Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΥΒΑΣ Σ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΥΒΑΣ Σ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

“Καταστροφές και Θρίαμβοι”: Ένας αντίλογος – Περίοδος 1821-1830

Του Βασίλη Ασημακόπουλου

Οι επέτειοι προσφέρονται για απολογισμούς. Η συμπλήρωση 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 και 100 χρόνων από το 1922, τα πλέον κρίσιμα χρονικά ορόσημα της σύγχρονης ιστορίας του μακραίωνου ελληνικού έθνους, αποτελούν “στιγμές” που καλούν σε αναστοχασμούς. Ακόμα και αυτή η παραδοχή είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού της σημασίας των συγκεκριμένων γεγονότων με όρους αντικειμενικούς, αλλά και υποκειμενικής πρόσληψης της πραγματικότητας, όπως αυτή διαμορφώνεται. Το πώς τοποθετούμαστε στο χώρο και το χρόνο, ως συλλογική αυτοκατανόηση.

Οι αναστοχασμοί αυτοί δεν είναι ουδέτεροι και δεν αφορούν (μόνο) το παρελθόν. Αποτελούν δυναμικά σχήματα ερμηνείας, που αφορούν το παρόν και το μέλλον, με συγκεκριμένη οπτική, ιδεολογικό, πολιτικό και κοινωνικό πρόσημο. Γι’ αυτό και συνιστούν επίδικο. Όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του εμβληματικού βιβλίου του Tony Judt, “Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο” (Αλεξάνδρεια, 2012), παραθέτοντας ένα ανέκδοτο της σοβιετικής περιόδου: Ένας ακροατής τηλεφωνά στο “Ραδιόφωνο της Αρμενίας” και ρωτάει: «Είναι δυνατό να προβλέψουμε το μέλλον ;» Απάντηση: «Ναι. Κανένα πρόβλημα. Ξέρουμε ακριβώς πώς θα είναι το μέλλον. Το πρόβλημά μας είναι το παρελθόν: Αυτό είναι που αλλάζει συνέχεια».

Η σειρά επτά επεισοδίων του τηλεοπτικού σταθμού Σκάι, με τίτλο “Καταστροφές και Θρίαμβοι”, από το ομότιτλο βιβλίο του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Στάθη Καλύβα, που είναι και ο επιστημονικά υπεύθυνος αλλά και παρουσιαστής της εκπομπής, δεν ήταν προφανώς απαλλαγμένη από τις ανωτέρω παραδοχές.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Όταν ο Στάθης Καλύβας ξεπέρασε σε εθνομηδενισμό τον Αντώνη Λιάκο

Του Γιώργου Καραμπελιά

Η υπέρβαση της παλιάς διχοτομίας μεταξύ ελληνικού έθνους και κράτους μπορεί να είχε δύο πιθανές απαντήσεις. Η μία θα ήταν η σύμπτωση επιτέλους των ελίτ και του λαϊκού σώματος γύρω από ένα πρόταγμα ανάταξης και αναβάθμισης του Ελληνισμού ως έθνους-κράτους πλέον, όπως είχε εν μέρει συμβεί από τα τέλη του 19ου αιώνα, μέχρι τη μεγάλη εθνική εξόρμηση του 1912-1920.

Η δεύτερη θα ήταν, αντίθετα, η ολοκληρωτική εγκατάλειψη του έθνους και της εθνικής διάστασης. Στην πρόσφατη ιστορία μας, ψήγματα της πρώτης απάντησης θα διαφανούν κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, μέχρι το 1989 περίπου, ενώ κατά τη δεύτερη μεταπολιτευτική περίοδο θα επικρατήσει συντριπτικά η δεύτερη επιλογή.

Οι ελίτ θα αναπαράγονται όχι πλέον σε σύνδεση, έστω και ανταγωνιστική με το λαϊκό σώμα, αλλά θα αναπαράγονται χωριστικά και θα απογειωθούν φαντασιακά και υλικά από την ελληνική πραγματικότητα. Για τις πολιτικές ελίτ, το ελληνικό έθνος-κράτος έχει ήδη μεταβληθεί σε μια επαρχία των Βρυξελλών και κατά συνέπεια έχει πάψει να υπάρχει ως έθνος. Αυτό εξέφραζε ιδεολογικά ο εθνομηδενισμός της πνευματικής και καλλιτεχνικής ελίτ.

Γι’ αυτό, πλέον, η αναπαραγωγή των ελίτ δεν θα γίνεται μέσω του όποιου θεσμικού, γλωσσικού, ή καταγωγικού, ή ακόμα και ταξικού διαφορισμού, αλλά μέσω της διαμόρφωσης μιας κοινής εθνομηδενιστικής "βουλγκάτας", κυρίαρχης στα ΜΜΕ, την εκπαίδευση, τα Πανεπιστήμια, τους εκδοτικούς οίκους, τις ΜΚΟ, τον καλλιτεχνικό χώρο. Όσο για το έθνος, αυτό εκχωρείται σε μια ακαθόριστη "λαϊκιστική" πλειοψηφία που, παρά την επιμονή της στην παράδοση και τη θρησκεία, παραμένει υποτελής και εξαρτημένη από την κυρίαρχη εθνομηδενιστική ελίτ.