Ως γνωστόν, η ερευνητική κοινότητα δε σε παίρνει στα σοβαρά αν δεν φέρεις αριθμούς, διαγράμματα και ποσοστά, αν δεν παρουσιάσεις δείκτες και τάσεις. Όλα αυτά στοιχειοθετούν, τεκμηριώνουν και αποδεικνύουν αυτό που ονομάζεται evidence-based research. Στην πραγματικότητα, πολύ συχνά πρόκειται για το ανάποδο: research-based evidence. Οι ερευνητές παίρνουν ορισμένες προϋποθέσεις και κατηγορίες ως δεδομένες, και ψάχνουν τα νούμερα που επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη έχουν μάθει να πιστεύουν. Πρώτα παίρνουν ως απαράλλακτο το συμπέρασμα και έπειτα βάζουν τα δεδομένα να παίξουν στο φόντο.
Του Νίκου Βράντση
Ο Μαρξ το έλεγε με ακρίβεια στο μοναδικό του κείμενο περί μεθόδου, στην εισαγωγή των Grundrisse, κριτικάροντας την κλασική πολιτική οικονομία, που κοιτούσε την κατηγορία «πληθυσμός» χωρίς να εξετάζει τις τάξεις που συνθέτουν αυτόν τον πληθυσμό, τις σχέσεις που διαπερνούν αυτές τις τάξεις. Δεν ήταν ενάντια στη χρήση της έννοιας «πληθυσμός», αλλά ενάντια στη δίχως κριτική εξέτασή της.
Η στατιστική είναι η γλώσσα των μεγάλων αριθμών, αλλά και των μεγάλων αποσιωπήσεων. Ετυμολογικά συγγενεύει με το κράτος (state): statistiké είναι η τέχνη της αποτύπωσης για λογαριασμό της κρατικής εξουσίας (βλ. Άρεντ, Η Ανθρώπινη Κατάσταση). Το ίδιο ισχύει για τους αυστηρούς ορισμούς, αποσιωπούν όπως οι μεγάλοι αριθμοί. Ο Νίτσε έγραφε πως «μόνο ό,τι δεν έχει ιστορία μπορεί να οριστεί». Οι ορισμοί παγώνουν τα πράγματα, τα ξεριζώνουν από τις μεταβολές τους, αποκρύπτουν την κίνηση που τα αποσαρθρώνει.
Στην έρευνα για τη στέγαση, η πίεση για «τεκμηρίωση» σπρώχνει πολλούς ερευνητές να ευθυγραμμιστούν με δείκτες και ποσοστά που δεν εξετάζονται κριτικά, αλλά λαμβάνονται ως δεδομένα. Όσο περισσότερο εμπιστευόμαστε αυτούς τους δείκτες, χωρίς να τους αποδομούμε, τόσο πιο τετριμμένα συμπεράσματα βγάζουμε, κι από τα τετριμμένα συμπεράσματα οδηγούμαστε σε αναποτελεσματικές ή επικίνδυνες πολιτικές.
