Του Χρήστου Κυργιάκη
Το αφεντικό ήταν
πάντα βλοσυρό όταν έφτανε η μέρα της πληρωμής. Δεν μιλούσε σε κανέναν, ούτε στα
παιδιά του ούτε και στη γυναίκα του.
Ο μόνος που άκουγε
τη φωνή του τις μέρες των πληρωμών, ήταν ο πιστός, εδώ και χρόνια, οδηγός του.
- Μην πας από
το γνωστό δρόμο σήμερα, Θανάση. Πιστεύω να το θυμάσαι. Σήμερα πληρώνω τους εργάτες.
- Το θυμάμαι
αφεντικό. Τριάντα χρόνια, κοντά σου, το ξέχασα ποτέ;
Ο οδηγός ακολούθησε
«τη διαδρομή για τις μέρες των πληρωμών». Έπιασε την παραλιακή οδό και κατευθύνθηκε
προς το μεγάλο λιμάνι. Μετά τη δυτική αποβάθρα του λιμανιού, το αφεντικό είχε αγκυροβολημένα
τα τρία καράβια του. Περίμεναν να φορτώσουν για να ξεκινήσουν το ταξίδι για την
Λατινική Αμερική.
Αφού τα καμάρωσε
και τα κανάκεψε με τα μικρά τους ονόματα, έκανε νόημα στον οδηγό του να ξεκινήσει
για το γραφείο.
Εκείνος έβαλε
μπρος τη Μερσεντές και ακολουθώντας τη γνωστή, λόγω ημέρας, διαδρομή μετέφερε μέσα
σε είκοσι λεπτά, το αφεντικό στο γραφείο του.
- Να μη με ενοχλήσει
κανείς παρά μόνο αν είναι ο ίδιος ο Θεός, είπε με απότομο ύφος στη γραμματέα του.
- Σας ψάχνει
ο υπουργός από πολύ πρωί, τον ενημέρωσε η γραμματέας.
- Στον ύπνο του
με είδε; Πες του ότι λείπω, ότι πήγα ταξίδι στο εξωτερικό. Πες του ότι πέθανα. Ότι
θέλεις πες του, αρκεί να μη ενοχλήσει κανείς. Και που’ σαι; Σε μία ώρα, φώναξε τον
πρώτο εργάτη για να ξεκινήσει η πληρωμή.
- Μάλιστα κύριε!
Σε μία ώρα θα έχετε τον πρώτο εργάτη.
Το αφεντικό,
άνοιξε με δύναμη την πόρτα του γραφείου του και έπεσε φαρδύς-πλατύς στην πολυθρόνα
του, προσπαθώντας να ηρεμήσει.
Έπιασε το τηλέφωνο
και σχημάτισε στα γρήγορα έναν αριθμό.
- Έλα, εγώ είμαι.
Το παιδί τι κάνει;
Αυτό που άκουσε
από τον συνομιλητή του, τον έκανε να ταραχτεί.
- Σου είπα να
καλέσεις το γιατρό άμεσα. Το 37,2 δεν αργεί να γίνει 38 ή 40. Δεν παίζουμε με τον
πυρετό. Πάρε να μου πεις αργότερα τι έγινε.