Της Μανίνας Ζουμπουλάκη
Δεν ξέρω αν φταίει το ότι μείναμε πολύ κλεισμένοι με τον εαυτό μας ή αν φταίει το ότι πουρέψαμε, η παρέα μου κι εγώ πάντως αισθανόμαστε κάπως σαραβαλέξ τελευταία
Πώς αλλάζει το σώμα μας όταν μεγαλώνουμε
Παιδικός φίλος εξηγεί στο τηλέφωνο πως δεν το σηκώνει πλέον το ποτό: ήπιε ένα βερμούτ (!) χθες βράδυ κι έγινε χάλια. Περιήλθε δηλαδή σε κατάσταση στην οποία πριν δέκα-είκοσι χρόνια τον πετυχαίναμε μετά από έξι-εφτά-οχτώ ποτά – και μάλιστα όχι βερμούτ.
Πριν πέντε, βαριά δέκα χρόνια, για την ακρίβεια (το «πριν είκοσι χρόνια» μας πάει κοντά στην Κιβωτό του Νώε και βαριόμαστε). Μέχρι τα 54-55, όλοι ήμασταν ανθεκτικοί στο αλκοόλ, στο ξενύχτι, στην ταλαιπωρία, ακόμα και στις μεγάλες βόλτες, τα μακρινά ταξίδια με αυτοκίνητο, τις πολύωρες συζητήσεις και τους ατέλειωτους καφέδες. Κάποιος μεγαλύτερος φίλος με είχε προειδοποιήσει: μετά τα 58 βλέπεις τη διαφορά. Βασικά τη διαφορά στο σώμα σου, που αρχίζει να σε κρεμάει, από κει που ήταν τόσο τσίλικο και αξιόπιστο, νυστάζει ξαφνικά, στα καλά καθούμενα, στις τρεις το μεσημέρι – άκου τώρα. Πεινάει και υποφέρει και ζητάει το φαγάκι του πατώντας πόδι. Πονάει σε διάφορα σημεία στα οποία δεν πονούσε ποτέ. Φωνάζει ότι κουράστηκε, ξεπατώθηκε, έλιωσε, θέλει κρεβάτι, ξάπλα, ηρεμία κι ένα καλό βιβλίο να διαβάσει, με μικρό λαμπατέρ πλάι στο κρεβάτι. Έχει ενοχλήσεις επειδή έφαγε πολύ ή δεν έφαγε αρκετά, ή έφαγε τα λάθος πράγματα, ή δεν ήπιε νερό. Όλα αυτά που έφαγε και δεν έφαγε, ήπιε, κάπνισε, έκανε, μεταβόλισε και αποτοξίνωσε το άπιστο σώμα, δεν είχαν σημασία πριν δέκα χρόνια αλλά τώρα έχουν.
