Ο ποιητής, στιχουργός και συγγραφέας Μάνος Ελευθερίου μιλά για την πίστη και όσα τον συγκινούν. «Μικρός βρήκα ένα βιβλίο της γιαγιάς μου με ψαλμούς. Το έμαθα απέξω. Τόσο μου άρεσε!» λέει
Δύσκολα μπορεί να βρεθεί κάποιος που να μην έχει σιγοτραγουδήσει τους στίχους που έχει γράψει ο κ. Μάνος Ελευθερίου σε κάποια από τα σημαντικότερα ελληνικά τραγούδια. Ποιητής, στιχουργός, συγγραφέας και εικονογράφος, ο Μάνος Ελευθερίου είναι μια χαρισματική και πολυσχιδής προσωπικότητα. Βραβεύτηκε το 2005 με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και το 2013 από την Ακαδημία Αθηνών για τη συνολική προσφορά του. Συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τους συνθέτες Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Μαρκόπουλο, Σταύρο Κουγιουμτζή, Γιάννη Σπανό, ενώ έχει γράψει στίχους για πάνω από 400 τραγούδια! Πριν από λίγες μέρες εξέδωσε το νέο βιβλίο του με τον τίτλο «Φαρμακείον Εκστρατείας».
Ανατρέχοντας στις παιδικές σας μνήμες στην όμορφη και με μεγάλη αστική παράδοση Σύρο, θα θέλαμε να μας πείτε ποια ήταν η πρώτη επαφή σας με το περιβάλλον αλλά και με το πνεύμα της εκκλησιαστικής παράδοσης.
Στη Σύρο, όπου γεννήθηκα και έμεινα έως τα 15 μου χρόνια, κάποια ημέρα έπεσε στα χέρια μου ένα εξαίσιο βιβλίο, το οποίο ανήκε στη γιαγιά μου, και απορώ πώς επέζησε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γεμάτο με εκκλησιαστικά κείμενα. Ονομαζόταν «Ωρολόγιον το Μέγα». Αυτό περιλάμβανε ψαλμούς, τον Ακάθιστο Υμνο αλλά και το πρόγραμμα της εκκλησίας κ.ά. Ηταν μια πολύ καλή έκδοση του 19ου αιώνα, με στοιχεία δωδεκάρια, από την οποία οι πρώτες σελίδες είχαν αφαιρεθεί, δυστυχώς. Δεν μείωνε όμως αυτό καθόλου το ότι ήταν ένα εκπληκτικό βιβλίο. Μου άρεσε τόσο πολύ και γι' αυτό κάθισα και το έμαθα όλο απέξω! Μάλιστα, αργότερα, σε μεγαλύτερη, βέβαια, ηλικία, όταν πήγαινα σε εκκλησίες, άκουγα πάλι όλα όσα είχα διαβάσει και τα ξαναθυμόμουν! Αργότερα το έχασα αυτό το βιβλίο. Δεν είχα τη δυνατότητα να πιάσω στα χέρια μου άλλα παιδικά βιβλία, αφού εκείνα τα χρόνια δεν κυκλοφορούσε στα βιβλιοπωλεία της επαρχίας μεγάλος αριθμός βιβλίων. Επομένως, ήταν μια λύση να κρατήσω με ζέση και να αγαπήσω αυτό το βιβλίο. Είχα, έτσι, τη δυνατότητα επαφής όχι τόσο με το θείο, αλλά με μια γλώσσα που δεν γνώριζα -όπως ήταν η καθαρεύουσα- καθώς και με την ποίηση.