Του Γιώργου Τσοχαλή
Αν η καθημερινότητα εξελισσόταν απολύτως νομοτελειακά, με συνέπεια στη σχέση αιτίου-αιτιατού, τις μεταβολές στην εργατική νομοθεσία και την αύξηση της ανεργίας θα διαδεχόταν μια νέα ρητορική. Μια ρητορική που θα αναδείκνυε ως εξίσου σημαντικές την αξίωση αφενός για την εξασφάλιση μιας θέσης απασχόλησης, αφετέρου δε για την ποιότητα αυτής της απασχόλησης με συνεκδοχικές αναφορές στην αναγκαιότητα κατοχύρωσης ενός αξιοπρεπούς κατώτατου μισθού, της ομαλής εξέλιξης της εργασιακής σχέσης, του σεβασμού της προσωπικότητας του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας.
Κι όμως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των τελευταίων ετών είναι η απουσία ουσιαστικού διαλόγου και προβληματισμού γύρω από τα θεμελιακά αυτά ζητήματα της κρίσης. Η κριτική στα ζητήματα της σημερινής κατάστασης είναι ανερμάτιστη, αναιμική, εξικνούμενη μέχρι μιαν εφ’ όλης της ύλης κρίση επί του συνολικού κοινωνικού-πολιτικού πλαισίου.
Αν η καθημερινότητα εξελισσόταν απολύτως νομοτελειακά, με συνέπεια στη σχέση αιτίου-αιτιατού, τις μεταβολές στην εργατική νομοθεσία και την αύξηση της ανεργίας θα διαδεχόταν μια νέα ρητορική. Μια ρητορική που θα αναδείκνυε ως εξίσου σημαντικές την αξίωση αφενός για την εξασφάλιση μιας θέσης απασχόλησης, αφετέρου δε για την ποιότητα αυτής της απασχόλησης με συνεκδοχικές αναφορές στην αναγκαιότητα κατοχύρωσης ενός αξιοπρεπούς κατώτατου μισθού, της ομαλής εξέλιξης της εργασιακής σχέσης, του σεβασμού της προσωπικότητας του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας.
Κι όμως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των τελευταίων ετών είναι η απουσία ουσιαστικού διαλόγου και προβληματισμού γύρω από τα θεμελιακά αυτά ζητήματα της κρίσης. Η κριτική στα ζητήματα της σημερινής κατάστασης είναι ανερμάτιστη, αναιμική, εξικνούμενη μέχρι μιαν εφ’ όλης της ύλης κρίση επί του συνολικού κοινωνικού-πολιτικού πλαισίου.
