Το συγκλονιστικό απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο του Τάσου Μ. Ηλιαδάκη «Οι Επανορθώσεις και το Γερμανικό Κατοχικό Δάνειο» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πελασγός».
Όπως σηµειώνει ο Ε. Τσουδερός, «είχαµε µπη στον πόλεµο χωρίς καµµία προσυνεννοήση µε τους Συµµάχους, ούτε για τας απέναντί µας υποχρεώσεις των κατά τον πόλεµο,ούτε για τας εκ της νίκης ωφελείας µας…»1. Δηλαδή εντελώς αντίθετα µε την επιτήδεια ουδέτερη Τουρκία που µέχρι το τέλος του πολέµου παζάρευε την είσοδό της στον πόλεµο πότε µε τον Άξονα και πότε µε τους «συµµάχους». Εµείς αναλάβαµε, όπως υπογραµµίζει ο Γκαίµπελς, «να βγάλουµε τα κάστανα από τη φωτιά για λογαριασµό των Άγγλων». Ο γ. διευθυντής της UN RRA θα διαπιστώσει ότι οι καταστροφές υπήρξαν πρωτοφανείς2. Όµως το 1946 ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κ. Τσαλδάρης διατύπωνε «την βαθυτάτην απογοήτευσιν και αηδίαν του ελληνικού λαού δια την κακοµεταχείρισιν της Ελλάδος υπό των συµµάχων της»3.
Με τον νόµο 108/1941, της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου, το γερµανικό κράτος απαλλασσόταν από κάθε υποχρέωση αποζηµίωσης για τα εµπορεύµατα που είχε λεηλατήσει στο τελωνείο του Πειραιά. Τον επόµενο χρόνο, µε τον νόµο 1586/1942 η Ελλάδα αποζηµίωνε τους Γερµανούς υπηκόους, «διά πάσας τας λόγω των πολεµικών επιχειρήσεων… επί ελληνικού κρατικού εδάφους προξενηθείσας ή προξενουµένας έτι ζηµίας». Πληρώναµε αποζηµιώσεις αµέσως και τοις µετρητοίς επειδή µας λεηλατούσαν, επειδή µας στερούσαν την επόµενη ηµέρα. Επί 50 χρόνια µετά η Δηµοκρατική Γερµανία αρνιέται ακόµα και αυτά τα χρήµατα να µας επιστρέψει. Στις 22.10.1942 ο γ. διευθυντής του υπ. Οικονοµικών έγραφε σε έκθεσή του4. «Δεν έχοµε νόµισµα. Η παραγωγή διαρκώς πίπτει. Αι τιµαί υψώθησαν εις αφάνταστα επίπεδα. Λιµώττοµεν. Ασθενούµεν. Η θνησιµότης αυξάνει απειλητικώς. Εκφυλιζόµεθα βαθµιαίως, υλικώς τε και ηθικώς». Αυτή η Ελλάδα του λιµού, της απειλητικά αυξανόµενης θνησιµότητας και του εκφυλισµού, πίστωνε τους επιδροµείς της.
Όπως σηµειώνει ο Ε. Τσουδερός, «είχαµε µπη στον πόλεµο χωρίς καµµία προσυνεννοήση µε τους Συµµάχους, ούτε για τας απέναντί µας υποχρεώσεις των κατά τον πόλεµο,ούτε για τας εκ της νίκης ωφελείας µας…»1. Δηλαδή εντελώς αντίθετα µε την επιτήδεια ουδέτερη Τουρκία που µέχρι το τέλος του πολέµου παζάρευε την είσοδό της στον πόλεµο πότε µε τον Άξονα και πότε µε τους «συµµάχους». Εµείς αναλάβαµε, όπως υπογραµµίζει ο Γκαίµπελς, «να βγάλουµε τα κάστανα από τη φωτιά για λογαριασµό των Άγγλων». Ο γ. διευθυντής της UN RRA θα διαπιστώσει ότι οι καταστροφές υπήρξαν πρωτοφανείς2. Όµως το 1946 ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κ. Τσαλδάρης διατύπωνε «την βαθυτάτην απογοήτευσιν και αηδίαν του ελληνικού λαού δια την κακοµεταχείρισιν της Ελλάδος υπό των συµµάχων της»3.
Με τον νόµο 108/1941, της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου, το γερµανικό κράτος απαλλασσόταν από κάθε υποχρέωση αποζηµίωσης για τα εµπορεύµατα που είχε λεηλατήσει στο τελωνείο του Πειραιά. Τον επόµενο χρόνο, µε τον νόµο 1586/1942 η Ελλάδα αποζηµίωνε τους Γερµανούς υπηκόους, «διά πάσας τας λόγω των πολεµικών επιχειρήσεων… επί ελληνικού κρατικού εδάφους προξενηθείσας ή προξενουµένας έτι ζηµίας». Πληρώναµε αποζηµιώσεις αµέσως και τοις µετρητοίς επειδή µας λεηλατούσαν, επειδή µας στερούσαν την επόµενη ηµέρα. Επί 50 χρόνια µετά η Δηµοκρατική Γερµανία αρνιέται ακόµα και αυτά τα χρήµατα να µας επιστρέψει. Στις 22.10.1942 ο γ. διευθυντής του υπ. Οικονοµικών έγραφε σε έκθεσή του4. «Δεν έχοµε νόµισµα. Η παραγωγή διαρκώς πίπτει. Αι τιµαί υψώθησαν εις αφάνταστα επίπεδα. Λιµώττοµεν. Ασθενούµεν. Η θνησιµότης αυξάνει απειλητικώς. Εκφυλιζόµεθα βαθµιαίως, υλικώς τε και ηθικώς». Αυτή η Ελλάδα του λιµού, της απειλητικά αυξανόµενης θνησιµότητας και του εκφυλισµού, πίστωνε τους επιδροµείς της.
