Του Μιχάλη Μερακλή από το Άρδην τ. 93 που κυκλοφορεί με αφιέρωμα στο λαϊκό θέατρο σκιών
Ο λαϊκός καραγκιοζοπαίχτης (ο προσδιορισμός του λαϊκού είναι μάλλον περιττός, γιατί ο κανονικός καραγκιοζοπαίκτης είναι αυτονόητα λαϊκός), με την άσφαλτη γνώση της τέχνης του, εμπλουτισμένη από την άμεση επαφή με το κοινό του, το οποίο, όπως έδειξε ο Βάλτερ Πούχνερ, είχε αναδειχθεί σε συμπαραγωγό και συνδημιουργό των παραστάσεων, ο καραγκιοζοπαίκτης λοιπόν είχε καταλάβει πως οι διάφορες φιγούρες του θιάσου του που παρίσταναν διάφορους τύπους, για να είναι ιδιαίτερα πειστικές, έπρεπε να μιλούν και διαφορετική γλώσσα η καθεμιά. Έτσι, χάρη και στο διαφορετικό λόγο τους, διατυπώνεται με επιτυχία η δουλοπρέπεια, αλλά και ο καιροσκοπισμός του Χατζηαβάτη, η χωρική αμεσότητα του Μπαρμπαγιώργου, η μειξοβάρβαρη σκαιότητα του Βεληγκέκα, η (ψευτο)μαγκιά του Σταύρακα, η ζακυνθινή ιδιορρυθμία του σιορ Διονυσίου κ.λπ. Ας δώσω μερικά ελάχιστα δείγματα.
Εν πρώτοις μια στιχομυθία μεταξύ Καραγκιόζη και Χατζηαβάτη (από «το Γάμο του Μπαρμπαγιώργου» και τον «Καραγκιόζη νύφη», του Μάρκου Ξάνθου): «Χ.: Έλα έξω, Καραγκιόζη. Λεπτά… Κ. (εξερχόμενος): Λεπτά, πού είναι τα λεπτά; […]. Χ.: Θα πάρεις λεπτά και πολλά μάλιστα. Αλλά θα κάνεις μια δουλειά. Άκου, Καραγκιόζη μου. Ο θείος σου ο Μπαρμπαγιώργος επήγε στο σπίτι του Σελήμ μπέη διά να ιδεί την κόρη. Λοιπόν, η κόρη, Καραγκιόζη, τον είδε και δεν τον θέλει με κανένα τρόπο. Αλλά ο Μπαρμπαγιώργος θέλει να την πάρει διά της βίας. Ο μπέης θέλει να τον ξεφορτωθεί. Λοιπόν, απεφάσισε να παίξει ένα παιχνίδι – δηλαδή να ντύσει έναν άνδρα νύφη να τον δώσει στον Μπαρμπαγιώργο. Κ.: Φίνα, Χατζατζάρη, φίνα. Αλλά είμαι περίεργος να ιδώ, ποιος θα ντυθεί νύφη. […] Χ.: Ξεύρεις, Καραγκιόζη μου, πενήντα λίρες είναι αυτές, δεν είναι αστεία… Κ.: Μωρέ, ούλο λίρες στουμπάς. Χ.: Λέω, Καραγκιόζη, ότι, εάν ήθελες… Κ.: Τι αν ήθελα; Χ.: Εάν ήθελες, Καραγκιόζη – πενήντα λίρες είναι αυτές… Κ.: Για λέγε, μωρέ, τι θέλεις να πεις; Χ.: Να, Καραγκιόζη μου, να ερχόσουν εσύ να ντυθείς νύφη. Κ. (χτυπών τον Χατζατζάρην): Τι λες, ρε; Και τι με πέρασες εμένα; Χ.; Καραγκιόζη μου, πενήντα λίρες είναι αυτές, για σκέψου. Κ.; Πενήντα λίρες, πενήντα λίρες… Χ.; Ναι, βρε, πενήντα λίρες. Για σκέψου, Καραγκιόζη. Και εξάλλου εσύ τρως ξύλο τζάμπα και τώρα που πρόκειται για λεπτά;…»

