Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου
Το μέλλον είναι μέγεθος αντιστρόφως ανάλογο του παρελθόντος σου. Οσο περισσότερο έχεις συσσωρεύσει από το δεύτερο, τόσο λιγότερο σε απασχολεί το πρώτο. Οταν έχεις καταναλώσει άνω των 2/3 του προσδόκιμου επιβιώσεως, σε ενδιαφέρει πολύ το αν θα υπάρχει συνταξιοδοτικό σύστημα το 2037, αλλά ελάχιστα το πόσο θα έχει ρομποτοποιηθεί η εργασία.
Παρ’ όλα αυτά, μόνο οι άνθρωποι που έχουν πίσω τους αρκετό παρελθόν μπορούν να αντιληφθούν την τεράστια απόσταση που έχει διανυθεί μεταξύ 20ού και 21ου αιώνα.
Οι γιαγιάδες κι οι παππούδες μας γεννήθηκαν σαν άνθρωποι της γης προορισμένοι να ζήσουν κυρίως από την καλλιέργειά της. Οι όροι ζωής τους δεν διέφεραν δραματικά από τους ανθρώπους της προϊστορικής γεωργικής επανάστασης. Οι γονείς μας συσσωρεύτηκαν στις πόλεις για να γίνουν εργάτες ή υπάλληλοι, δουλεύοντας στις συνθήκες μιας -ανολοκλήρωτης στα ελληνικά δεδομένα- βιομηχανικής επανάστασης. Εμείς -του ’60 οι εκδρομείς- ζήσαμε την παράξενη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή τεχνολογία, κυρίως ως καταναλωτές, λιγότερο ως παραγωγοί. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα ζήσουν σ’ ένα περιβάλλον στο οποίο όλες οι τεχνολογίες συντίθενται σε ένα αυτοματοποιημένο όλον που θολώνει τα όρια ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό, το βιολογικό και το ψηφιακό, το ανθρώπινο και το ρομποτικό.
Το μέλλον είναι μέγεθος αντιστρόφως ανάλογο του παρελθόντος σου. Οσο περισσότερο έχεις συσσωρεύσει από το δεύτερο, τόσο λιγότερο σε απασχολεί το πρώτο. Οταν έχεις καταναλώσει άνω των 2/3 του προσδόκιμου επιβιώσεως, σε ενδιαφέρει πολύ το αν θα υπάρχει συνταξιοδοτικό σύστημα το 2037, αλλά ελάχιστα το πόσο θα έχει ρομποτοποιηθεί η εργασία.
Παρ’ όλα αυτά, μόνο οι άνθρωποι που έχουν πίσω τους αρκετό παρελθόν μπορούν να αντιληφθούν την τεράστια απόσταση που έχει διανυθεί μεταξύ 20ού και 21ου αιώνα.
Οι γιαγιάδες κι οι παππούδες μας γεννήθηκαν σαν άνθρωποι της γης προορισμένοι να ζήσουν κυρίως από την καλλιέργειά της. Οι όροι ζωής τους δεν διέφεραν δραματικά από τους ανθρώπους της προϊστορικής γεωργικής επανάστασης. Οι γονείς μας συσσωρεύτηκαν στις πόλεις για να γίνουν εργάτες ή υπάλληλοι, δουλεύοντας στις συνθήκες μιας -ανολοκλήρωτης στα ελληνικά δεδομένα- βιομηχανικής επανάστασης. Εμείς -του ’60 οι εκδρομείς- ζήσαμε την παράξενη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή τεχνολογία, κυρίως ως καταναλωτές, λιγότερο ως παραγωγοί. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα ζήσουν σ’ ένα περιβάλλον στο οποίο όλες οι τεχνολογίες συντίθενται σε ένα αυτοματοποιημένο όλον που θολώνει τα όρια ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό, το βιολογικό και το ψηφιακό, το ανθρώπινο και το ρομποτικό.


