Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ Σ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ Σ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

Το κοινωνικό φαινόμενο Στέλιος Καζαντζίδης, (αναφορές του Γκάρντιαν και Χαριτόπουλου)

Του Αγάπιου Δαμίγου

Ο βρετανικός «Γκάρντιαν» έγραψε:

«Ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της φωνής του Καζαντζίδη, που του επέτρεψε να περάσει στους ακροατές του τον πόνο της προδοσίας και του αποχωρισμού, είναι η άρθρωση του φωνήεντος “α”. Δεν έμοιαζε με τον τρόπο που το αρθρώνουν οι τραγουδιστές της όπερας, που επιδεικνύουν τις φωνητικές τους ικανότητες και το πιάνουν πολύ ψηλά. Αντίθετα, ακουγόταν σαν παιδικός λυγμός που έβγαινε μέσα από την καρδιά».

Άρθρο του Διονύση Χαριτόπουλου στην εφημερίδα Τα Νέα, 5/10/2002.
Γεννήθηκε με το παράπονο. Ούτε η επιτυχία και τα χρήματα που ήρθαν ούτε η λατρεία των θαυμαστών του κατόρθωσαν να τον παρηγορήσουν.
Η κοντόφθαλμη αριστερά δεν είδε πως ήταν το πιο ατόφιο, δικό της παιδί· οι διανοούμενοι περιφρονούσαν και απέρριπταν τα τραγούδια του. Δεν κατάλαβαν ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν ήταν απλώς ο κορυφαίος Έλληνας τραγουδιστής, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο.
Τις δεκαετίες ’50-’60 οι Έλληνες ζούσαν υπό τραγικές συνθήκες· η οικονομική εξαθλίωση, η αναγκαστική μετανάστευση, η αδικία, τα βάσανα και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί είχαν κάνει τη ζωή τους απελπισία.
Η άρχουσα τάξη της χώρας προσέβλεπε στη Δύση και περιφρονούσε έως εξοστρακισμού κάθε στοιχείο λαϊκής έκφρασης που δεν είχε το δυτικό του αντίστοιχο. Το ρεμπέτικο τραγούδι είχε σβήσει μέσα στις περιθωριακές ομάδες που εκπροσωπούσε, και στο κρατικό ραδιόφωνο και στα κοσμικά κέντρα της εποχής έπαιζαν δυτικότροπα ελαφρά τραγούδια, μάμπο, τσατσά και ρούμπες.
Τότε ακούστηκε ο Στέλιος.
Μια κρυστάλλινη, αρρενωπή φωνή με κύρος πέρναγε πάνω από τις στέγες των φτωχόσπιτων και συναντούσε τους ανθρώπους στους δρόμους, στα καφενεία, στις ταβέρνες, στις αυλές των σπιτιών· έμπαινε από τις ανοιχτές πόρτες στα δωμάτια που έμεναν ολόκληρες οικογένειες και τους έκανε να σωπάσουν συλλογισμένοι. Ήταν μια φωνή που τραγουδούσε τα δικά τους βάσανα, τα ανύψωνε σε δραματικές σφαίρες, και σε ορισμένες περιπτώσεις τούς προσέδιδε διαστάσεις έπους.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Το «ααα» του κόσμου |

Του Διονύση Χαριτόπουλου


Γεννήθηκε με το παράπονο. Ούτε η επιτυχία και τα χρήματα που ήρθαν ούτε η λατρεία των θαυμαστών του κατόρθωσαν να τον παρηγορήσουν.
Η κοντόφθαλμη αριστερά δεν είδε πως ήταν το πιο ατόφιο, δικό της παιδί· οι διανοούμενοι περιφρονούσαν και απέρριπταν τα τραγούδια του. Δεν κατάλαβαν ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν ήταν απλώς ο κορυφαίος Έλληνας τραγουδιστής, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο.
Τις δεκαετίες '50-'60 οι Έλληνες ζούσαν υπό τραγικές συνθήκες· η οικονομική εξαθλίωση, η αναγκαστική μετανάστευση, η αδικία, τα βάσανα και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί είχαν κάνει τη ζωή τους απελπισία.
Η άρχουσα τάξη της χώρας προσέβλεπε στη Δύση και περιφρονούσε έως εξοστρακισμού κάθε στοιχείο λαϊκής έκφρασης που δεν είχε το δυτικό του αντίστοιχο. Το ρεμπέτικο τραγούδι είχε σβήσει μέσα στις περιθωριακές ομάδες που εκπροσωπούσε, και στο κρατικό ραδιόφωνο και στα κοσμικά κέντρα της εποχής έπαιζαν δυτικότροπα ελαφρά τραγούδια, μάμπο, τσατσά και ρούμπες.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Κατοχή Αντίσταση Απελευθέρωση

Ήμουνα παιδάκι – ακόμα δεν είχα πάει σχολείο- όταν πρωτάκουσα την Καταχνιά. Ανατρίχιασα στην εισαγωγή, όταν ανάμεσα στο χτύπημα της καμπάνας και το μελωδικό άκουσμα της χορωδίας «μπήκε» η επιβλητική φωνή του Δημήτρη Μυράτ. Έμεινα αποσβολωμένος κοιτάζοντας τα καρούλια της κασσέτας να γυρίζουν στο κασσετόφωνο και τα μάτια μου γέμισαν με τις ασπρόμαυρες εικόνες από τα επίκαιρα της κατοχής που είχα δει άλλη φορά στην τηλεόραση. Ξέσπασα σε κλάματα όταν άκουσα τη φωνή του Καζαντζίδη  να τραγουδά: «Δε βρήκα πουθενά ψωμί/ και σπίτι πώς να πάω/ θα με πληγώσει μια φωνή/ πατέρα μου πεινάω», κι έσφιξα τα δόντια και τις μικρές γροθιές μου στο άκουσμα του «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια». Δεν είχα γνωρίσει καλά –ακόμα- τον Καζαντζίδη, αλλά νομίζω πως η Καταχνιά ήταν η αιτία που με έκανε να τον αγαπήσω.