Του Νίκου Μωραϊτη
Αδιαμφισβήτητα εντός των δυτικών κοινωνιών έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια μία συζήτηση για το τι είναι καταπίεση. Σε αντίθεση με το 60’ και το 70’ όπου η συζήτηση για το τι συνιστά καταπίεση αντιμετωπιζόταν από την αυλή της αστικής τάξης ως κομμουνιστική προπαγάνδα πλέον έχουμε και μία εναλλακτική αντιμετώπιση. Η καταπίεση έχει γίνει βασικά ποπ, και οι συζητήσεις για το περιεχόμενό της οργανώνεται από τις κατεξοχήν φωνές της αστικής τάξης (τους πολιτικούς, τα ΜΜΕ και το κράτος της). Η φαντασία για το περιεχόμενο της καταπίεσης είναι ανεξάντλητο: ομοφοβία, μισογυνισμός, τρανσφοβία, χονδροφοβία, ηλικιασμός, ρατσισμός, σπησισμός κα.
Αυτή η προπαγάνδα δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα στη κοινωνία. Πολλοί αριστεροί θεωρούν ότι πρόκειται για ένα προοδευτικό κύμα, το οποίο πρέπει και η αριστερά να προλάβει για να μην περιθωριοποιηθεί. Άλλωστε η ενσυναίσθηση για τον αδύναμο θεωρείται γενικώς αριστερή. Αδυνατούν όμως να καταλάβουν ότι τα δικά τους συνθήματα για κοινωνική δικαιοσύνη δεν έχουν καμία σχέση με το παραπάνω κλίμα που δημιουργεί η αστική προπαγάνδα. Η τελευταία δεν σκοπεύει να ενώσει τον κόσμο, αλλά να τον χωρίσει υπό άπειρα τεχνητά πολιτισμικά φράγματα. Αξιοποιεί υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα, όχι όμως για να τα λύσει, αλλά για να γεμίσει με όλο και περισσότερο μίσος τα αντιμαχόμενα μέρη. Η ίδια λογική του διαίρει και βασίλευε εφαρμόζεται από τη Δύση, είτε όταν σπάει το Ιράκ σε ένα κουρδικό, ένα σιιτικό και ένα σουνιτικό κομμάτι, είτε όταν βάζει πυρίτιδα στη σχέση γυναίκας-άντρα, στρέητ και ομοφυλόφιλων, μικρών και μεγάλων κλπ.
Αυτή η κατάσταση οδηγεί τους μισούς να θεωρούν τους άλλους μισούς φασίστες. Ο φασισμός έχει σχετικοποιηθεί σε σεξισμό, μισαναπηρισμό κα, με αποτέλεσμα οποιοσδήποτε δεν καλύπτει τη πολιτική ορθότητα να ονοματίζεται φασίστας, πράγμα που ενέχει επικίνδυνες πολιτικές συνέπειες. Ταυτόχρονα αυτή η νέα Ιερά εξέταση βάζει όσους έτυχε να έχουν κάποιο «προνόμιο» να υποφέρουν από ένα μόνιμο άγχος μήπως φέρονται σαν δυνάστες. Είναι σαν η ανθρωπότητα να επέστρεψε στον Μεσαίωνα, σε μία κατάσταση μόνιμης μετάνοιας και ενοχών για τις αμαρτίες μας, υπό τις ευλογίες πάντοτε μίας νέας Μεταμοντέρνας Ιεράς Εξέτασης.


