Της Χρύσας Κακατσάκη
«Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν, να βγουν έξω σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος η Άνοιξη».
Αυτοί οι νέοι με τα αρυτίδωτα βλέμματα που πριν 3-4 μήνες με μουσικές και τραγούδια διεκδικούσαν το μέλλον τους, μια ματωμένη μέρα του Μάρτη βγήκαν ξανά απ’ τα σπίτια τους να διεκδικήσουν τις ζωές τους. Αυτοί οι νέοι, που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια με μνημόνια και την εφηβεία με πανδημία, «πήραν αμίλητοι τους δρόμους κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς».
Σ’ αυτούς τους νέους που τους κουνούσατε το δάχτυλο πως ξεσαλώνουν στα κορονοπάρτι «έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα».
Αυτοί οι νέοι με μάτια πρησμένα από το κλάμα, που τους έλεγαν απολιτίκ και αδιάφορους, βροντοφώναξαν πως θα πάρουν τα όνειρα εκδίκηση για κάθε εξαϋλωμένο συνομήλικό τους.
Αυτοί οι νέοι κοκκινίζουν που δεν μπόρεσαν να σώσουν περισσότερους επιβάτες, όταν οι υπεύθυνοι κατοικούν μέσα στο ανερυθρίαστο.


