως την τιμολογιακή πολιτική: οι κακοί ιδιώτες παίρνουν την κρατική περιουσία, αυξάνουν τα τιμολόγια, πληρώνει ο λαός. Η ανικανότητα να εξειδικευτεί η πρόταση να αποτελέσουν οι κρατικές επιχειρήσεις «εργαλεία» ή «μοχλούς» ανάπτυξης, η αδυναμία να δοθεί μια πρακτική απάντηση στο πώς θα γίνει αυτό, προς ποια κατεύθυνση και με ποιους στόχους, διασφαλίζει την ιδεολογική ηγεμονία του αντιπάλου. Αυτοί ξέρουν.
Ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, γύρω από τα προβλήματα της οικονομίας. Ωστόσο η οικονομία ως έννοια έχει πλέον απόλυτα ταυτιστεί με τρομακτικούς αριθμούς, με το ποσοστό της ύφεσης, το δημοσιονομικό έλλειμμα ως προς το ΑΕΠ, τις διαφορές στο κόστος δανεισμού και πάει λέγοντας. Η οικονομία δεν ανακαλεί καμία εικόνα· ακόμα και η τηλεόραση, όταν χρειάζεται να επενδύσει οπτικά τη νιοστή επανάληψη των μέτρων, αναζητά με αμηχανία ταμειακές μηχανές, μετρητές χαρτονομισμάτων, υπαλλήλους της εφορίας επί το έργον, χρηματιστηριακούς δείκτες, και φρεσκοκομμένα κέρματα. Μόνο κάποτε κάποτε εμφανίζονται επί σκηνής κάποια απομεινάρια της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής (κατά προτίμηση για να ντύσουν τη συζήτηση για τον κατώτατο μισθό): κάτι ταλαίπωρα σιδηρουργεία, κάτι ραπτομηχανές στη σειρά κ.ο.κ. Και όσο αποψιλώνεται η έννοια της οικονομίας, όσο γίνεται κάτι εντελώς αφηρημένο και γενικό, τόσο υπερεπενδύεται με προσδοκία, τόσο τονίζεται από κάθε πλευρά η ανάγκη της περιώνυμης «ανάπτυξης», μιας έννοιας που είναι πλέον στο στόμα κάθε Έλληνα, που υπερβαίνει τον διαχωρισμό μνημονιακών και αντιμνημονιακών, αλλά κατά παράδοξο τρόπο μένει ακόμη πιο κενή περιεχομένου και από την οικονομία.
Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΗ δείχνει σε ποιο βαθμό έχουν εξαφανιστεί από τον δημόσιο λόγο και τα πιο θεμελιώδη προβλήματα της παραγωγικής βάσης, και ακόμη πόσο έχει υποχωρήσει η λογική του σχεδίου και του σχεδιασμού, ακόμη και σε τομείς όπως η ενέργεια. Η ΔΕΗ, όπως και οι υπόλοιπες κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις, αντιμετωπίζεται απλώς ως σφηκοφωλιά κρατικοδίαιτων συνδικαλιστών, που πρέπει να αποκοπεί από τον κρατικό κορμό για να εξυγιανθεί. Από την πλευρά της αριστεράς, το ζήτημα φαίνεται να αφορά κυρίως την τιμολογιακή πολιτική: οι κακοί ιδιώτες παίρνουν την κρατική περιουσία, αυξάνουν τα τιμολόγια, πληρώνει ο λαός. Η ανικανότητα να εξειδικευτεί η πρόταση να αποτελέσουν οι κρατικές επιχειρήσεις «εργαλεία» ή «μοχλούς» ανάπτυξης, η αδυναμία να δοθεί μια πρακτική απάντηση στο πώς θα γίνει αυτό, προς ποια κατεύθυνση και με ποιους στόχους, διασφαλίζει την ιδεολογική ηγεμονία του αντιπάλου. Αυτοί ξέρουν.
