Του Ανδρέα Χριστοφή
Ο Ελληνισμός, ως ιστορικό και συλλογικό υποκείμενο, βιώνει μια πραγματική περίοδο παρακμής, η οποία όμως καθίσταται ακόμη πιο αρνητική, αφού όχι μόνο δεν αναπτύσσεται δημόσιος διάλογος γι’ αυτήν, αλλά δεν γίνεται καν αντιληπτή. Αυτό αποτελεί απότοκο και της αλλοίωσης της έννοιας του ρεαλισμού, ως τρόπου αντίληψης και δράσης, από διάφορες κοινωνικές ομάδες, αλλά κυρίως από την ηγεσία η οποία χαράσσει πολιτική. Για να γίνει, λοιπόν, κατανοητός ο ρεαλισμός ως σχολή σκέψης, απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για επανάκτηση του όρου. Εδώ θα γίνει μια πρώτη απόπειρα, σε σχέση με το κυπριακό ζήτημα, η οποία στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες.
Πρώτος και βασικός πυλώνας που θα μας απασχολήσει είναι η ίδια η ουσία του ρεαλισμού, η οποία δεν πρέπει να επιδέχεται καμίας ιδεολογικής αγκύλωσης και να δρα με γνώμονα τα εθνικά συμφέροντα, στα πλαίσια μιας στρατηγικής. Δυστυχώς όμως, από τη μια οι διάφορες πατριωτικές εξάρσεις χωρίς σχέδιο, που σκοπό έχουν να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη, και από την άλλη ο στρεβλός προοδευτισμός, ο οποίος βρίσκει διεξόδους μόνο με τη χρήση νεοαναχρονιστικών συνθημάτων, δεν αφήνουν περιθώρια για ορθολογική προσέγγιση του ζητήματος.
Πρώτος και βασικός πυλώνας που θα μας απασχολήσει είναι η ίδια η ουσία του ρεαλισμού, η οποία δεν πρέπει να επιδέχεται καμίας ιδεολογικής αγκύλωσης και να δρα με γνώμονα τα εθνικά συμφέροντα, στα πλαίσια μιας στρατηγικής. Δυστυχώς όμως, από τη μια οι διάφορες πατριωτικές εξάρσεις χωρίς σχέδιο, που σκοπό έχουν να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη, και από την άλλη ο στρεβλός προοδευτισμός, ο οποίος βρίσκει διεξόδους μόνο με τη χρήση νεοαναχρονιστικών συνθημάτων, δεν αφήνουν περιθώρια για ορθολογική προσέγγιση του ζητήματος.
Παράλληλα, ένας δεύτερος πυλώνας, αυτός της επανατοποθέτησης ορισμένων ζητημάτων στις πραγματικές τους βάσεις, είναι απαραίτητος. Τι εννοούμε. Όσον αφορά στο Κυπριακό, το 1974 η Τουρκία νίκησε έναν πόλεμο εις βάρος της Κύπρου και του Ελληνισμού. Σε ενδεχόμενο συμβιβασμό ο νικητής θα απαιτήσει όχι μόνο να εδραιώσει την υπάρχουσα κατάσταση, αλλά και να μεγιστοποιήσει το όφελος από αυτήν. Αντίθετα, ο ηττημένος θα προσπαθήσει να κρατήσει ό,τι μπορεί να κρατηθεί, γνωρίζοντας όμως ότι θα είναι και πάλι ο ηττημένος. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Αυτό είναι συμβιβασμός.
Ως τρίτος αλλά χρήσιμος πυλώνας είναι η ίδια η κατοχική Τουρκία, που ως κράτος θα συνεχίσει να έχει –όποιοι κι αν είναι στην εξουσία– τις ίδιες γεωπολιτικές ανάγκες και επιδιώξεις. Και αυτό γιατί πολύ απλά αντλεί ισχύ από τη γεωγραφική της θέση και πολλαπλασιάζει έτσι το «γεωπολιτικο δυναμικό» (1) της. Αυτό με τη σειρά του μεταφράζεται σε στρατιωτική, οικονομική και δημογραφική αύξηση του όγκου της. Σε αντίθεση με τον Ελληνισμό ο οποίος διαρκώς συρρικνώνεται, και δεν εννοούμε μόνο εδαφικά.
Ας μας απαντήσουν, λοιπόν, οι διάφοροι αρνητές του ρεαλισμού, για ποια άπιαστα όνειρα μας μιλούν και σε ποιους κινδύνους αναφέρονται σε ενδεχόμενη αποκήρυξη της Διζωνικής; Αλήθεια, ποιος σώφρων και πραγματιστής θα επιθυμούσε μια κατάσταση αμοιβαίου οφέλους με τον κατακτητή του; Είναι δυνατόν η Τουρκία να αφήσει την Κύπρο να αποφασίσει αλλά και να λειτουργήσει στη μετά-λύση εποχή; Και άραγε έναντι ποιου ανταλλάγματος; Έχουν φιλανδοποιήσει τη σκέψη τους –αυτό δηλαδή που ο μικρός αντιδρά πάντα θετικά σε κάθε αίτημα του μεγάλου– και περιμένουν να το πράξουμε κι εμείς.
Στην τελική, η ιδανική λύση, δηλαδή η απελευθέρωση της πατρίδας μας, δεν μπορεί παρά να είναι ταυτισμένη με τον ρεαλισμό, γιατί πολύ απλά είναι ταυτόσημη με την αξιοπρέπεια. Η διαπάλη μεταξύ Ελληνισμού και νεοοθωμανισμού είναι δεδομένη και το ζήτημα είναι να κρατηθούμε όρθιοι σε αυτόν τον χώρο που μας έταξε η τύχη και η ιστορία. Ο συνεχής αγώνας για διαφύλαξη του πολιτισμού μας είναι εφικτός μόνο μέσα από μια ορθή στρατηγική ανασύνταξης, με εργαλείο την ωμή πραγματικότητα. Δηλαδή, τον ρεαλισμό που επιβάλλει η ιστορία.
Ισχύς και Απόφαση
(1. Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του πολέμου, κεφ. ΙΧ, «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου», 1997.)
Ανάρτηση από: https://efimeridaenosis.wordpress.com
