Σε ισχύ τέθηκε την Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου, έστω μερικώς με την πλήρη της εκδοχή να εξαρτάται από την έγκριση όλων των κοινοβουλίων της ΕΕ, η συμφωνία εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Καναδά, CETA (Comprehensive Economic and Trade Agrement).
Του Λεωνίδα Βατικιώτη
Η συμφωνία, που συζητιόταν επτά χρόνια, αναμένεται να αποφέρει κέρδη ύψους 590 εκ. ευρώ ετησίως στις εξαγωγικές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, λόγω της κατάργησης σημαντικών δασμών που βαραίνουν τα προϊόντα που εξάγονται στον Καναδά. Από τη συμφωνία αναμένεται να επηρεαστεί το 98% των προϊόντων που εξάγει η ΕΕ στον Καναδά.
Η εφαρμογή της έχει συναντήσει την έντονη αντίδραση πολλών κοινωνικών και περιβαλλοντικών οργανώσεων, όπως της Greenpeace, που επισημαίνουν την υποβάθμιση που θα επέλθει στις ποιοτικές προδιαγραφές μέσω της αθρόας εισαγωγής γενετικά τροποποιημένων προϊόντων (ΓΤΟ). «Ο Καναδάς έχει πιο αδύναμους κανόνες για την ασφάλεια των τροφίμων και μια αγροτική οικονομία που εξαρτάται περισσότερο από χημικές εισροές και ΓΤΟ», αναφέρει στην ανακοίνωσή της.
Μέχρι στιγμής η συμφωνία που καθιστά τους Ευρωπαίους καταναλωτές έρμαιο των πολυεθνικών οι οποίες παράγουν τρόφιμα Φρανκεστάιν έχει ψηφιστεί από 6 χώρες: Λετονία, Δανία, Ισπανία, Κροατία, Μάλτα και Πορτογαλία, ενώ χρειάζεται συνολικά την υπογραφή 38 εθνικών και περιφερειακών κοινοβουλίων. Επομένως, το γεγονός ότι τίθεται σε ισχύ, έστω και μερικώς, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία της επικύρωσης από τα κοινοβούλια δεν κάνει την ΕΕ και τόσο υπερήφανη για τις δημοκρατικές της διαδικασίες…


