Πόσο πόνο χωρά και μπορεί να κουβαλήσει η ανθρώπινη ψυχή; Όταν δε, πρόκειται για την ψυχή ενός αθώου παιδιού που αντίκρισε κατάματα τη μεγαλύτερη απώλεια, τους δύο γονείς του νεκρούς από το χέρι των ναζί; Πώς είναι να κουβαλά κάποιος για όλη τη ζωή του τις εικόνες των νεκρών γονιών του σαν τις πρώτες εικόνες που μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη;
Ο 78χρονος, πλέον Αργύρης Σφουντούρης, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων με αφορμή τη συμπλήρωση εβδομήντα τεσσάρων χρόνων από τη σφαγή του Διστόμου, στις 10 Ιουνίου του 1944, ξετυλίγει καρέ- καρέ το κουβάρι των αναμνήσεών του από τα συγκλονιστικά γεγονότα που έζησε ως παιδάκι τεσσάρων χρονών και στέλνει το μήνυμα στους νέους, να ασχολούνται με τα κοινά και να μην ξεχνούν το παρελθόν.
Η πρώτη εικόνα που μας εκμυστηρεύεται είναι αυτή του πατέρα του να κείτεται νεκρός πάνω στη βρύση έξω από το σπίτι τους στο Δίστομο, και συνεχίζει με τη στιγμή που αντίκρισε τη μάνα του νεκρή πάνω σε ένα κάρο.
Αφού μιλά για τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν για τον ίδιο και τις αδερφές του μετά τη σφαγή, εξομολογείται πως σήμερα δεν αισθάνεται το μίσος που αισθανόταν μικρός. «Έπαψα να έχω μια ομαδική στάση απέναντι στους Γερμανούς, υπάρχουν άνθρωποι που τους εκτιμώ γιατί μας υποστηρίζουν, αλλά τα βλέπω αμερόληπτα, χωρίς φανατισμό» σημειώνει.

