Της Αρχοντίας Κάτσουρα
Στεκόταν μπροστά στον πάγκο του συνοικιακού μανάβικου. Ενός μαγαζιού που είχε ανοίξει λίγο καιρό, στο παλιό καφεκοπτείο. Ο γιος του ιδιοκτήτη είπε να εκμεταλλευτεί την περιουσία του που δεν νοικιαζόταν και να ανοίξει εκεί ένα μαγαζί. Αγώνας κόντρα στην ανεργία και μια ανάσα για τη γειτονιά που όταν σε κάποιον έλειπε μια πιπεριά, δυο πατάτες, δεν χρειαζόταν να πάει μακριά.
Εκείνη, ντυμένη στα μαύρα, βαριά στις κινήσεις της, από τα χρόνια τα κάπως περασμένα, από τη ζωή που δεν της στάθηκε και τόσο καλή -αν και της χάρισε χαρές: παιδιά, εγγόνια-, από την κούραση, γιατί ακόμη και τώρα έπρεπε να συντρέξει τα παιδιά της που είχαν ανάγκη, να κρατήσει τα εγγόνια μετά το σχολείο, να μαγειρέψει. «Ντροπή να έρθουν τα παιδιά και να μην υπάρχει ένα πιάτο φαΐ».
Εβαζε τις ντομάτες στη χάρτινη σακούλα πιάνοντάς τες προσεκτικά, χωρίς να τις ζουλάει, για να μη χάσουν τη σφριγηλότητά τους. Διάλεξε μερικά αγγουράκια, λίγα μήλα. Και μερικές φράουλες. Για την εγγονή τη φοιτήτρια, που τις αγαπούσε πολύ.
Στεκόταν μπροστά στον πάγκο του συνοικιακού μανάβικου. Ενός μαγαζιού που είχε ανοίξει λίγο καιρό, στο παλιό καφεκοπτείο. Ο γιος του ιδιοκτήτη είπε να εκμεταλλευτεί την περιουσία του που δεν νοικιαζόταν και να ανοίξει εκεί ένα μαγαζί. Αγώνας κόντρα στην ανεργία και μια ανάσα για τη γειτονιά που όταν σε κάποιον έλειπε μια πιπεριά, δυο πατάτες, δεν χρειαζόταν να πάει μακριά.
Εκείνη, ντυμένη στα μαύρα, βαριά στις κινήσεις της, από τα χρόνια τα κάπως περασμένα, από τη ζωή που δεν της στάθηκε και τόσο καλή -αν και της χάρισε χαρές: παιδιά, εγγόνια-, από την κούραση, γιατί ακόμη και τώρα έπρεπε να συντρέξει τα παιδιά της που είχαν ανάγκη, να κρατήσει τα εγγόνια μετά το σχολείο, να μαγειρέψει. «Ντροπή να έρθουν τα παιδιά και να μην υπάρχει ένα πιάτο φαΐ».
Εβαζε τις ντομάτες στη χάρτινη σακούλα πιάνοντάς τες προσεκτικά, χωρίς να τις ζουλάει, για να μη χάσουν τη σφριγηλότητά τους. Διάλεξε μερικά αγγουράκια, λίγα μήλα. Και μερικές φράουλες. Για την εγγονή τη φοιτήτρια, που τις αγαπούσε πολύ.
