Του Δημήτρη Μάρτου
Ακόμη και σήμερα δεν λείπουν οι Βρετανοί διανοούμενοι και πολιτικοί, που ψάχνουν απεγνωσμένα λόγους για να δικαιολογήσουν την πράξη της αρπαγής και κατακράτησης ελληνικών μνημείων στο Λονδίνο. 36 σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής και πανεπιστημιακής κοινότητας του Ηνωμένου Βασιλείου υπέγραψαν μια επιστολή (11-7-2025), με την οποία προσπαθούν να εμποδίσουν τις συνομιλίες για την «επανένωση» των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Θεωρούν αυτές τις συνομιλίες «διαστρέβλωση της πορείας της ιστορίας για πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους», ότι η «απομάκρυνση των Μαρμάρων από την Αθήνα έγινε για συγκεκριμένους πολιτιστικούς λόγους τους οποίους έχουμε καθήκον να σεβαστούμε και να κατανοήσουμε», ότι δεν αναγνωρίζουν τις έρευνες και τις δημοσκοπήσεις που ζητούν την επιστροφή των Γλυπτών και ακόμη ότι «η μυστικότητα των διαπραγματεύσεων ενδέχεται να συνιστά παραβίαση των θεσμικών καθηκόντων που οι επίτροποι των μουσείων οφείλουν προς το κοινό».
Εν κατακλείδι, καλούν την Κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ και το ΔΣ του Βρετανικού Μουσείου «να αναστείλουν κάθε συζήτηση περί μεταβίβασης, μόνιμου δανεισμού ή αποδέσμευσης των Μαρμάρων του Έλγιν μέχρι να πραγματοποιηθεί πλήρης δημόσια επανεξέταση».
Αν και η λεγόμενη «Συμφωνία του Παρθενώνα» στηρίζεται στη λογική του δανεισμού των Γλυπτών στην Ελλάδα, με ταυτόχρονο δανεισμό άλλων αρχαιοτήτων από την Ελλάδα στο Βρετανικό Μουσείο, οι «36» διαφωνούν ακόμη και σε αυτήν την «κατευναστική», εκτονωτική και μάλλον εκφυλιστική, για το δίκαιο της επιστροφής, συμφωνία των δανειστικών ανταλλαγών.


