Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο, διάφοροι στην
Αθήνα νόμισαν ότι η εγκατάλειψη της θα χορτάσει το τουρκικό θηρίο, αλλά έπεσαν
έξω. Μεσολάβησαν δεκαετίες εδραίωσης της κατοχής, με τον τουρκικό επεκτατισμό
να προχωρεί βήμα-βήμα, με κορύφωση των παρανομιών στην Κυπριακή ΑΟΖ, στην
ελληνική κυριαρχία νησιών στο Αιγαίο, με το «Τουρκολυβικό Μνημόνιο» που
ακρωτηριάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας-Κύπρου στην Αν. Μεσόγειο κι ένα
μπαράζ άλλων παρανομιών κι απειλών. Ενώπιον τέτοιου ωμού επεκτατισμού, οι
εγχώριες πλαδαρές θεωρίες δεκαετιών βούλιαξαν και η Αθήνα εμφανίστηκε τα
τελευταία χρόνια να συνειδητοποιεί εκείνο που η πλειονότητα των πολιτών
υποδείκνυε. Ο τουρκικός επεκτατισμός δεν αντιμετωπίζεται με «προσαρμογές» προς
τα πίσω αλλά με πανεθνική αποτρεπτική στρατηγική στηριγμένη στον ορθολογισμό
της οικονομικής, διπλωματικής και προπάντων της αμυντικής ισχύος κι
ετοιμότητας.
Σε όλο το διάστημα, η Τουρκία επέμενε σε «διμερείς διαφορές» και «διάλογο», ενώ η Αθήνα κατόπιν μιας εκστρατείας διεθνώς και την ΕΕ, με την στήριξη όλων μας, προέβαλε την ουσία του προβλήματος ως παραβίαση των αρχών της ΕΕ και του Διεθνούς Δικαίου, με αποτέλεσμα ανάλογες καταδικαστικές αποφάσεις και ψηφίσματα. Μόλις τον Ιανουάριο του 2023, με πρωτοβουλία μου συμπεριλήφθηκε αναφορά στην Έκθεση για την Ευρωπαϊκή Κοινή Άμυνα και Ασφάλεια, που καλεί τα κράτη-μέλη να επιβάλουν απαγόρευση πώλησης όπλων στην Τουρκία και καταδικάζεται η τουρκική συμπεριφορά στην Αν. Μεσόγειο και το «Τουρκολυβικό Μνημόνιο». Η στήριξη από ΗΠΑ, ΕΕ, Γαλλία και άλλους, δημιούργησε ένα ευνοϊκό περιβάλλον υπέρ Ελλάδας-Κύπρου και πάγωσε τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Εξού, υποδεικνύαμε φορτικά ότι το στρατηγικό κενό στις ευρωτουρκικές σχέσεις πρέπει να διαμορφωθεί τώρα με πρωτοστάτες Αθήνα και Λευκωσία.

.jpg)