Του Κώστα Στούπα
Κάποτε ο Ναστραντίν Χότζας είχε δανειστεί αρκετά χρήματα από μερικούς γείτονες. Τον πρώτο καιρό όσο οι δουλειές πήγαιναν καλά πλήρωνε τα χρέη και τους τόκους του με απαράμιλλη συνέπεια.
Από κάποιο σημείο και μετά οι δουλειές άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά και ο Ναστραντίν δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα. Κάθε βράδυ δεν μπορούσε να κλείσει μάτι από το άγχος και τα φώτα έμεναν αναμμένα μέχρι πρωίας.
Ειδικά στο τέλος του μήνα όταν πλησίαζε ο καιρός να επιστρέψει τόκους και χρεολύσια ο ίδιος κυριολεκτικά κατέρρεε ψυχολογικά...
Η ιστορία αυτή κράτησε αρκετούς μήνες μέχρι που ένα βράδυ κατάλαβε πως η κατάσταση δεν πάει άλλο. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί άγρυπνος όπως ήταν για νύχτες ολόκληρες, βγήκε στην ταράτσα του σπιτιού του με ένα χωνί και φώναξε στους γείτονες (μεταξύ αυτών και στους δανειστές) πως δεν μπορεί να τους πληρώσει τα χρέη και ας κάνουν ό,τι καταλαβαίνουν...
Το βράδι εκείνο ο Ναστραντίν Χότζας μετά από πολύ καιρό κοιμήθηκε σαν πουλάκι... Τα φώτα του σπιτιού αντί να μείνουν όπως συνήθως όλη τη νύχτα αναμμένα, έσβησαν από νωρίς.

