Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη
Ποτέ δε μου άρεσε η λέξη δουλειά, διότι αυτή προέρχεται γραμματικά από τη δουλεία. Αντίθετα, προτιμώ την λέξη εργασία και θα σας αναλύσω τους λόγους.
Μισώ τη λέξη δουλειά, ποτέ μου δεν την είδα με συμπάθεια. Ποτέ μου δεν την χρησιμοποίησα. Ποτέ δεν ανήκα στους ανθρώπους οι οποίοι «ήθελαν να βρουν δουλειά».
Όποτε ακούω εκφράσεις «δουλίτσα να υπάρχει», «μία δουλίτσα να έχεις και να περνάς», «βρες και εσύ μία δουλίτσα», θέλω να κρεμαστώ. Όπως ο Καμύ που βρισκόταν σε δίλημμα αν πρέπει να αυτοκτονήσει ή να φτιάξει καφέ.
Όλη αυτή η στάση ζωής που αποκρύπτει μία μίζερη αντιμετώπιση της υπαρξιακής πραγματικότητας, ένα «ίτσα» που σε καθηλώνει μόνο στο λίγο, στο ανικανοποίητο, στο να περνάνε οι ημέρες της ζωής απλά για να πληρώνεις και να βρίσκεσαι περισσότερο χρεωμένος.
Ποτέ δε μου άρεσε η λέξη δουλειά, διότι αυτή προέρχεται γραμματικά από τη δουλεία. Αυτός που δουλεύει, παραδέχεται πως είναι δούλος, πως βρίσκεται υποχείριο σε έναν εργοδότη και εκτελεί τις εντολές του. Η δουλειά είναι δουλεία, επειδή εξαναγκάζεσαι να ασχολείσαι με αυτή, επειδή έχεις ανάγκη την επιβίωση και όχι επειδή αυτή είναι πραγματική πηγή χαράς, δημιουργικότητας και ευτυχίας. Δεν μπορείς όμως να την αποφύγεις, αφού η σύγχρονη ζωή κυριαρχείται από αυτή.
