Tης Χάρις Σιέμπου*
Μήπως η φτώχεια
είναι ντροπή και «ξεφτίλα», όταν στέκουν Έλληνες στην ουρά για μία…. γκοφρέτα;
Δεν ξεγελάει
καν την πείνα του, με μια γκοφρέτα, μία σακούλα πορτοκάλια. Σώζεται αν τα φάει;
ΔΕΝ ΣΩΖΕΤΑΙ και όμως περιμένει ντροπιασμένος.
Η αναξιοπρέπεια και η ζητιανιά έχει
γίνει συνήθεια και δεν τον ενοχλεί να περιμένει να του πετάξουν το απόλυτο τίποτα
και να πει και ευχαριστώ;
Αυτοί οι
Έλληνες δεν είναι ίδιοι, με τους Έλληνες της κατοχής, που σχημάτιζαν ουρές για το
συσσίτιο επιβίωσης.
Η προσφορά
αυτών των γκοφρετών είναι κοροϊδία, σαδισμός και υστεροβουλία από τους προσφέροντες
(ιδρύματα, ΜΚΟ), που βάσει σχεδίου, αναπληρώνουν το κράτος, που θα έπρεπε να είναι
δω, για όλους τους αδύναμους οικονομικά πολίτες (μην ξεχνάμε όμως το γεγονός ότι
αυτό τους κατάντησε έτσι).
Τότε, πού πήγε
η μαγκιά του Έλληνα του: «ξέρεις ποιος είμαι γω, ρε».
Πού πήγε
η κουτοπονηριά του: «θα στο τακτοποιήσω με τον δικό μου» (εννοεί τον βουλευτή).
