Του Σταύρου Πνευματικάκη
Οι αλλαγές των τελευταίων ετών στον τομέα της ενέργειας, με κύρια αφορμή τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, είναι ιδιαιτέρως σημαντικές. Η μείωση της χρήσης των ορυκτών καυσίμων, η παράλληλη αύξηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και η όλο και ευρύτερη χρήση του φυσικού αερίου, μαζί με την τάση εξηλεκτρισμού σε όλο και μεγαλύτερο φάσμα δραστηριοτήτων (θέρμανση χώρων, αυτοκίνηση, κ.λπ.), χαρακτηρίζουν σε μεγάλο βαθμό αυτή την πορεία.
Σε κατάσταση χαζοχαρούμενης ευφορίας, η κυβέρνηση υπερθεματίζει στο λεγόμενο «πρασίνισμα» του ενεργειακού μείγματος της χώρας, επιταχύνοντας το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων σε Μεγαλόπολη και Πτολεμαΐδα. Παράλληλα, αμφιλεγόμενα μηνύματα στέλνονται σχετικά με την αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου της χώρας, μία με τις δηλώσεις Δένδια στη Σαουδική Αραβία, αλλά κυρίως με την κωλυσιεργία στην έκδοση των απαραίτητων αδειών στα υπό παραχώρηση οικόπεδα. Το τελευταίο είναι και ο βασικός λόγος της πρόσφατης αποχώρησης της ισπανικής REPSOL από όλες τις παραχωρήσεις της, ενώ αντίστοιχα το ίδιο σκέφτονται τα ΕΛΠΕ και οι υπόλοιπες εταιρείες που εμπλέκονται (TOTAL, EXXON, κ.λπ.).
Η χρήση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, με παράλληλη μείωση της χρήσης λιγνίτη και (μεγάλων) υδροηλεκτρικών.
Αυτό οδήγησε σε νέο ρεκόρ κατανάλωσης (άρα και εισαγωγών) Φ.Α. για το 2020, που έφτασαν τις 63,1 εκατ. μεγαβατώρες (MWh) ή αλλιώς τα 5,48 δισ. κ.μ., εκ των οποίων το 65% καταναλώθηκε στην ηλεκτροπαραγωγή και μόλις το 16% στη βιομηχανία. Αυτή η τάση δείχνει να συνεχίζεται, καθώς τον φετινό Μάρτιο η κατανάλωση Φ.Α. παρουσίασε αύξηση 18% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2020.


