Του Σπύρου Κουτρούλη
Τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας υστερικής επίθεσης κατά του Στρατηγού Μακρυγιάννη, η οποία υπερέβη την απλή φιλοσοφική-φιλολογική κριτική στον ίδιο ή και στον Γ. Σεφέρη. Η ασυνήθιστη και ακατανόητη αυτή επίθεση δεν συναντάται σε αυτή την έκταση και σε αυτό το πάθος σε κανέναν άλλο από τους αγωνιστές του ’21.
Μετά την ανακάλυψη των απομνημονευμάτων του από τον Ι. Βλαχογιάννη, ακολούθησε ένα πλήθος σημαντικές μελέτες εκ των οποίων οι σημαντικότερες υπήρξαν του Γ. Σεφέρη, του Γ. Θεοτοκά και του Ζ. Λορεντζάτου. Μέχρι πριν λίγα χρόνια υπήρξε κοινό σημείο αναφοράς των δημοτικιστών, της γενιάς του ‘30, της εκκλησίας, των φιλελεύθερων αντιμοναρχικών που ανακάλυπταν έναν πρώιμο επικριτή της μοναρχίας και της αριστεράς, που στα πάθη του έβρισκε ομοιότητες με τα πάθη των δικών της αγωνιστών. Ο Γ. Σεφέρης στο «Πολιτικό Ημερολόγιο» γράφει ότι η ομιλία του στο Κάιρο για τον Μακρυγιάννη αντιμετωπίστηκε εχθρικά από μοναρχικούς κύκλους[1].
Η σημερινή επίθεση αφενός έχει ως αφετηρία την καχυποψία και την περιφρόνηση προς τον λαό, αφού σκόπιμα συγχέουν κάθε αναφορά σε αυτόν με τον λαϊκισμό και αφετέρου την αντιπαράθεση με τις αξίες για τις οποίες ο Μακρυγιάννης θυσιάστηκε, δηλαδή την ελευθερία της πατρίδας και την ελευθερία της πίστης. Θεμελιώνεται σε παραδοξολογίες, που αγνοούν ή παρερμηνεύουν τα κείμενα και την ιστορική πραγματικότητα.












